Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΙΟ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ


    Διασκευή από το Μαρίνη Πολυχρονόπουλο

         Αρχές της άνοιξης του   σωτήριου  έτους 1962 ο Γληγόρης , ο βιολιτζής,             ( Γρηγόριος Αθανασίου Πολυχρονόπουλος ) ,έχοντας βαριές οικογενειακές υποχρεώσεις  στην πλάτη του, πολύτεκνος γαρ ,αποφασίζει από κοινού με τον επιστήθιο φίλο του ,το Μαρουτογιώρη  ( Γεώργιο Νταρζάνο )  επίσης οργανοπαίχτη , που έπαιζε λαούτο, να κατέβουν στα πεδινά της   Κορινθίας ,μπας και βρούνε κανένα μεροκάματο . Στο χωριό  σχεδόν όλα συνέχιζαν  ακόμη τη χειμερία νάρκη τους και δουλειές δεν φαίνονταν στον ορίζοντα. Αλλά και η χώρα βίωνε στο πετσί της τα δύσκολα ακόμη τότε πέτρινα χρόνια .
Για το λόγο αυτό ,αφού ετοίμασαν τα άλλα μπογαλάκια τους μαζί με τα ελάχιστα χρήματα που είχαν για τις πρώτες τους ανάγκες,  πήραν και τα μουσικά τους όργανα. Γι’ αυτό κι ο Γληγόρης πήρε μαζί του και την κόρη του Ελευθερία ( Λεφτέρω )  που τότε  δεν  είχε κλείσει τα είκοσί  της  και όντας  προικισμένη από τη φύση με  μια γλυκιά –ζεστή  μεταλλική φωνή  είχε  αρχίσει να κάνει τα πρώτα  δειλά βήματα της στο δημοτικό τραγούδι., κάτω φυσικά από τη δική του άγρυπνη καθοδήγηση .Ο Γληγόρης με το βιολί και το τραγούδι του ,ο Μαρούτας με το λαούτο του θα κρατούσε το ρυθμό  στο βιολί και η Λεφτέρω  με τη μελωδική και εκφραστική της φωνή και το ντέφι της θα μεράκλωναν τους μουσικόφιλους και θα τους διασκέδαζαν .
Την ημέρα θα δούλευαν στο σκάψιμο της σταφίδας και στα αμπέλια και τα σαββατόβραδα θα έπαιζαν  τα δημοτικά τραγούδια στα διάφορα μαγαζιά και καφενεία των παραλιακών  χωριών . Έτσι  υπολόγιζαν πως θα κάλυπταν τα μικροέξοδά τους  από τα κεράσματα και τα φιλοδωρήματα  των χορευτών και φίλων του δημοτικού τραγουδιού. Σε αυτό πρόβλεψαν σωστά.
 Αυτά υπολόγιζαν να κάμουν, οι γκαρδιακοί φίλοι Γληγόρης και Μαρούτας , αλλά τα πράγματα δεν εξελίσσονται ,όπως τα σχεδιάζουμε  πολλές φορές γιατί:  Άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων ,άλλα ο Θεός κελεύει .Από όσα συνέβηκαν παρακάτω θα καταλάβετε το γιατί.
 Το πολύωρο ταξίδι ήταν για αυτούς μια μικρή πράγματι Οδύσσεια, ένα μαρτύριο .Δε διέφερε και πολύ από το « Θίασο  » του Θόδωρου Αγγελόπουλου .Ξεκίνησαν απ’ τη Γλανιτσιά αχάραγα και έκοψαν εισιτήριο ως  το Πράσινο της Γορτυνίας. Από εκεί φορτωμένοι  με τις αποσκευές τους  κατέβηκαν τον  ποδαρόδρομο για τη Λιβέριζα και περίμεναν το διερχόμενο λεωφορείο της Τρίπολης για τα Μαζέικα – Καλάβρυτα. Σαν ήρθε ,ανέβηκαν και μετά από δυο ώρες έφτασαν στα  ηρωικά Καλάβρυτα. Διέσχισαν την πόλη  πεζή και έφτασαν στο σιδηροδρομικό σταθμό και μετά από λίγο  αναχώρησαν  με τον οδοντωτό  για την Ακράτα. . Από εκεί κατέβηκαν πεζή ως την παραλία της Ακράτας. Εκεί θα περίμεναν το διερχόμενο λεωφορείο του Αιγίου  για την Αθήνα  για να τους αφήσει στο Δερβένι της Κορινθίας και πάλι βλέπουνε .
 Κατά το απόγευμα φτάνουν τελικά στο Δερβένι.  Κατεβαίνουν απ ‘το λεωφορείο και κατευθύνονται σε ένα καφενείο . Αφού παρήγγειλαν καφέδες  , κάθονται  σε ένα τραπεζάκι  και γνωστοποίησαν  στους θαμώνες του καφενείου ποιοι ήσαν και το σκοπό της  καθόδου τους στην Κορινθία.
Εκεί για καλή τους τύχη, μπαίνει στο καφενείο κι ένας  παπάς ηλικιωμένος με άσπρα γένια και μαλλιά ,με μέτριο ανάστημα ,αλλά  πολύ  κοινωνικός ,φιλόξενος και  καλλιεργημένος ,όπως αποδείχθηκε .Κάθεται σε ένα διπλανό τραπέζι και παραγγέλλει ένα τσάι του βουνού.
  Βλέποντας τους ξένους  από απλή περιέργεια ,ρωτά δυνατά τον καφεπώλη ποιοι είναι και τι γυρεύουν στα μέρη τους .
 – Γιάννη ,έτσι φώναζαν  τον καφετζή , ποιοι είναι οι ξένοι μας και τι θέλουν;
  - Πάνω από τη Γορτυνία κρατάνε ,μας είπαν, και ψάχνουν για εργασία στα χτήματα  τώρα που ανοίξαν οι δουλειές στις σταφίδες και στα αμπέλια,,του ανταπαντά πρόθυμα  ο Γιάννης
.-  Α, κάνει ο παπάς, καλά που μου το’πες . Θέλω  κι εγώ εργάτες για τη σταφίδα  μου, ίσως και από αύριο μιας έκοψαν οι βροχές  και μαλάκωσε   ο καιρός.  Ό, τι πήραν μέχρι τώρα  και όσα σου παραγγέλλουν οι ξένοι μας κερασμένα από μένα. Ύστερα  ζύγωσε με το  ποτήρι με το τσάι του στο τραπέζι τους και τους συστήθηκε:
 - Καλώς ορίστε στα μέρη μας. Είμαι ο παπα- Χρήστος από το γειτονικό χωριό το Στόμιο .Από αύριο  σας παίρνω στη δούλεψή μου  ,αν θέλετε  να μου σκάψετε  τη σταφίδα.. Ο Γληγόρης, ως μεγαλύτερος,  του ανταπαντά :
- Ευχαρίστως  παπά , να εργαστούμε στο χτήμα σου. Μα όπως βλέπεις  βραδιάζει. Πρέπει πρώτα κάπου  να καταλύσουμε ,ύστερα να δειπνήσουμε για να είμαστε αύριο έτοιμοι για δουλειά .
.-  Μα ευλογημένε  ,έξω θα σας αφήσουμε  ; Σας αναλαμβάνει από απόψε ο παπα- Χρήστος. Θα πάμε στο σπίτι μου και θα σας περιποιηθεί η κυρα –Μαρία, η πρεσβυτέρα μου.  Φαίνεστε  κουρασμένοι απ’ το πολύωρο ταξίδι. Μάλιστα και της  κόρης  σου  νυστάξανε τα ματάκια  της. Μαζέψτε  λοιπόν τα μπαγκάζια σας και έφτασα σε  λίγο να φέρω από την παραλία  ,που έχω αραγμένο ,το αυτοκίνητό μου να πάμε σπίτι μου. Μάνι-μάνι  μαζέψαμε τα μπογαλάκια μας, καληνυχτίσαμε το καφετζή και τους πελάτες του και βγήκαμε στην έξοδο . Κάτι  όμως πήρε  το αυτί του Μαρούτα από έναν θαμώνα του μαγαζιού και το ξεφουρνίζει  στο Γληγόρη :
-Ανέ Γληγοράκο σταθήκαμε τυχεροί . Τα’κουσα  που το’ λεγε  ο κύριος ,που έπινε  μόνος του τη μπύρα στη γωνία . Ο παπάς είναι λεβεντόπαπας  , καλοπληρωτής   και φιλόξενος και έχει το μεγαλύτερο χτήμα  σταφίδας  στο Στόμιο.  Ανέ θα κάνουμε πολλά μεροκάματα στο αρχοντικό του. Ο Γληγόρης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του φανερά ικανοποιημένος.
Ο παπάς ξανάφανε με ένα αγροτικό μάρκας ντάτσουν ,τους κόρναρε και ύστερα  βάλανε βιαστικά τα πράγματά τους στην καρότσα και ανέβηκαν οι άντρες και μπήκε στη θέση του συνοδηγού  η Λεφτέρω . Βάζει  κι ο  παπα-Χρήστος μπροστά  τη μηχανή και σε κάνα μισάωρο φτάνουν στο Στόμιο  και στο σπίτι του .Είχε  πια βραδιάσει για τα καλά. Ήταν ένα σπίτι διώροφο με  ξύλινα μπαλκόνια  στο ανώγειο και αποθήκες στο ισόγειο .Ακολουθήσαμε τον παπά και ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα και φτάσαμε στο μεγάλο μπαλκόνι και στην κεντρική πόρτα εισόδου.
 – Αφήστε τα μπαγκάζια σας εδώ ,δεν τα παίρνει κανείς και ελάτε μέσα,μας λέει ο παπάς .  Χτύπησε  με το χέρι του την πόρτα δυνατά ,καλώντας την πρεσβυτέρα του:  - Μαρία, ε Μαρία , για  άνοιξε ,έχουμε μουσαφιραίους .Σε λίγο μια καλοστεκούμενη γερόντισσα ξεκλείδωσε την πόρτα ,ξεπρόβαλε και μας καλωσόρισε :
- Κοπιάστε στο σπιτικό μας και απευθυνόμενη στον παπά του λέει:
 - Αιδεσιμότατε πάρε την νταμιτζάνα και πιάσε από το βαγένι φρέσκο κρασί να πιούνε οι ξένοι μας  και εγώ θα τους βράσω  χυλοπίτες να ζεσταθούν  και λίγο παστό να στυλωθούν .
Μας πέρασε ύστερα στο χειμωνιάτικο ,όπου σιγόκαιγε στο τζάκι η θρακόβολη, και μας κέρασε πρώτα  ρακί .  Τόσο το ζεστό  περιβάλλον της οικίας όσο και το φιλικό και ανθρώπινο περιβάλλον  του οικοδεσπότη  και της πρεσβυτέρας του και κυρίως αυτό μας γέμισε αισιοδοξία  και μας έκανε να ξεχάσουμε  την ολοήμερη ταλαιπωρία που περάσαμε. Αφού δειπνήσαμε με τα αφεντικά μας  και  αλληλογνωριστήκαμε  για τα καλά κουβεντιάζοντας  για  ώρες ,πίνοντας το γευστικότατο κρασί  παρέα με τον παπα-Χρήστο ,πήγαμε αργά  για ύπνο .
Το πρωί ,πριν σκάσει ο ήλιος, ακούσαμε τη μηχανή του να μουγκρίσει. Πεταχτήκαμε γρήγορα απ ‘ τα κρεβάτια μας  και ετοιμαστήκαμε και μπήκαμε στην τραπεζαρία .Η παπαδιά είχε ετοιμάσει για όλους ένα πλούσιο πρωινό  με καφέ . Τσιμπολογήσαμε ,ήπιαμε τον καφέ μας και σε λίγο ανεβήκαμε στο αγροτικό του παπα- Χρήστου και ντουγρού για τη σταφίδα του . Πηδήσαμε απ’ το αγροτικό   και  τον ακολουθήσαμε  ,που άνοιξε την βαριά σιδερένια πόρτα της περίφραξης .
 Το χτήμα του παπα- Χρήστου  , ήταν καμιά δεκαπενταριά στρέμματα. Ήταν  στον κάμπο ,επίπεδο  και  συρματοπλεγμένο   ολοτρόγυρα . Όμως  ,επειδή είχε  βρέξει το προηγούμενο φεγγάρι  για  πάνω από είκοσι συνεχόμενες ημέρες  , ήταν αρκετά βαρύ  και οι αξίνες με δυσκολία σηκώνονταν . Αλλά και οι δυο  τους , δεν αναφέρομαι στη Λεφτέρω   , δε φημίζονταν και οι πιο γεροί και δυνατοί εργάτες για μεροκάματο απ’ το χωριό μας. Έβαλαν όμως τα δυνατά τους, κόπιασαν πολύ να μη δυσαρεστήσουν το αφεντικό τους και τους διώξει .
 Το μεσημέρι πήρανε μια ανάσα ,όταν ο παπα-Χρήστος τους κάλεσε να γευματίσουν τον καλοτηγανισμένο μπακαλιάρο με  την σκορδαλιά της παπαδιάς. Τον απόλαυσαν και κατέβασαν  οι άντρες σα νερό από την αποστασίλα τους και μερικές γερές κούπες απ’ το κοκκινέλι του παπά για να σφίξουν τα νεύρα τους και να τονωθούν  και του ευχήθηκαν καλές σοδειές . Μετά οι άντρες έγειραν για ημίωρη ανάπαυση για να  τον χωνέψουν  ,ενώ η  Λεφτέρω ,ξεπλένοντας   πρόχειρα  τα πιάτα, της παπαδιάς  ,έπιασε ένα παραδοσιακό  τραπεζιτικό :
          Μάνα με κακοπάντρεψες και με  ' ριξες στους κάμπους.,
          κ ΄ εγώ τους κάμπους δε βαστώ ,ζεστό νερό δε πίνω.
          Θα μαραθούν τα χείλη μου , θα κιτρινοφυλλιάσουν,
          Από το κρύο το νερό ,την κάψα τη μεγάλη.
          Στους κάμπους κούκος δε βαρεί, τ ' αηδόνι δε το λέει.
Της ήταν όμως  φαίνεται γραφτό ,  να  παραμείνει μόνιμα  στους κάμπους!!!
 Τα κουτσοβόλεψαν  για σήμερα,  σκάβοντας με τις αξίνες ως τη δύση του ήλιου.  Άστρι με άστρι !!!
 Ο παπα- Χρήστος ,δεν έμεινε και απόλυτα ευχαριστημένος από τη δουλειά τους ,αλλά δεν το έδειχνε και δεν τους είπε τίποτα να μην τους στενοχωρήσει.
-Αφήστε τις τσάπες στην αποθηκούλα κι ελάτε, ευλογημένοι ,να μαζευτούμε  ,
αρκετά για σήμερα  Σκοτείνιασε και αύριο ημέρα  του Θεού ξημερώνει .
 Γρήγορα ανεβήκαμε στο αγροτικό και επιστρέψαμε στο χωριό και στο σπιτικό του παπά.
 Άψητοι απ’ τη βαριά δουλειά  που τους έπεσε,  καθώς ήταν μετά από μήνες ραθυμίας , δεν είχαν ανάκαρο ούτε τα πόδια τους να σηκώσουν  και να αλλάξουν βήμα.. Μπήκαν αμίλητοι στην κάμαρά τους  και ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους. Λίγο αργότερα η παπαδιά τους κάλεσε να δειπνήσουν . Η Λεφτέρω  εντελώς άμαθη και άψητη σε αυτή την κοπιαστική δουλειά ξάπλωσε σε ένα ντιβάνι και αποκοιμήθηκε . Ούτε νερό δε ζήτησε.!!!
 Οι άντρες  όμως σηκώθηκαν και πήγαν στην τραπεζαρία όπως-όπως .Τους ένοιαζε μήπως τους σχολάσει ο Παπα-Χρήστος και μείνουν μπουκάλα . Και τότε τρέχα ,γύρευε άλλον εργοδότη. Πήγαν περισσότερο να διερευνήσουν τις προθέσεις του παπά για την αυριανή ημέρα .Θα τους κρατήσει άραγε ; Θα  το μάθουν  μάλλον από απόψε;
Την επόμενη εβδομάδα η συνέχεια 
Η παπαδιά τους πρόσφερε  αχνιστές χυλοπίτες με μπόλικη σπιτική μυζήθρα και ήπιαν όσο τραβούσε η όρεξή τους άφθονο κοκκινέλι  με το παπά. Σα λύθηκε η γλώσσα τους απ’ το  κρασί ,παίρνει το λόγο ο Γληγόρης :
-Λαδή ( δηλαδή ) παπά πεθάναμε σήμερα . Το χωράφι είναι βαρικό και το χώμα ασήκωτο απ’ τις πολλές βροχές ,δεν έχει στραγγίσει ακόμη και κουραστήκαμε πολύ με το σκάψιμο .Να μας συμπαθάς ,αν δεν έμεινες ευχαριστημένος απ’ την απόδοσή μας. Το κορίτσι μου ,μικρό και άμαθο  το πήραμε να μας συγυρίζει περισσότερο και λιγότερο για μεροδούλι. Αν δε σου κάνει ,ας μείνει στο σπίτι να βοηθάει την παπαδιά στο νοικοκυριό. Δε θέλουμε κανονική πληρωμή . Ό,τι θέλεις ,δώσ’ της.
 Ο Μαρούτας συμπληρώνει το Γληγόρη :
- Ανέ  παππούλη έχει δίκιο ο Γληγόρης  το χτήμα είναι βαρύ ακόμη .Ανέ μη στενοχωριέσαι όμως ,ανέ  εμείς θα στο σκάψουμε  σίγουρα  αλλά  με το μαλακό και  να  μην αφήσουμε τα κόκαλα μας εδώ. Μας περιμένουν  και  τα βυζανιάρικά  να επιστρέψουμε στο χωριό το Πάσχα , στην  Ανάσταση .
  - Α για την Ελευθερία ,μπορώ να ειπώ ,δεν έχω παράπονο ,σκάβει και αγωνίζεται σαν άντρας ,τους λέει ο παπα-Χρήστος και συνεχίζει ,για σας τους δύο όμως έχω τις επιφυλάξεις μου. ‘Εχετε  δίκιο  πως το χώμα της σταφίδας ,είναι νοτισμένο , σας πέφτει λιγάκι βαρύ απ΄τις πολλές βροχές  και δεν έχει στραγγίσει ακόμη .Μέρα με τη μέρα ,όσο ο ήλιος ζεσταίνει ,τότε θα ελαφρύνει το χώμα και θα σκάβεται η σταφίδα καλύτερα.  Νομίζω  όμως πως στο χωριό σας θα σας ονομάζουν επαγγελματίες  τεμπέληδες  και δε θα έχουν κι άδικο. Αυτό φαίνεται από το πώς κρατάτε την τσάπα. σας , σαν ατζαμήδες και πρωτάρηδες. Ας είναι όμως θα δούμε κι αύριο πώς θα τα πάτε και πάλι εδώ είμαστε να το συζητήσουμε.
 -  Λαδή δεν εγκλιματιστήκαμε ακόμη παπα- Χρήστο, προσαπάθησε να δικαιολογηθεί ο Γληγόρης , αλλά δεν  τον έπεισε  και  συνέχισε : Ίσως  αύριο θα έχεις αλλάξει γνώμη για μας.
Καληνύχτισαν το αφεντικό τους και πήγαν για ύπνο συλλογισμένοι την αυριανή ημέρα ,όπου θα πρέπει να υπερβάλλουν εαυτούς για να έχουν ελπίδα να μείνουν στη δουλειά.
Σηκώθηκαν με το μούγκρισμα της μηχανής του σκληροτράχηλου γιαπωνέζικου αγροτικού,  ετοιμάστηκαν γρήγορα ,ήπιαν τον καφέ τους ,καλημέρισαν τον παπα- Χρήστο  και  ανέβηκαν στην καρότσα  με προορισμό το χτήμα του με την σταφίδα . Εδώ θα δώσουν τη μάχη τους και τις εξετάσεις τους κάτω  από το άγρυπνο και έμπειρο μάτι του παπα- Χρήστου.
 Σα φτάσανε και μπήκαν στη σταφίδα ,ο παπα-Χρήστος ,πριν αρχίσουν το σκάψιμο, ξεβραχιονίστηκε, πήρε μια τσάπα ,( αξίνα )  την ύψωσε ύστερα στον ουρανό και την κατέβασε με δύναμη  κάθετα στο χώμα . Μετά γυρίζει και τους λέει : -Να έτσι θα σκάβετε τη γη ,κατεβάζοντας με δύναμη την τσάπα ,ώστε να σχίζει το χώμα βαθιά. Να υψώνετε  την τσάπα και να της δίνετε αέρα ,να την ορίζετε  και όχι να σας ορίζει , κρατώντας την σταθερά με τις δυο σας παλάμες. Να έτσι ,όπως σας δείχνω.  Αρχίστε  και το βράδυ θα δούμε τι ψάρια πιάνετε.  
Δε βγάλαμε άχνα. Όταν πήρε το αγροτικό του και αναχώρησε ,τότε ο Γληγόρης σταματάει το σκάψιμο ,ενώ οι άλλοι συνέχιζαν και απευθυνόμενος στο Μαρούτα του λέει :
-Νοικοκύρης λαδή ο παπάς  ,Μαρουτάκο ,μα και απαιτητικός . Δε θα βγούμε ζωντανοί από εδώ μέσα. Εμένα με έπιασε η μέση μου απ’ το σκύψιμο Εμείς δεν είμαστε γεννημένοι για τόσο βαριές δουλειές,  λαδή είμαστε καλλιτέχνες . Αυτή τη δουλειά λαδή ξέρουμε καλά να κάνουμε  ξεκούραστα . Ή παπάς -παπάς ή ζευγάς –ζευγάς . Λαδή μέχρι κι αύριο θα σκάβουμε τη σταφίδα του παπά. Αφού πληρωθούμε,  για να’ χουμε τα εισιτήρια , επιστρέφουμε στο χωριό μας, αν στο μεταξύ δε βρούμε  ταβέρνα ή καφενείο  να παίξουμε μεθαύριο που είναι  το Σαββατόβραδο.
-  Ανέ  Γληγόρη καλά  ο παπάς μάς μυρίστηκε ότι είμαστε ψευτοδούληδες .  Έχεις δίκιο και συμφωνώ μαζί σου ,αλλά με ποια δικαιολογία   θα αφήσουμε τον παπά  στην μέση,  που  είναι φιλόξενος ,τόμπρος και δίκιος  άνθρωπος;
- Μέχρι αύριο κάτι θα σοφιστώ για να πληρωθούμε κανονικά τα μεροκάματα και να  φύγουμε ειρηνικά για αλλού. Ας σκάψουμε όπως μπορούμε σήμερα .
Ίδρωναν και ξαναΐδρωναν  και η μέρα δεν έλεγε να μαζεύει. Τους φαινόταν χρόνος, ολόκληρος αιώνας και ο ήλιος αργούσε να βασιλέψει .
 Η Λεφτέρω  κατάκοπη και λουσμένη στον ιδρώτα ,σταμάτησε το σκάψιμο και στηριγμένη  στο στειλιάρι της τσάπας της θυμήθηκε και  πιάνει χαμηλόφωνα ένα παλιό τραπεζίτικο  τραγούδι της εργατιάς . Το τραγούδι  που  είναι ποτισμένο με τον κόπο και τον ιδρώτα του εργάτη  και του αγρότη , που  μιλάει  κατάβαθα στην ψυχή του και  του ανοίγει διάπλατα το σφιχτοκλεισμένο του στόμα :

 Ήλιε μου τι μαρμάρωσες ,δεν πας να βασιλέψεις ;
Σε καταριέται η εργατιά ,του κάμπου οι δουλευτάδες,
π’ άλλοι δουλεύουν για ψωμί κι άλλοι για προσφάγι
κι ένας γέρος παλιόγερος για μια χούφτα ταμπάκο.

Ο Γληγόρης κι ο Μαρούτας  πέταξαν τις τσάπες τους πάνω στα  κουτρούλια  και απόλαυσαν το τραγούδι γέρνοντας πάνω στο  φρεσκοσκαμμένο  και ποτισμένο με  τον ιδρώτα  τους χώμα της μάνα γης. Ήταν ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα , μια ευχάριστη στιγμή . Ύστερα και οι τρεις τους, σαν να τονώθηκαν λιγάκι,  ξανάπιασαν τις τσάπες τους και συνέχισαν  πιο δυνατά τον αγώνα τους.
Λυτρώθηκαν ,όταν κι ο παπα-Χρήστος, ερχόμενος απ’ το Στόμιο  και  πατώντας εκκωφαντικά  το κλάξον του ντάτσουν , έδωσε τη λήξη για σήμερα. Αμέσως άφησαν  τις τσάπες τους  στην αποθηκούλα και επέστρεψαν  στη βάση τους με χέρια  γεμάτα με καντήλες  απ’ τις τσάπες  και ματωμένα απ ' τα βάτα  και  προβληματισμένοι .Τα πήγαν καλύτερα σήμερα ή χειρότερα; Ποια να’ναι άραγε η γνώμη του εργοδότη τους; Αυτό θα φανεί το βράδυ στο δείπνο.
Εκεί ο παπα- Χρήστος ήταν αρκετά αυστηρός αλλά  και ειλικρινής μαζί τους.
– Με έξι μεροδούλια  θα είχα σκάψει τη μισή σταφίδα κι εσείς δεν έχετε σκάψει ούτε τα δυο στρέμματα απ’ τα δεκαπέντε .Σας δίνω μια ακόμη  ευκαιρία για αύριο , τους λέει .    
 Ξημέρωσε και η επόμενη ημέρα και οι τρεις με το πρώτο φως του ήλιου βρίσκονταν στη σταφίδα του παπά και έβαλαν τα δυνατά τους ,ξεπερνώντας και τα όριά τους . Αλλά ,είπαμε ,το σκάψιμο θέλει δυνατούς και έμπειρους σκαφτιάδες. Αργά  το μεσημέρι έρχεται κι ο παπα-Χρήστος και τους φωνάζει να έρθουν  να γευματίσουν και να ξαποστάσουν για λίγο.
- Ελάτε  να φάτε και σας έχω σήμερα φρεσκότατα ψάρια –μπαρμπούνια ,που βρήκα στην παραλία του Στόμιου  και τα τηγάνισε  η πρεσβυτέρα. μου , τους λέει.
 Κάθισαν κατάχαμα ,όπως και τις προηγούμενες μέρες  και η Λεφτέρω ,άπλωσε μια μεγάλη πετσέτα και σέρβιρε στο πιάτο του καθενός από ένα ροδαλό μπαρμπούνι, που μύριζε θάλασσα.
Απ' την αποστασίλα ,την πείνα και την ασυφτασίλα του ο Γλήγορης πνίγεται, γιατί  φαίνεται να κατάπιε κάποια βελόνα .Πετάγεται πάνω γρήγορα και απομακρύνεται τρέχοντας  για να μην κόψει την όρεξη των υπολοίπων και φτάνοντας στην άκρη της σταφίδας ,βάζοντας το δάχτυλο στην καταψιώνα  του προκαλεί εμετό. Αναστατωμένη τρέχει γρήγορα κοντά του η κόρη του Λεφτέρω και του προσφέρει λίγο νερό. Ο Γληγόρης πιάνοντας την κοιλιά του και σφαδάζοντας δήθεν απευθύνεται στον παπα- Χρήστο :
- Λαδή κακό που μο’κανες παπά ,μας δηλητηρίασες παπά  Πάνε τα παιδάκια μου, μείνανε ορφανά.  Ο Μαρούτας ,παμπόνηρος καθότι Νταρζάνος , πιάνοντας το υπονοούμενο του Γληγόρη , λέει στον παπά :
- Κι εμένα σα να  βάρυνε το στομάχι μου ,λες να δηλητηριαστήκαμε  ομαδικά.;
 Ο παπάς τα  έχασε, τα χρειάστηκε . Λες η παπαδιά  του, που δεν καλοβλέπει ,άθελά της,  να τα αλάτισε με κανένα φυτοφάρμακο ; Αλλιώς δεν εξηγείται .  Κύριος οίδε ;   Στο μεταξύ ο Γληγόρης συνέχιζε να φτύνει και να κάνει πως τον κόβει η κοιλιά του .
 – Κάνε  γρήγορα παπά , βάλε το αγροτικό να φύγουμε για το σπίτι και μετά να φύγουμε  για το νοσοκομείο .
-Αχ παιδάκια μου ,τι μού έμελλε να πάθω; συνέχισε να κλαψουρίζει.
Ο παπα-Χρήστος ,αμήχανος και ταραγμένος , τους μεταφέρει στο σπίτι του και όλοι μαζεύουν γρήγορα τα μπαγκάζια τους ,ενώ ο Γληγόρης κάνει ακόμη πως σφαδάζει απ’ τους πόνους. Ο Μαρούτας τότε παίρνει απάνω του την υπόθεση και λέει του παπά :
- Αιδεσιμότατε , δυστυχώς όπως εξελίχτηκαν  τα πράγματα ,εμείς θα πάρουμε ταξί για το νοσοκομείο της Κορίνθου και δεν ξέρουμε  τι θα συναντήσουμε εκεί με τον άρρωστό μας . Σε παρακαλώ να μας ξοφλήσεις ,πληρώνοντας κανονικά και το σημερινό μας μεροκάματο και ανέ παρακάλα το Θεό να γλυτώσει  ο Γληγόρης , αλλιώς μπλέκουμε με τους γιατρούς και ανέ τότε κλάψε μας..
Ο παπά-Χρήστος έντρομος ,χωρίς  άλλη  σκέψη τους πληρώνει κανονικά και τους πετά με το αγροτικό στην παραλία  και από καρδιάς τους κατευοδώνει λέγοντάς τους:
-Έχετε την ευχή μου τέκνα μου . Περαστικά σου Γρηγόριε . Θέλω να με ενημερώσετε για την υγεία σου .Σαν περάσει η τροφική  δηλητηρίασή  του ,ξαναελάτε να εργαστείτε στη σταφίδα μου , κι όπως  μπορείτε . Θα σας περιμένω ως τη Δευτέρα. Βλέπετε  κι εγώ  σας συμπάθησα .
 Αυτά είπε και σα να ξαλάφρανε λιγάκι . Ένα βάρος πρέπει να  έφυγε από πάνω του.    
Στο μεταξύ ο Μαρούτας βρίσκει  ένα αγοραίο  διαθέσιμο και αναχωρούν με κατεύθυνση προς την Κόρινθο. Σταμάτησαν  όμως στο μεθεπόμενο χωριό ,στο Καμάρι .Μπήκαν σε μια ταβέρνα για να διαπραγματευτούν με το ταβερνιάρη τους όρους να παίξουνε το Σαββατόβραδο στο μαγαζί του ,τη μόνη δουλειά που γνώριζαν  να κάνουν σχετικά καλά, αφήνοντας το σκάψιμο κατά μεριά για άλλους πιο ειδικούς. ΄Οσο για το Γληγόρη  πολύ γρήγορα γιατρεύτηκε απ’την  ανεξιχνίαστη τροφική  δηλητηρίαση ,που τον βρήκε  ξαφνικά  !!!  Όμως ούτε λόγος  για επιστροφή  στη σταφίδα του παπα-Χρήστου στο Στόμιο της Κορινθίας. Άνοιξε  όμως και η τύχη της  Λεφτέρως  μας. Γνωρίστηκε κι αγάπησε ένα νιο απ’ το Καμάρι  και    
 εγκαταστάθηκε  μόνιμα εκεί ,εγκαταλείποντας  για πάντα την τραχιά και άγονη γη του χωριού μας.               

10 σχόλια :

nis είπε...

Επαναλαμβάνω την παράκληση για σχόλια επί του θέματος και επώνυμα η
τουλάχιστον με τα γνωστά σας ψευδώνυμα

Ανώνυμος είπε...


Διάβασα αυτή την αφήγηση ομολογουμένως με κάποια λύπη. Είναι αντίγραφο εκατοντάδων όμοιων περιπτώσεων, ίσως και πιο δραματικών, που έχουν βιώσει οι συγγενείς και πατριώτες μας στα ίδια εκείνα χρόνια. ΄Ηλιο με ήλιο ο πατέρας μου και όλοι σχεδόν οι συγχωριανοί μας έχυνα αίμα και ιδρώτα για πενταροδεκάρες, στην Κορινθία, στο Αίγιο, στην Αγορέλιτσα και αλλού.
Για τις αντοχές τους αισθάνομαι θαυμασμό και λύπη για την εκμετάλευση!

Ανώνυμος είπε...

Το κακό είναι ότι το ξενοδούλι υπάρχει και σήμερα με άγρια εκμετάλλευση και μπολιασμένο με άλλες ξενόφερτες μορφές βίας που φτάνουν μέχρι τη δολοφονία. αδιαφορήσαμε για τον κανιβαλισμό της κοινωνίας, ιδιαίτερα γιατί ήταν ξένοι και φευ 'κατώτεροι" από εμάς, και να που ήρθε ο καιρός, δημιουργηθήκανε οι κατάλληλες συνθήκες να δούμε τα ενδόσπορα να βλαστάνουν πάλι, και να απειλούν να αποτελέσουν πληγή στο δικό μας πλέον σώμα, στα δικά μας παιδιά.
*

ΑΡΗΣ είπε...

ΤΩΡΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΉΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΡΟΔΟΥΛΙ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΑΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΑΝΩΝΥΜΕ 11:06 ΤΙ ΤΗΝ ΗΘΕΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΦΕΡΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ ? ΤΑ ΞΕΡΟΥΜΕ.
ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΡΑΦΟΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΦΕΡΝΟΥΝ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΟΤΙ ΕΧΟΥΝ ΒΙΏΣΕΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΜΑΘΡΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΘΥΜΩΜΑΣΤΕ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΟΣΟ ΘΑ ΖΟΥΜΕ. ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ ΟΤΙ ΤΗ 10ΕΤΙΑ ΤΟΥ 1950 ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΗΓΑΙΝΑΝΕ ΣΤΟ ΑΙΓΙΟ ΓΙΑ ΣΚΑΛΟ ΕΛΙΕΣ ΣΚΑΨΙΜΟ ΜΕΤΑ ΠΟΔΙΑ ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ 2 ΗΜΕΡΕΣ

κουκος είπε...

πολυ καλη η αφηγηση του μαρινη....και το θεμα καλο

Ανώνυμος είπε...

την ιστορία δεν την μαθαίνουμε για την ιστορία.δεν την αποστεονεις από την σημερινή πραγματικότητα,μας φωτίζει να αποφύγουμε λάθη μελλοντικά,γιατί αν από ιστορία αφαιρεθεί η αλήθεια γίνεται μυθιστόρημα .
*

Ανώνυμος είπε...

τι νεα από το χορό?

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετική η περιγραφη
το καλύτερο κείμενο του Μαρινη
πκ

Ανώνυμος είπε...

Αν ειτανε και το κρασι που φτιανει σαν το γραφτο του .....

Ανώνυμος είπε...

Δεν έχει ολοκληρωθει καιπαρ όλα αυτά είναι πολύ ωραίο με καλή πλοκή με πρόσωπα ζωντανά που τα βλέπεις μπροστά σου.