Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Ο Γ Α Ϊ Δ Α Ρ Ο Σ


Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

--Δεν ξέρω να σας ειπώ τίποτα για τους γονείς μου, ούτε πότε γεννήθηκα, ούτε πού μεγάλωσα. Είμαι λυπημένος γιατί δεν ξέρω  αν έχω συγγενείς. Τα χαρτιά μου κάηκαν με τον πόλεμο. Σε συζήτηση που άκουσα όταν με αγόραζε το πρώτο μου αφεντικό, στις οχτώ Σεπτέμβρη στο ζωοπανήγυρο στη Στρέζοβα , έλεγαν για την καταγωγή μου, ότι γεννήθηκα στη Ζάκυνθο  κι ότι με είχε ένας παπάς, γι’ αυτό είμαι άγιο ζώο. Έλεγαν ότι είμαι ήσυχο, δυνατό,  ψηλό ζώο και έχω Κυπριακή προφορά!.
Με αυτές τις ιδιότητες με αγόρασε το πρώτο μου αφεντικό, μαζί με ένα σαμάρι, μικρό για το μέγεθός μου κι ένα καπίστρι.
Θυμάμαι, αυτοί που με πούλησαν, μ’  έβρεξαν με πετρέλαιο, γυάλισαν το μαλλί μου και δυο τρεις ημέρες καλοπέρασα από φαϊ.  
Η πρώτη   περιπέτεια μού συμβαίνει στη Λίμνη . Το νερό είχε καλύψει της Κυράς το γεφύρι και ήθελε τ’  αφεντικό μου να μπώ  στην μαούνα με το καρέλι να περάσω την άλλη πλευρά της λίμνης. Το  έβαλα πείσμα να μην περάσω!. Τι κι αν μαζεύτηκαν εφτά άτομα και  με έπιασαν από τ’  αυτιά, τα πόδια , την ουρά,  το σαμάρι!  Δεν έκαναν τίποτα!.

Μόνο που με κακομεταχειρίστηκaαν.  Με έσπρωξαν όταν χαλάρωσα, με έριξαν στην λίμνη και έκανα μπάνιο. Οι Μαραγκαίοι θύμωναν και τέτοια τιμωρία επέβαλαν, σε όποιον δεν άκουγε. Από τότε τους έκοψα την καλημέρα . Ύστερα μου έκλεισαν τα μάτια και τ’ αυτιά να μην βλέπω και να μην ακούω.  Με μπαμπεσιά, με ανέβασαν στην μαούνα . Έτσι πέρασα αντίπερα και είχα  θυμό για εκδίκηση.
Αυτό το « κράτησα Μανιάτικο» στο αφεντικό μου. Ένα βράδυ στο παχνί που με έβαλε, δίψαγα. Άνοιξα το βαγένι, ήπια κρασί με την ψυχή μου!. Το υπόλοιπο χύθηκε στο κατώι!. 
Δύο μήνες γέλαγαν μαζί του στου Ντούσια το μαγαζί. Εγώ μεθυσμένος  το πρωί όταν πήρε είδηση τ’ αφεντικό το ξύλο που έφαγα, αλλά δεν κατάλαβα τίποτε.
Αλήθεια είναι ότι  ο αφέντης μου με  ψόφησε στην πείνα και στη δίψα , ένα μήνα  που με είχε στο παχνί. Μια μέρα  βρήκα την ποριά του λαχανόκηπου ανοιχτή και μπήκα μέσα. Έφαγα μαρούλια, αντίδια, ραδίκια  δεν άφησα τίποτα. Γιατί, όσα δεν έφαγα,   τα ποδοπάτησα να το « χαρεί»  τ’ αφεντικό μου!.
Έρχεται ο νοικοκύρης μου χωρίς θυμό, μάλλον με χαμόγελο,  για να μην το βάλω στα πόδια, με ένα στυλιάρι. Και στάσου να ιδείς τι θα πάθεις, μου είπε.  Έφαγα ξύλο μετά θείας μουσικής!. Βλαστήμαγε ο άτιμος…
Ευτυχώς έδωσα κι εγώ μια κλωτσιά  στον αέρα για την « τιμή των όπλων»
Ήρθε ο καιρός του ζευγολατιού. Με πήρε το αφεντικό,  φορτωμένο με ένα σακί σπόρο, με το αλέτρι κι άλλα σύνεργα. Ήθελε, σώνει και καλά,  ν’  ανέβω μια σούδα στο κτήμα του  ύψους πάνω από ένα μέτρο!. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση ν’ ανέβω,  κι αν ακόμη με ξεφόρτωνε.
Επέμενε!  Με απλωμένα τα δυο του χέρια και με το στήθος του έσπρωχνε τον  πισινό μου ν’ ανέβω την ποριά. Γλιστράει από τη δύναμη που έβαλε και πέφτει κάτω. Έπεσα και εγώ επάνω του!. Για να είμαι  ειλικρινής,  το έκανα λίγο εξεπίτηδες. Πάντως καθώς το σκεπτόμουν το ευχαριστήθηκα. Καλά να πάθει, σκέφθηκα, γιατί δεν είχα μιλιά να φωνάξω. Τι λέτε άδικο είχα; Άδικο είχαν όσοι μας είδαν  και γέλαγαν;  Όπως η Αλέξω της Ανθούλας.

Το αφεντικό μου από τότε,  είχε άλλες διαθέσεις για μένα. Με σκυλόβριζε και δίκαιο δεν έβρισκα. Έχασα την υπομονή μου, πήρα βαθειά ανάσα και γκάριξα τρείς φορές, να καταλάβει,  ότι δεν ήθελα την φιλοξενία  του. Όταν ερχόταν στο παχνί γύριζα τα πισινά και τον φοβέριζα με κλωτσιές.
Το αφεντικό μου κακοκάρδισε και ζήτησε διαζύγιο…Έβαλε στην τσέπη του παντακόσιες δραχμές, γιατί με πούλησε  σ’ άλλο αφεντικό,  το δεύτερο.
Αν τον συγκρίνεται  στην καλοσύνη με μένα κάνει για δέκα γαϊδούρια .
Ο νέος αφέντης  θεώρησε σκόπιμο να με περάσει από την αγορά, την  Παναγιά. Δεν ήμουν κατώτερος κανενός άλλου Γαϊδάρου….Ο Γιώργης, έτσι έλεγαν τo αφεντικό  μου και το παλιό και το καινούργιο, ήθελε ν’ ακούσει κριτικές,  ευχές, καλορίζικα κλπ. για το ψώνιο του.  Εκεί περνάγοντας με παίνεψαν!  Έμαθαν ότι τρώγω λίγο… δυο φορτώματα την ημέρα(!)  και πίνω πολύ κρασί!. Ήταν «θρίαμβος» για μένα. Ήταν κουτσομπόληδες στην αγορά.  Έλεγαν για το ύψος μου, την καταγωγή μου και για άλλα προσωπικά δεδομένα. Αλλά κι εγώ τους λέρωσα την αγορά  και τους περιποιήθηκα με μπόλικα αέρια… 
Ο αφέντης μου,  στον στάβλο που έφτασα,  είχε και έναν  γέρο γάιδαρο. Ένα βράδυ έμεινα μαζί του.  Δεν μπορούσε άλλο να δουλέψει. Άκουσα μισόλογα έξω από τον στάβλο, για ρεματιά, για βράχο, για πεδούκλωμα ,  για γκρέμισμα!. Δεν τον ξανά  είδα να με συμβουλέψει, όπως έκανε το πρώτο βράδυ. Μάλλον ταξίδεψε!….
Το αφεντικό μου είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος!  Θα τον αφήσω να σας διηγηθεί  ο ίδιος τη ζωή μας.  Μαζί ζήσαμε σαράντα χρόνια!.
.
--Αν δεν άνοιγαν οι καταρράχτες του ουρανού, στο  Φιλαίϊκο κάμπο και το  Νταραίϊκο, τώρα δεν θα είχα ιστορία να σας διηγηθώ.  
Ερχόμουν από ταξίδι με το ζω  φορτωμένο, μέσα από βουνά και πέτρες όσες θέλετε. Ταξίδι τρεισήμιση ώρες για να φθάσω στο χωριό μου την Γλανιτσιά. Το ζω ήταν πολύ ήμερο και ήρεμο.  Του μίλαγα σαν αγωγιάτης κι εκείνο με άκουγε χωρίς δεύτερη κουβέντα.  Σταμάτα Κίτσιομ, πάμε Κίτσιομ,Αυτό  ήταν το όνομά του.
Εμπρός Κίτσιομ ,Αά , ούστ Κίτσιομ!. Τον συμβουλευόμουνα πολλές φορές για δικά μου θέματα και τον ρώταγα: Τι λες  εσύ Κίτσιομ;..Μιας και δεν είχα άλλη παρέα να μιλάω.
Τους δρόμους που κάναμε, μαζί τους διαλέγαμε. Τον ρώτησα:
__Κίτσιομ, θα περάσουμε απέναντι με την μαούνα; 
__Ούτε συζήτηση! -- Μου απάντησε. Ζαλίζομαι! Είναι και μακριά. Πάμε περικοπά--.
Περάσαμε από κατσικόδρομους, από κακοφτιαγμένους δρόμους, τρόχαλους και ρεματιές. Ξαγναντήσαμε στο Λάδωνα και πλησιάζαμε στον πόρο, ψηλά από το Κομμένο Γεφύρι.
Με μια αστραπή άρχισε το πανηγύρι!. Η βροντή μας ξεκούφανε και κάπου κοντά έπεσε φωτιά του ουρανού. Έψαχνα για τον πόρο. Η βροχή δυνάμωνε, η ώρα βράδιαζε και το βουητό  θέριευε.  Καβάλα στο γαϊδούρι άφοβα ρίχτηκα στο ποτάμι.
Το ποτάμι πλάταινε και ο Ζακυνθινός μου, φτάνοντας στην μέση που ήταν νησάκι, τα στύλωσε!. Κούνησα τα πόδια μου, του φώναξα, τον φοβέριζα,  τελικά άκουσε και έπεσε στο  λάμπαδο που ερχόταν.  
Έπεσα και εγώ στο νερό και μ’ έσερνε ο γάιδαρος,  με την τριχιά του σαμαριού που κρατιόμουν. Κολύμπησε, έβαλε τα δυνατά του με έσωσε. Βγαίνοντας απέναντι κοντοστάθηκε, με κοίταζε ευχαριστημένος. Τον χάιδεψα τρυφερά, τον ευχαρίστησα, ένιωθα υπερήφανος για δαύτον.
Απώλειες; Λίγα ψώνια από τη  Στρέζοβα, κάμποσα τομάρια  και το ένα μου παπούτσι.
Αλλά από τους χωριανούς μου πήρε « εύσημο  μνεία» ο Κίτσος!
__ Μπράβο!  καλός ο γάιδαρος, Γιώργο, ξέρει και κολύμπι.  --Κάποιος είπε--.
__Έζησε σε νησιά που βρέχονται από θάλασσα, τι περίμενες να μην ξέρει κολύμπι; --Συμπλήρωσε άλλος.  Και ο πρώην ιδιοκτήτης:
__Εμένα μου γύριζε τα πισινά του και με φοβέριζε…
Από τότε δέθηκα με τον γάιδαρό μου.
Πολλά χρόνια με υπομονή, έσερνε το αλέτρι, χωρίς να βαρυγκωμάει. Δούλευε από το πρωί μέχρι την δύση του ηλίου. Όταν σταμάταγα να ξεκουραστώ, σταμάταγε και ο Κίτσιος μου. Με τα μεγάλα του μάτια με  κοίταγε και με ευχαριστούσε.
Τον ρώταγα:  Τι θέλεις Κίτσιομ;  Του χάϊδευα το κεφάλι και τον  τάιζα με σανό,  βρόμη και λίγο κριθάρι. Καμιά φορά του δινα  κανά  ξεροκόματο ψωμί. Ποτέ δεν θυμάμαι να μου κακιώσει. Τον φόρτωνα ξύλα από τα Μονοδέντρια, τη  Βρυσούλα, τα Σελά την Περαμεριά. Με ήρεμη περπατησιά, έκανε την δουλειά του αθόρυβα και διακριτικά. Λίγο σανό και νερό ήθελε. Το νερό ακόμη  κι αυτό, με τα βαρέλια το κουβάλαγε  από την Λιάσκοβα.  Και χωρίς την συνοδεία του αφεντικού του, ποτέ δεν έκανε  λάθος να πάει σε ξένο  σπίτι .
Γύριζε πάντα στολισμένος και φορτωμένος στο σπίτι , με ανθισμένα χορτάρια, με πεντατρύφερο κλαρί, με αμπελόφυλλα και νιτσιές.  Αγάπαγε τις κατσίκες του αφεντικού τις κότες, το γουρούνι. Μοιραζόταν το παχνί του μαζί τους.
 Κουβάλαγε  δεμάτια, σανό, κοφίνια με σύκα και απίδια, κλάρες, καλαμπόκια και ό,τι δεν μπορείς να φανταστείς. Κάθε πρωί έβγαινε από το παχνί, τιναζόταν να φύγουν τ’ άχυρα από πάνω του.  Σήκωνε το περήφανο κεφάλι του και κοίταγε με τα μεγάλα μάτια του , ήρεμα ευχάριστα, νωχελικά το αφεντικό του. Το καλοκαίρι πήγαινε αποβραδίς, με άλλα ζα του χωριού στην Μαυρομάτα.
 Προς το μεσημέρι πρώτος και καλύτερος γύριζε μόνος του στο παχνί.
Πρώτος στις δουλειές, πρώτος στα πανηγύρια μ’ εμένα καβάλα και  το σαμάρι στολισμένο με κιλίμια.
Μετά από σαράντα χρόνια ο Κίτσιος μου στραβοπάταγε, σκόνταφτε, ήταν χωρίς δύναμη.  Γέρασε!.. Τον αγάπαγα το γεροεργάτη μου. Μεγάλωσε με την πλάτη του,  η φαμελιά μου. Ήταν παντού μπροστά, σύντροφός μου.
Δεν θυμόμουν κακό από δαύτον. Τώρα τον λυπόμουνα και δεν τον κακομεταχειριζόμουνα πια!  Έτσι  λεύτερος πέρναγε τα γερατειά του. Έτρωγε και φαινόταν το φαφούτικο στόμα του.
Πώς να ξεχάσω που μ’ έσωσε από πνιγμό;  Πώς να ξεχάσω το μεγάλο του έργο, σαράντα χρόνια και κάτι μήνες!.
Ένα ανοιξιάτικο πρωϊνό ο Κίτσιος μου,  ήταν ξάπλα στο παχνί και δεν έλεγε να σηκωθεί. Του ‘δωσα νερό, φαί, δεν έλεγε να δοκιμάσει. Τον χάϊδεψα στη ράχη,στο σβέρκο στο κούτελο ήταν αδιάφορος.  Το μάτι του, που είδα , δεν ήταν ζωηρό, χαρούμενο, φαινόταν θολό.
Προσπάθησα από το κεφάλι να τον σηκώσω… Ήρθε ο γιατρός, τον κοίταξε με προσοχή, κακά μαντάτα μου μήνυσε. Μετά από πολλά παρακάλια ο Κίτσιος μου σηκώθηκε, άρχισε να τρώει λίγο. Μόλις κρατιόταν στα πόδια του.  Πήγα τον Κίτσιο σιγά σιγά στο μεγάλο περιφραγμένο χωράφι στις Ράχες. Θα ‘μενε εκεί τα  βράδια να βοσκίσει και να δυναμώσει
Φεύγοντας για το κτήμα, κοίταξε τριγύρω αργά, αργά, το παχνί, την αυλή, το σπίτι.
Ήξερε άραγε που πήγαινε;
Ο Γεροκίτσιος έφθασε στο χωράφι, θυμήθηκε την νιότη του, το όργωμα του χωραφιού που έκανε, τα φορτώματα που κουβάλαγε , την βροχή που τον έδερνε, αλλά και την αγάπη και προστασία  που είχε  από  τ’ αφεντικό του.
Έμεινε δυο τρία ημερόνυχτα στο χωράφι, χάρηκε την καταπράσινη φύση, τον λαμπερό ήλιο της άνοιξης, τον μυρωδάτο αέρα της φύσης, τα άσπρα μυρώνια της λάκας.
Θυμήθηκε την ζωή του βήμα- βήμα με όλες τις περιπέτειες, από το πανηγύρι με το γύφτο και μέχρι σήμερα, στο ανθοστόλιστο χωράφι του  αφέντη του.
Έμεινε ευχαριστημένος από την ζωή του και  έκλεισε τα μάτια του για πάντα, κάτω από το μεγάλο τουφωτό πουρνάρι!. 
{{Αφορμή για το γράψιμο του κειμένου  ήταν α/Η γαϊδούρα  του γέρο Κομπόλη που την πούλησε  στους γύφτους και την ξαναγόρασε πληρώνοντας πανωπροίκι. β/  Η γαϊδούρα του Κόλια  μια ψηλή Κυπραίϊκη η Ζακυνθηνιά  που του ήπιε  το κρασί  και δεν πέρναγε στην μαούνα στην λίμνη με τίποτα. γ/ Μια γαϊδούρα μικρόσωμη  που είχε ο Τούρκος και προσπαθούσε σπρώχνοντας , φορτωμένη να την ανεβάσει σε μια σούδα  στο χωράφι του στον Αγιοθανάση. Δ/ Ένα μουλάρι που είχε ο Μαγγογιώργης και πέρναγε το ποτάμι στον πόρο κάπου κοντά στο κομμένο γεφύρι και κόντεψε να πνιγεί.
B Girakas

  


















19 σχόλια :

nis είπε...

Προσοχή
Από σήμερα ευκολότερη και γρηγορότερη πρόσβαση στην σελίδα μας θα έχουν όσοι χρησιμοποιούν σαν περιηγητή (Βrowser) τον Μozila firefox η τον chrome
Ο Ιnternet explorer δεν υποστηρίζει πλήρως την αναβάθμιση που έγινε στο νέο μενού της σελίδα μας. Μπορείτε να κατεβάσετε και να εγκαταστήσετε τους παραπάνω περιηγητές από

ΕΔΩ
η
ΕΔΩ

Από τα στοιχειά που έχω μόνο το 25% χρησιμοποιεί ακόμη το Internet Explorer
Συμβάλετε και εσείς στην βελτίωση του ιστολογίου με τις απόψεις σας και τις παρατηρήσεις. Προτείνετε αν θέλετε να προσθέσω κάτι που έχετε δει σε άλλο ιστολόγιο η να αφαιρέσω κάτι που θεωρείτε περιττό
Ευχαριστώ

Ανώνυμος είπε...

Εύγε, Βαγγέλη! Συγκλονιστικός για άλλη μια φορά...

Γιάννα

αφιερωμενο απο κουκο και παρακαλω τους εδω να βαλλουν τη μουσικη είπε...

Η ΜΠΑΛΑΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ

Στίχοι:
Κώστας Βάρναλης
Μουσική:
Λουκάς Θάνου
1. Νίκος Ξυλούρης
2. Νότης Σφακιανάκης
3. Μανώλης Λιδάκης

Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια
κούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό
Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι
ούλοι δούλοι αφεντικό και μ΄ αφήναν νηστικό
και μ΄ αφήναν νηστικό

Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι
και με κάμα και βροχή ώσπου μου `βγαινε η ψυχή
Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά
του χωριού την εκκλησιά

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα τ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ΄ αφέντη το φαΐ
για τ΄ αφέντη το φαί

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
άλλος ήλιος έχει βγει σ΄ άλλη θάλασσα άλλη γη

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...




Ανώνυμος είπε...

Ψάχνοντας βρήκα ότι σύμφωνα με ένα συνέδριο που έγινε στην Ύδρα από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από τα 508.000 γαϊδούρια που υπήρχαν στην Ελλάδα το 1955, το 1995 καταγράφηκαν 95.000, το 2005 20.400 και το 2006 μόνο 18.173, εξ’ ου και η ειδοποίηση της Ε.Ε. ότι κινδυνεύει να γίνει είδος υπό εξαφάνιση.

Το 42,5% του συνολικού πληθυσμού βρίσκεται στην Πελοπόννησο, όπου υπάρχει και η μοναδική ελληνική φυλή, ο Αρκαδικός όνος που τον αναφέρουν ο Όμηρος και ο Ξενοφώντας, όμως οι πυρκαγιές του 07 συνέβαλαν καθοριστικά στην ακόμα μεγαλύτερη μείωση του πληθυσμού.

Σύμφωνα με την βιβλιογραφία ο όνος ή κοινός γαϊδούρι, κατάγεται από την Αφρική. Οι αιγύπτιοι φαίνεται ότι το χρησιμοποιούσαν ως κατοικίδιο ζώο τουλάχιστον 3000 χρόνια π.Χ. Από εκεί μεταδόθηκε η χρήση του στους κατοίκους της Μεσοποταμίας, τους Σουμέριους, από αυτούς στην Ιωνία της Μικράς Ασίας και την Μινωική Κρήτη και από αυτήν στην Ελλάδα. Από τους Έλληνες αργότερα τον παρέλαβαν οι Ρωμαίοι.

Ο γάιδαρος σε σύγκριση με το άλογο έχει πολύ μεγάλη αντοχή στην κοπιώδη εργασία, στον καύσωνα, στις ασθένειες, στην πείνα και στην δίψα. Είναι εξαιρετικά λιτοδίαιτος, πολύ υπομονετικός και μακροβιότερος του αλόγου. Παρά την ολιγάρκειά του όσον αφορά τη διατροφή του, είναι απαιτητικός στο νερό, το οποίο πρέπει να είναι καθαρό, για να το πιει. Αρνείται συνήθως να πιει νερό και ακόμη μερικές φορές, όταν έχουν πιει από το ίδιο δοχείο άλλα ζώα ή ακόμη και όνοι.Ψάχνοντας περισσότερο στο internet βρήκα ότι ένας Βέλγος αγρότης αξιοποιεί διαφορετικά τα γαϊδουράκια (εξ Αρκαδίας επίσης ορμώμενα) προκειμένου να κατασκευάσει μια σειρά από φαρμακευτικά προϊόντα…

Η κτηνιατρική μονάδα του Ολιβιέ Ντενίς βρίσκεται στο Chateau des Mottes και είναι η μοναδική στο Βέλγιο που δραστηριοποιείται σε αυτό τον τομέα. Ξεκίνησε πριν από εννέα χρόνια και γρήγορα «γιγαντώθηκε». «Για 30 χρόνια είχαμε στο σπίτι επτά γαϊδούρια. Μάθαμε για τις ευεργετικές ιδιότητες του γαϊδουρινού γάλακτος και το 1998 αποφασίσαμε με την σύζυγό μου να αξιοποιήσουμε τα γαϊδουράκια μας. Στήσαμε την επιχείρηση με τα χέρια μας, χωρίς καμία επιδότηση. Μας αρέσει αυτό που κάνουμε και δεν θα το αλλάζαμε με τίποτα», δήλωσε ο ιδιοκτήτης της μονάδας που φέρει τον τίτλο «Εκτροφή Όνων στη Χώρα των Λόφων».

Σήμερα, η κτηνοτροφική μονάδα αποτελείται από 100 γαϊδούρια που όλα τους ανήκουν στη φυλή «αρκαδικός όνος». «Τα ζώα τα πήραμε από την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γάλλια και την Πορτογαλία. Κυρίως τρώνε χόρτο, που το Βέλγιο δεν διαθέτει γιατί οι αυξημένες βροχοπτώσεις το καταστρέφουν. Αναγκαζόμαστε να το αγοράζουμε από την Ισπανία. Κάθε χρόνο βγάζουμε περίπου τέσσερις τόνους γάλα.», προσθέτει. Το γάλα διατίθεται μόνο στην αγορά του Βελγίου με λιανική τιμή που ξεπερνά τα 100 ευρώ το λίτρο. Από την επεξεργασία του γάλακτος προκύπτουν διάφορα προϊόντα, μεγάλο μέρος των οποίων εξάγεται στη Γαλλία, στην Ελβετία, στη Γερμανία και τον Καναδά. Το σαπούνι πωλείται προς 3,5 ευρω, το σκεύασμα για συμπλήρωμα διατροφής 55 ευρώ, το αφρόλουτρο 18,5 ευρώ, η ενυδατική κρέμα 16 ευρώ, το σαπούνι αντιγήρανσης 6,2 ευρώ, οι καραμέλες 5,4 ευρώ και το λικέρ με γάλα γαϊδούρας 16,2 ευρώ.

Όπως είπε ο Βέλγος κτηνοτρόφος, το γάλα γαϊδούρας είναι εξαιρετικής ποιότητας και κατά το παρελθόν το διέθεταν ως φάρμακο και το χρησιμοποιούσαν σαν καλλυντικό. Μέσα σε γαϊδουρινό γάλα έπαιρνε το μπάνιο της η βασίλισσα της Αιγύπτου. Μάλιστα, έρευνες έχουν δείξει ότι το γάλα της γαϊδούρας είναι καλύτερο ποιοτικά από το αγελαδινό και το πλησιέστερο στον άνθρωπο.

Μήπως πρέπει να ξανασκεφθούμε καλύτερα το γαϊδουράκι για να μην εξαφανιστεί; Ίσως είναι μια πολύ καλή ιδέα η διάσωσή του γιατί κάτι άλλα «γαϊδούρια» με ανθρώπινη μορφή, που τελευταία πληθαίνουν στην κοινωνία μας δεν αξίζουν φράγκο μπροστά στο συμπαθέστατο τετράποδο….
Για την Αντιγραφή IBas





Ανώνυμος είπε...

Παρατηρεί κανείς ότι ο Βαγγέλης ,πολλές φορές, αντλεί τα θέματά του από τον κόσμο του ¨ταπεινού", του "ελαχίστου"και εντούτοις βγάζει εργασία τρυφερή, γεμάτη συναισθήματα.
Μς την ευκαιρία του ¨κυρ Μέντιου¨ήθελα να επισημάνω κι αυτή την πλευρά του. Όπως φαίνεται,ο Βαγγέλης, εμμένοντας στον κύκλο των θεμάτων του, δεν θ' αφήσει τίποτε από τα πάτρια, σ'όποιον κύκλο κι αν ανήκουν, να σβήσουν.

Τον συγχαίρω και τον παροτρίνω!

Ανώνυμος είπε...

γραψε ποιος εισαι........

nis είπε...

Οπως έγραψε ο 7.06

Ανώνυμος είπε...

Ο μπογάτσας.....

Ανώνυμος είπε...

ρε νις ασημαντο ηταν τι να γραψω οταν ειναι σχολιο γραφω

κουκος είπε...

ο μπαγασας ρε εισαι

Ανώνυμος είπε...

Το μπογάτσα τον ήξερες????

Μια άλλη βολά θα σου πω το περιστατικό όταν τον ρώτησε ο στρατοδίκης σε μια δίκη (μάρτυρας μάλλον ήταν) ¨ποιος είσαι¨

Σε ρωτάνε ποιος είσαι λες και άμα τους γράψεις ο κούκος ή ο κόκκορας θα σε γνωρίσουνε και θα ησυχάσουνε.....

κουκος είπε...

οχι αλλα θα ξερουνε οτι δεν μιλανε στον αερα,μιλανε σε καποιον που επαναλαμβανεται κι οσοι ρωτανε μαθαινουν δεν ειναι τοσο κρυφο .λογου χαριν γινεται γιατι αλλιως θα με λεγανε φαλακρο η μουσατο

Ανώνυμος είπε...

Βαγγέλη, τώρα διάβασα το κείμενό σου και άλλη μια φορά σ' ευχαριστώ, γιατί κάπου ο καθένας μας (από μας τους τρανύτερους) διαβάζει περιγραφή σου που είναι και δική του, γιατί περιγράφεις στιγμές μας προσωπικές, βλέπουμε τον εαυτό μας στα κειμενά σου. Μας ξαναζωντανεύεις τα παλιά μας χρόνια και μας κάνεις να ξαναζούμε με τις αναμνήσεις μας....

χψ

Ανώνυμος είπε...

Πλακα πλακα ποσο εχει ενα γαιδουρι σημερα?

Ανώνυμος είπε...

τα γκεσα ειναι πιο ακριβα......gerolykos

Ανώνυμος είπε...

ΟΙ ΚΥΠΡΑΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟΙ

Ανώνυμος είπε...

γκεσα τι ειναι?
16 βαλβιδα?

hamomilaki. Gr είπε...

Πολύ ωραίο :-)

να είστε Καλά !

Δίνουμε Δύναμη στο Χωριό μας είπε...

Στο χωριό μου ελάχιστοι ηλικιωμένοι χρησιμοποιούν πλέον τα "Ζα".Τα έχουν αντικαταστήσει δίτροχα ή τετράτροχα.