Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟ) ΒΑΛΤΕΣΙΝΙΚΟΥ


Από το βιβλίο του δάσκαλου Στάθη Σταθόπουλου ΄΄ΜΝΗΜΕΣ από την Αρκαδία και το χωριό μου Μυγδαλιά (Γλανιτσιά)΄΄ 
Το δημοτικό σχολείο τελείωσε. Ο πατέρας μου αποφάσισε να με στείλει στο Σχολαρχείο και μας παίρνει, μια μέρα, πρωί πρωί μαζί, με το Θανάση του Γιωργιά και τραβάμε για το Βαλτεσινίκο.
Το μυρωμένο και δροσερό αεράκι του βουνού μας ξεκούρασε. Περάσαμε τις Γούρνες, κι ανεβήκαμε στον κάμπο κι από κεί φτάσαμε στη βρύση, στο Πορί.
Πήραμε τον ανηφορικό δρόμο και φτάσαμε στα Ισιώματα. Θαυμάσαμε τα ψηλόκορμα έλατα, τα ρούγκαβλά τους, το ασταμάτητο ψιθύρισμα των φύλλων τους. Μπροστά μας, υψωνόταν  το 
Ψηλόκαστρο, αγέρωχος φύλακας του τόπου. Φτάσαμε στις Ράχες. Αντικρίσαμε μπροστά μας το Βαλτεσινίκο, ένα μεγάλο χωριό, με ψηλά σπίτια. Περπατήσαμε λίγα μέτρα και βρεθήκαμε στο ψηλό σπίτι της Τσιομίταινας, που ήταν το Ελληνικό σχολείο (Σχολαρχείο). Εκεί είχαν μαζευτεί, πολλά αγόρια και κορίτσια, από το Βαλτεσινίκο και τη γύρω περιοχή. Τα κορίτσια κάθονταν όλα μαζί, στο θόλο της πόρτας του υπογείου ενώ τ’ αγόρια έπαιζαν πιο πέρα.
Σε λίγο έφτασαν και οι δύο καθηγητές μας. Ο ένας ήταν ο νεαρός Γιώργης Ι. Δημητρακόπουλος (άγαμος) και ο άλλος ο Παναγιώτης Αθ. Σαρρής, και οι δύο Βαλτεσινιώτες. Μας έδωσαν μερικές συμβουλές και οδηγίες και γράψαμε Ελληνικά και Αριθμητική. Σχολάσαμε και πήγαμε και φάγαμε στο μαγαζί του Γιώργη του Παυλόπουλου, που ήταν και φίλος του πατέρα μου. Το απόγευμα εξεταστήκαμε πρώτοι, προφορικά στα Θρησκευτικά και την Ιστορία και φύγαμε για το το χωριό.
Στις 10 Σεπτέμβρη, ημέρα της έναρξης των μαθημάτων έπρεπε να πάμε σχολείο στο Βαλτεσινίκο.
Ο πατέρας μου είχε βρει, το ευλογημένο σπίτι της θειά παπαδιάς, της παπα Στάθαινας, της αρχόντισσας. Πήρε το μουλάρι του Γιωργιά και φόρτωσε τα ρούχα, τα τρόφιμα κι ένα καλάθι σταφύλια. Πήρε το Θανάση κι εμένα και ξεκινήσαμε, για το Βαλτεσινίκο.
Ανεβήκαμε στον κάμπο, φτάσαμε στου Σχινά το αλώνι κι ακούσαμε μια βοή, που ερχόταν, από τα κοπάδια, τα γιδοπρόβατα των Παναγουλαίων, που πήγαιναν στα χειμαδιά.
Τα κοπάδια ακολουθούσαν τσοπάνηδες, ευθυτενείς και γεροδεμένοι, με τις καπότες τους και τις μακριές γκλίτσες τους.
Τη μακρόσυρτη τούτη πομπή, έκλειναν οι γεροντότεροι που συνόδευαν τα φορτωμένα, με τα μικρά παιδιά και τις οικοσκευές, ζώα τους.
Φτάσαμε στο Πορί, ανεβήκαμε το Γολγοθά κι αντικρίσαμε το Βαλτεσινίκο. Περάσαμε τη βρύση του Καριάσκη, ροβολήσαμε τα καλντερίμια του Αγιωργιού και φτάσαμε στην αυλή του ευλογημένου σπιτιού της θειά παπαδιάς και των κοριτσιών της, που μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και καλοσύνη.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΣ

Το σπίτι της θεια παπαδιάς ήταν ένα καλοφτιαγμένο, όμορφο, καθαρό σπιτάκι, στο κέντρο περίπου του χωριού, κοντά στην πάνω πλατεία, με μια μικρή, πεντακάθαρη αυλή γύρω-γύρω είχε άνθη και φυτά και πάντοτε ήταν ασπρισμένη στις μάντρες και τα κούτελα των σκαλοπατιών.
Ανατολικά και δυτικά είχε δύο μεγάλα μπαλκόνια, που τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα κι ενώ τα κεραμίδια έσταζαν από το λιώσιμο του χιονιού, μας δέχονταν για διάβασμα και αλληλοβοήθεια. Τα μπαλκόνια τούτα ήταν πάντα στολισμένα με γλάστρες γεμάτες με αμπαρόριζες, βασιλικούς, τσετσεκιές, μόσχο και γαριφαλιές. Στο σταυρό του χειμωνιάτικου ένα κασόνι με φιλοξενούσε τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα και με ζέσταινε, με την θαλπωρή του τζακιού.
Στο αριστερό παραγώνι του χειμωνιάτικου ένα κρεβάτι φιλοξενούσε μόνιμα τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, το λεβέντη δάσκαλο και παπά Στάθη Τσεπενέκα, που τον καθήλωσε όταν ήταν στην υπηρεσία η ημιπληγία και τον κατέστησε ακίνητο και ανίκανο να εργαστεί. Η  γυναίκα του, το στήριγμά του, ήταν μια γυναίκα λεβέντισσα, ψηλόκορμη, με μαύρα μακριά μαλλιά και μαύρα μάτια.
Η θειά παπαδιά μας έστελνε στη βρύση, στον Άγιο Θανάση, να γεμίσουμε τη βαρέλα με νερό. Δεξιά του δρόμου που ανηφορίζαμε για τη βρύση βλέπαμε ένα άλλο αρχοντικό, διώροφο στολισμένο με γλάστρες, με τις αυλές του πεντακάθαρες και στην άκρη της αυλής ανθόκηπος.
Μέσα στο σπίτι ακούγονταν συχνά τραγούδια ή μαντολίνο. Ποιος να ήξερε πως το σπίτι τούτο θα γινόταν το οικογενειακό σπίτι της οικογένειάς μου και θα μου χάριζε τόσες χαρές !   
Το σπίτι τούτο ήταν του Στάθη Βραχνού, που υπηρετούσε δάσκαλος στο χωριό και το σχολείο του ήταν στη γειτονιά μας. Ακούγαμε από το σπίτι μας τη σφυρίχτρα του, όταν έκανε γυμναστική καθώς και το κουδούνι που σήμαινε την έναρξη του μαθήματος. Ο Στάθης Βραχνός είχε πλούσια πρακτική και θεωρητική κατάρτιση και πληθωρική αγάπη για τα παιδιά. Ήταν θαυμάσιος ψάλτης και τραγουδιστής με πολλά προσόντα κι άφησε εποχή στο Βαλτεσινίκο.
Απέναντι από το σπίτι της θειά παπαδιάς ήταν το περιβόλι του Βραχνού. Εκεί έρχονταν συχνά τα μικρά του κοριτσάκια, που πολλές φορές ανέβαιναν τη μάντρα κι έφταναν ως τη μέση και καθώς δεν μπορούσαν ούτε ν’ ανέβουν ούτε να κατέβουν, φώναζαν τη μητέρα τους να’ ρθει να τα βοηθήσει.
Πήγαινα τότε εγώ, τα’ πιανα από τις μασχάλες και τα κατέβαζα.
Ο δάσκαλος Βραχνός περνούσε καθημερινά έξω από το σπίτι μας, γιατί ο δρόμος των Αγίων Θεοδώρων δεν είχε ανοίξει. Με ΄’λεγε συχνά «Σταθάκη» και μου ’δινε καρύδια, που πάντοτε είχε στις τσέπες του.




Δεν υπάρχουν σχόλια :