Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Η Γιαννού και το αγροτικό δάνειο

Γράφει ο «Παλιοπυργήσιος» 
Ήταν κάπου εκεί στο έτος 1952. Ο τάδε και ο δείνα (εδώ θα μου επιτρέψετε να μη χρησιμοποιήσω τα πραγματικά ονόματα γιατί ενδεχομένως να φανεί ότι κάποιο από τα πρόσωπα που θα παίξουν το ρόλο τους σ’ αυτό το δραματικό έργο – μάλλον για τραγωδία πρόκειται – έχει ελλείμματα σωστού χαρακτήρα και έτσι να κατακριθεί από κάποιον ή κάποιους, όχι βεβαίως από μ’ ένα γιατί εγώ αξιολογώ μόνο την καλή όψη του χαρακτήρα των ανθρώπων εκείνης της εποχής, μα και να ήθελα ν’ ασκήσω άσχημη κριτική, φαντάζομαι ότι οι τόσο σκληρές τοτετινές συνθήκες θα έπαιρναν ανθρώπινη μορφή και μια άγρια σκληρή και τρομακτική ματιά θα  μ’ εμπόδιζαν). Ο τάδε και ο δείνα λοιπόν ήταν μέλη του Γεωργοκτηνοτροφικού Συνεταιρισμού του χωριού μας και αποφάσισαν να πάνε στη Δημητσάνα να ζητήσουν δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα. Αυτό το μυρίστηκε η Γιαννού και αποφάσισε κι αυτή το ίδιο και ας μην είχε μερίδα στον συνεταιρισμό. Κίνησαν και οι τρεις, δυο – τρεις ώρες πριν ξημερώσει για Δημητσάνα και κανόνισαν να φτάσουν εκεί με το που θ’ άνοιγε η Τράπεζα. Μπροστά οι δυο άντρες με κάτι καουτσούκια στα πόδια (ας πούμε παπούτσια) που έμοιαζαν σαν ανάποδο καβούκι χελώνας και πίσω η Γιαννού με κάτι

λειψά τσαρούχια στα πόδια της που δε σκέπαζαν όλη τη φτέρνα γιατί ένα κομμάτι από γουρουνίσιο δέρμα που διακόνεψε από τη γειτόνισσα ήταν και αυτό λειψό και δεν έφτασε για ακαίρια τσαρούχια. Χειμώνας καιρός, Φλεβάρης μήνας. Το τσουχτερό κρύο τους περόνιαξε τα κόκκαλα. Μία έριχνε χιόνι, μια το γύριζε σε ψιλή βροχή, μια σε χιονόνερο μαζί. Φαντάσου εσύ. Παπούτσια, τσαρούχια, σκαλτσούνια έγιναν ένα με το δρόλαπα (λασποχιονόνερο) του δρόμου. Κι όμως φτάσανε πριν ανοίξει η Τράπεζα και περίμεναν έξω από την πόρτα ώσπου ν’ ανοίξει. Εκεί το πώς τρεμοκουκουράγανε, το πώς έτρεμαν τα σαγόνια τους, το πώς κτυπάγανε τα δόντια τους από το κρύο ένας Θεός το ήξερε. Ή μήπως και αυτός δεν το ήξερε, γιατί αν το ήξερε η ευσπλαχνία του ίσως να μην τους οδηγούσε σ’ αυτή την τραγική σκηνή. Εκεί καθώς περίμεναν «κρακ» ανοίγει το παράθυρο του αντικρινού σπιτιού, κι από μέσα φάνηκαν δυο γυναικούλες.
-           Χριστιανή, απευθύνονται στη Γιαννού, έλα μέσα, έλα από κει, σου ανοίγουμε την πόρτα, έλα να ζεσταθείς. Στους άντρες δεν είπαν τίποτα, ήταν δυο αδερφές γεροντοκόρες και ίσως οι κανόνες ηθικής εκείνης της εποχής δεν το επέτρεπαν.
-           Μπαίνω, με το που άνοιγε η πόρτα με πήρε μια πύρα. Είχαν δυο κούτσουρα στο τζάκι. Είδαν ότι τα τσαρούχια μου και τα σκαλτσούνια μου στάζανε νερό.
-           Χριστιανή, βγάλε τις κάλτσες σου να στεγνώσουν.
-           Τις έβγαλα, τις κρεμάσανε κάπου εκεί πίσω στο σταχτοφούρνι να στεγνώσουν και μου έδωσαν άλλα σκαλτσούνια και φόρεσα. Άρχισαν να με ρωτάνε από πού είμαστε, γιατί ήρθαμε, πόση ώρα κάναμε να ρθούμε, πόσα παιδιά έχω και άλλα. Μα εγώ δεν είχα το νου μου σ’ αυτά που με ρωτάγανε και στο τι θα τους απαντήσω γιατί το μυαλό μου το βερβέλιζε η σκέψη «τα σκαλτσούνια που μου δώσανε να φορέσω θα μου τα δώσουν άραγε ή όταν τα βγάλω και φορέσω τα δικά μου θα μου τα κρατήσουν!»
(Ε, εδώ πια αντικατοπτρίζεται η φτώχια και η ανέχεια σ’ όλο της το μεγαλείο).
Η Τράπεζα άνοιξε, εγώ καλά ζεστάθηκα, άλλαξα τα σκαλτσού-νια, κράτησαν τελικά τα δικά τους, δεν πειράζει όμως, να συγχωρηθούν η μάνα τους κι ο πατέρας τους κι εγώ θα πάρω καινούρια σκαλτσούνια, αφού θα πάρω δάνειο από την Τράπεζα.
Μπήκαν και οι τρεις, πρώτοι στην Τράπεζα. Ο τάδε και ο δείνα πήραν δάνειο. Η Γιαννού δεν πήρε κι ας χιλιοπαρα-κάλεσε τον κ. Διευθυντή. Τι να σου κάνει κι ο Διευθυντής αφού η Γιαννού δεν είχε καθόλου μερίδα στον Συναιτερισμό. Βγήκαν από την Τράπεζα ικανοποιημένοι οι άντρες, τσίτα φαρμάκι η Γιαννού. Μπαίνουν σε μια ταβέρνα οι άντρες, κοντά και η Γιαννού. Παραγγέλνουν δυο μερίδες βραστό και μισή οκά κρασί οι άντρες, η Γιαννού …. δεν πήρε δάνειο, πώς να παραγγείλει.
- Ο τάδε που ήταν και συγγενής μου, έτρωγε και δεν έδινε σημασία, ο δείνα ας ήταν και ξένος κάρφωσε ένα μεζέ και μου τον πρόσφερε: «Πάρε Γιαννού, μου λέει, να πιείς κι ένα ποτήρι κρασί να βγούμε κάτου».

Βγήκαν κάτου, ήρθανε στο χωριό και οι χορτασμένοι και η νηστική.

Θος σχωρές τους και τους τρεις…

«Παλιοπυργήσιος»


«Παλιοπυργήσιος»

15 σχόλια :

nis είπε...

Θα παρακαλέσω σε τοπικά άρθρα να μην κάνετε πολιτικά σχόλια.

κουκος είπε...

καταραμενη φτωχεια που δεν πιστευει ο αδερφος τον αδερφο............

nis είπε...

Παλιοπυργησιε να γράφεις και ονόματα Ετσι αποδίδεται καλύτερα η περιγραφή της συγκεκριμένης ιστορίας. Δεν υπάρχει πιστεύουμε κανένα πρόβλημα για τον λόγο που αναφέρεις

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνώ Παλιοπυργήσιε. Ωραία η περιγραφή σου. θα ήταν ακόμη καλύτερη αν ξέραμε και ποιοι είναι γιατί θα είχαμε ολοκληρωμένη εικόνα. Συνέχισε να γραφεις....
πκ

Ανώνυμος είπε...

ΩΡΑΙΟΣΟ ΠΑΛΙΟΠΥΡΓΗΣΙΟΣ. Σ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΠΕΙΓΡΑΦΕΙΣ ΜΑς ΠΑΝΕ

Ανώνυμος είπε...

Ο Παλιοπυργήσιος πάει με την μόδα στο ΣΑΙΤ.
Ο ανώνυμος είπε της ανωνύμου για τον ανώνυμο.
Διαφορετιά
Ο κούκος είπε του ρεντεζέλα να ειπείτου γερόλυκου........

Ανώνυμος είπε...

Ξέχασα για τον μισοανώνυμο παλιοπυργήσιο να του ειπώ ότι μου αρέσουν τα κείμενά που μυρίζουν καθαρά Γλανιτσιά.
Ο Ανώνυμος του πκ

Ανώνυμος είπε...

ε δεν γινεται αμα θελαμε θα βαζαμε τα ονοματα μας αλλα θελει σοβαροτητα

Ανώνυμος είπε...

ζωη γιοματη βασανα.......gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Νις, βλέπω σιγά σιγά υιοθετείς πολλές ¨παρατηρήσεις¨ του δάσκαλου.....Καλό είναι αυτό.

κουκος είπε...

καταραμενη φτωχεια που επανερχεται.επικαιρο οσο ποτε το αφηγημα του παλιοπυργησιου αφηνει μια πικρη γευση στο στομα τωρα που μετα τρια χρονια οικονομικη καταστροφη αγγιζει εναν εναν η φτωχεια κι αλλον τον παιρνει βαρια αλλον ελαφρια κι αλλον ,οσο κι αν προνοησε τον καταστρεφει,σαν ανεμοβλογια.τωρα που δεν υπαρχει πισω χωριο να στηριξει τα παιδια του, που με το ενα ποδι βρισκονται στο δρομο της επιστροφης.να σαι καλα παλιοπυργησιε που μας προσγειωνεις στην πραγματικοτητα

Ανώνυμος είπε...

οι διαφορες τοτε και τωρα ειναι ελαχιστες.....ιδια φυλη προκαλει το χαος , το μονο που λειπει ειναι ο εμφυλιος....ας μην πεσουμε τοσο χαμηλα να το ξαναζησουμε.gerolykos

nis είπε...

Έγραψες πάλι gerolyke!!!!!!!

Ανώνυμος είπε...

http://www.youtube.com/watch?feature=player_detailpage&v=Ycg4TavmJCw

Ανώνυμος είπε...

Μέσα από τον λιτό - δωρικό του λόγο και το απλό του ύφος ο " Παλιοπυργήσιος μας γύρισε πολλές δεκαετίες πίσω . Στην εποχή της Ελλάδας της φτώχειας ,της ανέχειας,της εξαθλίωσης. Μας θύμισε τα πέτρινα χρόνια της μετεμφυλιακής περιόδου ,που ο κόσμος είπε το ψωμί " ψωμάκι."
Μια μάνα ,η θεια Γιαννιού, η μάνα μας προστρέχει στην Αγροτική Τράπεζα για δάνειο να ζήσει και να αναθρέψει τα παιδιά της . Αλλά το ανάλγητο και κοντόθωρο Κράτος του τοκογλύφου τραπεζίτη της το αρνείται, γιατί η αίτησή της δεν πληροί τις νόμιμες-τυπικές προϋποθέσεις για την έγκρισή του ! Η τραγικότητα σε όλο της το μεγαλείο!! Και η μάνα η μεγαλόκαρδη και η υπομονετική θα επιστρέψει άπραγη με άδεια χέρια στο σπίτι της. Οι " ημέτεροι και οι κολλητοί " όμως του τραπεζίτη θα επιστρέψουν στο χωριό τροπαιοφόροι,με τα χρήματα στην τσιέπη τους.Σε ευχαριστώ φίλε Παλιοπυργήσιε για την σφιχτοδεμένη αφήγησή σου αυτή.Με συγκλόνισες ,γιατί μου υπενθύμισες πως οι " οι καιροί ου μενετοί. " και πως μπορεί κι εμείς ,που ζήσαμε στην εποχή του άκρατου ,αλλά με δανεικά καταναλωτισμού ,ίσως να ξαναζήσουμε τέτοιες σκηνές που τόσο ρεαλιστικά περιγράφεις. Λυπάμαι ειλικρινά περισσότερο τη νέα γενιά ,που δεν φταίει σε τίποτα .
marpolix