Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΑ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ Συνέχεια

Θέλω να τελειώσω κάπως διαφορετικά, όχι μ΄ αυτές τις τόσο θλιβερές μνήμες. Είπα θα αναφέρομαι σε μερικές γυμνασιακές θύμισες. Θ΄ αναφερθώ σε πατριώτες, γυμνασιόπαιδα τότε, άλλους για να τους πειράξω καλοπροαίρετα βέβαια κατά το γνωστό γλανιτσιώτικο τρόπο, άλλους να τους κάνω ν΄ αναζωογονήσουν τη μνήμη τους, γιατί είμαστε σε κάποια ηλικία, και άλλους να  τους κεντρίσω το ενδιαφέρον να στείλουν κι αυτοί κάτι από αυτά που θυμούνται από τα μαθητικά τους χρόνια στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων. Και βέβαια όταν θ΄ αναφέρομαι σε αυτούς που βιάστηκαν να μας αφήσουν και να .. φύγουν - και είναι αρκετοί - ας εκλαμβάνεται ως μικρό δείγμα μνήμης. Τι να γράψω π.χ. για το Θοδωρή του Ντζίμπιρη, που πριν δύο περίπου μήνες μας άφηκε κι έφυγε χωρίς να μας ρωτήσει.
Ήταν πολύ καλό παιδί, πρόσχαρο, πάντα εύθυμο, μεγάλος χωρατατζής αλλά και πολύ πειραχτήρι, πάντα με αθώα πρόθεση και αποκλειστικά για ψυχαγωγικούς λόγους. (Ε, και τι ήθελες να κάνουμε αφού εκείνα τα χρόνια ούτε τηλεόραση υπήρχε, ούτε ραδιόφωνο είχαμε, ούτε μπάλα να κλωτσήσουμε.)

Μια μέρα λοιπόν τι του σκαρφίστηκε του Θοδωρή, πάει στο περίπτερο που ήταν στο κάτω μέρος της πλατείας των Λαγκαδίων, απέναντι από του Μανιάτη και λέει στην Κατσιάπω, την ιδιοκτήτρια του περιπτέρου:

-   Θειά, να μου δώσεις πέντε οκάδες αλεύρι, να τα γράψεις και την Κυριακή που θα ΄ρθει η μάνα μου θα σε πληρώσω.

-   Δεν πουλάμε, παιδάκι μου, εδώ αλεύρι.

-   Έ, τότε να μου δώσεις δύο ρέγκες.

-   Ούτε ρέγκες πουλάμε εδώ, παιδάκι μου.

-   Έ, καλά, θειά-Κατσιάπω, κατάλαβα, φοβάσαι μήπως και δε σε πληρώσουμε. Εγύρισε σε μας που παρακολουθούσαμε τη σκηνή, περιχαρής αυτός για το κατόρθωμα του, ξεκαρδισμένοι εμείς στα γέλια.

Τι να γράψω για τον Πάνο του Ρηγότασιου, που μάλιστα παρέλειψα να τον συμπεριλάβω στην κατάσταση των γυμνασιόπαιδων της Γλανιτσιάς που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων τη δεκαετία 1950-1960. Ήταν τότε που φοιτούσε στην Έκτη τάξη και καθόταν σ΄ ένα μεγάλο αρχοντικό ακατοίκητο σπίτι, στην «Παναγιά», ακριβώς πάνω από το Γυμνάσιο. Είχε ανακοινωθεί, θυμάμαι, ότι την επόμενη μέρα θ΄ άρχιζε απεργία καθηγητών. Εμείς, μερικά παιδιά μικρότερων τάξεων, είμαστε έτοιμοι να φύγουμε για το χωριό. (Άλλο που δε θέλαμε.) Περάσαμε από το σπίτι του Πάνου να φύγουμε μαζί. Αυτός όμως δε θα ΄ρχόταν στο χωριό. Είχε αρχίσει το μαγείρεμα. Άναψε τη φωτιά, έβαλε επάνω την κατσαρόλα με το νερό, έριξε, πριν βράσει το νερό, ρύζι-αλάτι-λάδι- όλα μαζί και βγήκαμε, εμείς να φύγουμε κι αυτός για βόλτα. Πότε γύρισε, τι φαγητό έφαγε, δεν ξέρω, ρωτήστε τον ίδιο. Μπορεί να γύρισε μαζί με τον αχώριστο φίλο του το Χρήστο Κακαβούλη, τώρα πατήρ-Χρήστος, και γευματίσανε μαζί. Πάντως μια άλλη φορά που μαγειρέψανε μαζί μια κότα, νομίζω την πετύχανε. Δεν ξέρω, ρωτήστε τον ίδιο.

Εκείνη τη χρονιά ή την επόμενη ο Πάνος έμεινε μετεξεταστέος στα θρησκευτικά. Έπρεπε να διαβάσει το καλοκαίρι, να πάει το Σεπτέμβρη να εξεταστεί, να περάσει το μάθημα, να μη χάσει τη χρονιά. Κάποια μέρα του Αλωνάρη (Ιουλίου) αλώνιζε ο Τασιουκλής στον Παλιόπυργο, στο Βασιλέικο αλώνι. Βαλμάδες στο αλώνισμα ήταν ο Σαρής, ο Καπαλής, ο Λαμπίτσας, ο Αντρίκας, ο Πάνος του Ρηγότασιου και δε θυμάμαι ποιος άλλος. (Βαλμάδες ήταν αυτοί, που, όταν αλώνιζε κάποιος, πήγαιναν μαζί με το ζώο τους, μουλάρι ή άλογο, πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους, συμμετέχοντας σ΄ όλες τις φάσεις του αλωνίσματος από τη στιγμή που βάζαν τα ζα μέσα ως της στιγμή που γινόταν το γέννημα για μάζεμα και λίγνισμα.) Κάποια στιγμή που βάλανε να φάνε, ο Σαρής -με το θάρρος, ήξερε ότι δε θα θυμώσει- πείραξε τον Πάνο:

-   Πάνο, τι λες, θα σε περάσει ο καθηγητής σου στα θρησκευτικά:

-    Να σου πω, μπαρμπα-Γιώργη, αν με ρωτήσει για το «Πάτερ-ημών» θα περάσω, αν με ρωτήσει για το «Πιστεύω» σκούρα την έχω.

Τώρα αν πέρασε ή όχι, ρωτήστε τον ίδιο._ 
(Παλιοπυργήσιος)


3 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

ήξερε κλαρίνο ο Φλεβάρης?

Ανώνυμος είπε...

Του ειχε μαθει ο Γεναρης

Ανώνυμος είπε...

και το ταβουλι που το βρηκανε?