Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Β΄. Τ’ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ


Το 1965 εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΄΄ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ΄΄ Βιβλιοπωλείο ο ΄΄ΠΑΝ΄΄ το βιβλίο του αείμνηστου Χρήστου Γ. Κωνσταντινόπουλου ΄΄ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ-ΜΥΓΔΑΛΙΑ (ΑΡΚΑΔΙΑΣ)΄΄.
Από το σπουδαίο αυτό βιβλίο, μεταφέρω από το κεφάλαιο Β΄ τις παραγράφους
Ι και ΙΙ

Ι.  ΓΕΝΙΚΑ 
Είναι πολύ φυσικό, όταν γράφουμε την ιστορία ενός τόπου, ν’ αρχίζουμε απ’ τ’ αρχαία χρόνια. Αναζητούμε τις ιστορικές ρίζες του χωριού μας στα παλιά χρόνια κι όταν ακόμα δεν έχουμε κανένα στοιχείο που να μας βεβαιώνει για την ύπαρξή του. Θέλουμε να δούμε όχι μόνο από πότε υπάρχει το χωριό μας, αλλά και ποιες άλλες ανθρώπινες υπάρξεις κατοίκησαν στον τόπου που σήμερα είναι χτισμένο, αν ακμάσανε ποτέ στα μέρη αυτά πόλεις ή χωριά, ποιες ήταν, πότε έζησαν και ποιο πολιτισμό είχαν αναπτύξει οι κάτοικοί τους. Έτσι γίνεται συνήθως με όσους ασχολούνται με την τοπική ιστορία. Παλιότερα μάλιστα, στα μετά την απελευθέρωση χρόνια, όσοι ασχολήθηκαν με τέτοιου είδους ιστορία, τη «θεωρία» αυτήν την είχαν αναγάγει σε δόγμα, ας πούμε.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενδιαφέρονταν μονάχα να πληροφορηθούν από πότε υπάρχει το χωριό τους και δεν ικανοποιούνταν μονάχα με τα ιστορικώς βεβαιωμένα γεγονότα. Αναζητούσαν κυρίως την αρχαιότητα και το μεγαλείο της. Έδειχναν όχι μόνο υπομονή  σ’ αυτό μα και εξαιρετική επιμονή. Επιστράτευαν  αρχαίους συγγραφείς και τους περιηγητές της Τουρκοκρατίας για ν’ αποδείξουν κυρίως εκείνο που επιθυμούσαν : ότι εκεί που σήμερα είναι χτισμένο το χωριό τους, ή, τέλος πάντων, εκεί κοντά, υπήρχε στην αρχαιότητα το δείνα χωριό ή η τάδε κώμη. Πολλές φορές αντί να ωφελήσουν έβλαψαν με το σύστημα αυτό της έρευνας. Μεταβάλλονταν, ερασιτέχνες αυτοί, σε περισπούδαστους αρχαιολόγους. Ο καθένας έκανε και μια δική του τοποθέτηση, έτσι που να’ χουμε τόσες τοποθετήσεις αρχαίων χωριών ή πόλεων όσοι σχεδόν και εκείνοι που’ γραψαν τοπική ιστορία.
Ο λόγος ήταν σχεδόν πάντα το πνεύμα του τοπικισμού, η σπουδαιοφάνεια και, ακόμα, ο σωβινισμός. Ήθελαν με κάθε τρόπο ν’ αποδείξουν ότι είμαστε οι κατευθείαν συνεχιστές του αρχαίου «κλέους», ότι τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε στον τόπο αυτόν από τότε. Ήταν μια παραλλαγή προγονοπληξίας. Κάποτε μάλιστα μάλωναν και μεταξύ τους για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο κι άνοιγαν και συζητήσεις από τις στήλες περιοδικών ή εφημερίδων.
Άλλοι πάλι, γράφοντας τοπική ιστορία, αντί να περιοριστούν σε ό, τι αφορά το χωριό τους, εκτείνονται στον ιστορικό χώρο όλης της περιοχής στην οποία βρίσκεται αυτό και γράφουν σελίδες πολλές ιστορίας ή αρχαιολογίας, άσχετες όμως με το χωριό τους. Δεν έχουμε τέτοια πρόθεση εμείς. Θα περιοριστούμε ν’ αναφέρουμε ό, τι έτυχε να διαβάσουμε για το χωριό μας ή το γύρω τόπο, ό, τι έπεσε στην αντίληψή μας απ’ την προσωπική παρατήρηση κι εμπειρία και θα περιγράψουμε αντικειμενικά όλα αυτά, χωρίς επιπόλαιους δογματισμούς.
Σχεδόν κάθε χωριό στην Ελλάδα έχει να πει κάτι για την Αρχαιότητα, για το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία. Το μαρτυρούν τα ερείπια που υπάρχουν, τα κάστρα
- 2 -

και καστράκια, οι πύργοι κ.α. Εδώ βρίσκεται κάποιος αρχαίος ναός, ένα ιερό με κυκλώπεια τείχη, μάρμαρα σπασμένα και σκορπισμένα, που ο ζευγάς, φιλόπονος καθώς είναι, τα παραμέρισε για να «ξελακώσει» και να φτιάξει γόνιμη γη.
Πολλές φορές μάλιστα ο αρχαίος ναός δε φέρει τ’ όνομα του αρχαίου θεού του οποίου ήταν κατοικία-αυτός αιώνες τώρα εκτοπίστηκε απ’ το χριστιανικό Θεό- αλλά κάποιου άγιου ή αγίας που πήρε τη θέση του. Ο χωρικός δίνει ιστορία στα ερείπια αυτά, που’ ναι ψυχρά, κι αινιγματικά. Τα περισφίγγει η σιωπή κ’ η γραφικότητα του γύρω τοπίου. Όλα αυτά υποβάλλουν στο χωρικό ιδέες πολλές και διάφορες κι αυτός περιβάλλει τα μνημεία αυτά με το μανδύα του θρύλου, τους δίνει δηλαδή «ιστορία».
Επειδή ο λαός μας έζησε τα περισσότερα χρόνια ξένης κατοχής κάτω από τους Τούρκους κι επειδή αυτοί στάθηκαν μόνο βάρβαροι και τίποτ’ άλλο, έμεινε στη μνήμη του σχεδόν μόνο η Τουρκοκρατία. Ξέχασε κάθε άλλον καταχτητή. Το φαινόμενο αυτό είχε σα συνέπεια ν’ αποδίδει ο λαός όλα τα «παλιά», είτε για ελληνικά ερείπια πρόκειται είτε για κάστρα της Φραγκοκρατίας, χωρίς καμιά εξαίρεση, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Τέτοια μνημεία έχει και η Γλανιτσιά. Είναι το «ιερό της Γλανιτσιάς» στην Αγία Παρασκευή, της Κυράς το γεφύρι, ο Παλιόπυργος, το Καστράκι (1) κλπ. Κανείς απ’ τους χωρικούς μας δεν ξέρει πότε χτίστηκαν και για ποιο σκοπό. Όταν τους ρωτήσεις, σου απαντούν ότι’ ναι χτισμένα «επί Τουρκίας». Κι όμως αυτά τα μνημεία παρουσιάζουν εξαιρετική σημασία για την τοπική μας ιστορία. Θα προσπαθήσουμε να τα περιγράψουμε και να τα γνωρίσουμε από πιο κοντά.

1. Το «Καστράκι» σήμερα σώζεται μόνο ως τοπωνυμία. Υπάρχουν βέβαια και ελάχιστα ερείπια που δείχνουν ότι κάποτε εκεί υπήρχε ένα μικρό παρατηρητήριο-φυλάκιο.

ΙΙ. ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ

Είναι γνωστό ότι η ανακάλυψη τάφων, σ’ ένα οποιοδήποτε μέρος, σημειώνει την ύπαρξη νεκροταφείου κι αυτό με τη σειρά του προσδιορίζει τη θέση συνοικισμού ή πόλης. Το είδος των τάφων – θήκες ή κιβωτιόσχημοι, θολωτοί ή σπηλαιοειδείς – μας αποδεικνύει την εποχή κατά την οποία πρέπει να υπήρξαν ή πόλη ή συνοικισμός. Τέλος τα έθιμα της ταφής και τα ευρήματα των τάφων έχουν να μας πουν για τον πλούτο ή τη φτώχεια και γενικά το επίπεδο πολιτισμού ενός λαού.
Όσοι τάφοι ανακαλύπτονται όμως δεν είναι και προϊστορικοί. Πολλοί απ’ αυτούς ανήκουν σε χριστιανικά νεκροταφεία πόλεων ή συνοικισμών που σήμερα δεν υπάρχουν.
Σήμερα μας είναι γνωστό ότι οι τάφοι της προϊστορικής (1) περιόδου είναι κυρίως δύο ειδών : Οι θήκες ή κιβωτιόσχησμοι, που είναι κάθετα μέσα στη γη σκαμμένοι, τετράπλευροι και με τοιχάρια ή πλάκες στις πλευρές κι αποπάνω, και οι θαλαμοειδείς, ολόκληρα δωμάτια χτισμένα μέσα στη γη ή σε βράχο σκαλισμένα (2). Κυρίως γινόταν χρήση του δεύτερου είδους, αλλά και του πρώτου η χρήση είχε γενικευτεί στα προϊστορικά χρόνια και αρκετοί τέτοιοι τάφοι ανακαλύφτηκαν.
Η Αρκαδία, που από την άποψη της αρχαιολογικής έρευνας είναι η πιο καθυστερημένη, κρύβει οπωσδήποτε προϊστορικά μυστικά που πρέπει να’ ρθουν σε φως. Δεν πάνε πολλά χρόνια που ο Κ. Ρωμαίος ανακάλυψε στην Κυνουρία την αρχαία πόλη Ίασσο (3) και ο δάσκαλος του Παλαιοκάστρου ανακάλυψε στην άνω κοιλάδα του Αλφειού τάφους την Μυκηναϊκής Εποχής με πλούσια κτερίσματα (4).

- 3 -

Αυτά όμως είναι σταλαματιές στον ωκεανό σε σχέση με το θησαυρό που κρύβει η αρκαδική γη.
Στην περιφέρειά μας βρέθηκαν τάφοι κιβωτιόσχημοι (;) στις εξής τοποθεσίες :
Στα Σελά, ειδικότερα στη θέση «Κουτί» βρέθηκαν προπολεμικά δύο τάφοι. Τα οστά που βρέθηκαν μέσα «εθρυψαλιάζονταν».
Στα Σελά όμως είχαν βρεθεί και πιο παλιά, κατά την πρώτη δεκαετηρίδα του 20ου αιώνα, τάφοι. Μέσα βρέθηκαν λυχνάρια πήλινα.
Στο Πάλμα. Η τοποθεσία αυτή βρίσκεται κοντά στο Λάδωνα. Το μέρος χαρακτηρίζεται  απ’ το «αργιλλώδες» του εδάφους. Κατά το 1940, θαρρώ, οι χωρικοί έβγαζαν χώμα για να φτιάξουν κεραμίδια και, τότε, τυχαία ξεπετάχτηκε μέσα απ’ τη γη ένας τάφος, τετράπλευρος και με πλάκες. Γέρος που βρέθηκε τη στιγμή εκείνη εκεί βεβαίωσε πως παλιότερα είχε βρεθεί στην ίδια τοποθεσία ένας τάφος που περιείχε δύο σκελετούς, έναν ώριμου ανθρώπου και έναν παιδιού.
Στον Άγιο – Σπυρίδωνα. Η τοποθεσία βρίσκεται στο κεφαλόβρυσο και κοντεύει σήμερα να ξεχαστεί. Πριν από τριάντα χρόνια υπήρχε εκεί ένα υπόλειμμα από τον τοίχο  μιας παλιάς εκκλησίας, το οποίο έριξαν στο ρέμα της «Λιάσκοβας» δύο «τσιοπανούδια» και το κατέστρεψαν. Στην τοποθεσία αυτή, λοιπόν, βρέθηκαν πολλοί τάφοι του είδους  των κιβωτιοσχήμων. Εκεί γύρω ο καθηγητής Κ. Μαρίνης, στα φοιτητικά του χρόνια, βρήκε πολλά αντικείμενα προϊστορικής εποχής (εργαλεία πέτρινα, κ.α.) (5).
Λίγο πιο πέρα υπάρχει η τοποθεσία Άγιο-Στάθης, όπου επίσης βρέθηκαν τάφοι πολλοί. Μέσα σ’ αυτούς δε βρέθηκε τίποτα.
Όπου βρέθηκαν τάφοι απαντούν και αγιωνυμίες, πράγμα που σημαίνει ότι κάποτε υπήρχαν εκκλησίες. Κ’ η παράδοση λέει πως εκεί υπήρχαν παλιά συνοικισμοί. Αυτό ’ ναι αλήθεια, γιατί και σήμερα ακόμα διακρίνονται ερείπια παλιών σπιτιών και βρίσκονται σκεύη οικιακής χρήσης. Τέτοιες θέσεις, όπου υπάρχουν αγιωνυμίες και παλιότερα ήταν συνοικισμοί, είναι τα Σελά – η Παναγία, στο Πάλμα – ο Άγιο-Δημήτρης, η Κουκούλα – ο Άγιο-Βλάσης, ο Άγιο-Στάθης κλπ.
Απ’ αυτό το γεγονός υποθέτει κανείς ότι οι τάφοι που ανακαλύφθηκαν στους τόπους αυτούς είναι χριστιανικοί και προσδιορίζουν νεκροταφεία  συνοικισμών που σήμερα έχουν εκλείψει. Καθόλου απίθανο. Εμείς δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το αντίθετο, γιατί αυτό προϋποθέτει αρκετές γνώσεις και ολοκληρωμένη αρχαιολογική έρευνα της περιοχής. Και είπαμε ότι σκοπός μας είναι η ενημέρωση και η αντικειμενική περιγραφή. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να δώσουμε μιαν αντίθετη εξήγηση, όχι για να βεβαιώσουμε αν οι τάφοι αυτοί είναι προϊστορικοί – αυτό είπαμε είναι δουλειά του αρχαιολόγου – μα για να διαφωτίσουμε όσο το δυνατό περισσότερο την υπόθεση.
Έτσι εκεί κοντά στον Άγιο-Σπυρίδωνα, οι παλιοί φοιτητές βρίσκανε τεμάχια από αγγεία και εκφράζανε την υπόνοια ότι στον Άγιο-Σπυρίδωνα – που ας σημειωθεί ότι βρισκόταν στην άκρη του ρέματος της «Λιάσκοβας» - υπήρχε εργαστήρι κεραμικής και αγγειοπλαστικής για τοπική κατανάλωση. Πολλά κομμάτια αγγείων βρέθηκαν στην ίδια περιοχή, όταν ο Πάνος του Παπαδημήτρη έκανε επέκταση του περιβολιού του και το ίσιωνε. Ακόμα έβρισκαν στην ίδια περιοχή νομίσματα της ρωμαϊκής (;) εποχής (6).
Όσον αφορά το γεγονός ότι στους τάφους που βρέθηκαν δεν  υπήρχαν πλούσια κτερίσματα ή και καθόλου, έχουμε να πούμε ότι υπήρχε μια περίοδος της προϊστορικής εποχής – η Μεσοελλαδική κατά Γ.Ε. Μυλωνά – που τα κτερίσματα δεν συνηθίζονταν καθόλου (7). Εξάλλου το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι κάτοικοι της

- 4 -

γύρω περιοχής ήταν φτωχοί κι ο πλούτος και η ευμάρεια σ’ αυτούς ήταν πράγματα άγνωστα.
Ίσως, λοιπόν, στα βάθη των αιώνων, προτού φέξει το φως του πολιτισμού, να υπήρχαν σ’ αυτά τα μέρη προϊστορικοί συνοικισμοί, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου να καταστράφηκαν ή να εγκαταλήφθηκαν. Για τη στήριξη αυτής της υπόθεσης υπάρχουν, εκτός απ’ τις παραπάνω ενδείξεις, και άλλες που συνηγορούν ή που αποτελούν έναν πειρασμό για την παραδοχή της. Τέτοιες λ.χ. είναι οι λέξεις Λάδων (8) και Ερύμανθος (9) που’ ναι προελληνικές. Τι σημαίνει τούτο ; Ότι η περιοχή κατοικούνταν στα χρόνια αυτά. Ακόμα στην Κερπινή υπάρχουν ερείπια πολυγωνικού
τοίχου. Επίσης πρέπει να μελετηθούν και οι σπηλιές που βρίσκονται στη μια και στην άλλη πλευρά του ρέματος «Λιάσκοβα» μήπως ανακαλυφτούν τάφοι της Μυκηναϊκής Περιόδου. Αλλά αργότερα οι συνοικισμοί αυτοί θα κατοικήθηκαν πάλι, ίσως κατά τη ρωμαϊκή εποχή και συνέχεια κατά το μεσαίωνα , οπότε σημειώθηκαν και οι επιδρομές των Σλάβων. Αυτοί θα’ χτισαν τα σπίτια – καλύβες τους, νομάδες ως ήταν, πάνω στα ίχνη των παλιών συνοικισμών. Η λέξη «κουκούλα», λατινική, πολιτογραφήθηκε σε μας από τους Φράγκους. Έτσι κι ο ερειπωμένος συνοικισμός Κουκούλα, που βρίσκεται στις υπώρειες του ομώνυμου βουνού, πρέπει ν’ ανάγεται στα χρόνια της Φραγκοκρατίας.




  1. Μετά το τέλος της νεολιθικής περιόδου.
  2. Βλ. Χρ. Τσούντα, Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός. Αθήναι 1896 σ. 96, - του ιδίου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης σ.29. κεξ. Αθήναι 1928.
  3. Βλ. εφημερίδα «Αρκαδικά» έτ. Α΄, φ. 11, Αθήναι 1956.
  4. Βλ. εφημερίδα «Αρκαδικά» έτ. Β΄, φ. 21, Αθήναι 1957.
  5. Βρίσκονται στα χέρια του Κ. Μαρίνη τα εργαλεία αυτά καθώς και θραύσματα αγγείων.
  6. Ο Χρ. Τριάδης ξέρει σχετικώς πολλά γι’ αυτά τα ευρήματα.
  7. Τα χαρακτηριστικά της ΜΕ περιόδου είναι: «1) οι ενήλικες εθάπτονται εις τάφους εσκορπισμένους εις την έκτασιν του συνοικισμού και ουχί εις ειδικά νεκροταφεία. 2) Εις και μόνος νεκρός συνήθως απετίθετο εις τον τάφον. 3) Η υπό τα δάπεδα και μεταξύ τοίχων παρακειμένων οικημάτων ως και η εντός πίθων εναπόθεσις μικρών παιδίων, ήτο συνήθως και χαρακτηριστική. 4) Κτερίσματα ήσαν ασυνήθη κατά την ΜΕ εποχήν, εις τας αρχάς δ’ αυτής τελείως άγνωστα. 5) Οι κιβωτιόσχημοι ήσαν οι χαρακτηριστικοί τάφοι της εποχής. 6) Ίσως πρέπει να σημειώσωμεν ότι το έθιμον της προγονολατρείας αναφαίνεται νυν εις την ηπειρωτικήν Ελλάδα». (Βλ. Γ.Ε. Μυλωνά, ειδικό σημείωμα στην Αρχαιολ. Εφημερίδα, μέρος Α΄, σ. 43, 1937.
  8. Η λέξη Λάδων είναι ιλλυρικής καταγωγής. Έτσι παραδέχονται οι γλωσσολόγοι. Ιλλυριοί όμως δεν κατοίκησαν ποτέ στην Ελλάδα. Φαίνεται, λοιπόν, ότι την ονομασία αυτή την έδωσαν οι Ηρακλείδες Δωριείς, όταν ξαναγύρισαν στην Κεντρική και Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. (Βλ. Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, τομ. Α΄ σ. 133. Αθήνα 1955.
  9. Η λέξη Ερύμανθος είναι προελλληνική (οπ.παρ.σ. 43). Βλ. και για τις δύο λέξεις, Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Νεοελληνική Γραμματική (ιστορική εισαγωγή), Αθήνα 1938.


(Συνεχίζεται)

01/05/13

2 σχόλια :

κουκος είπε...

ολα αυτα ειναι εξοχα.γιατρε ας το τυπωσει ο συλλογος η αλλος φορεας να τ αγορασουμε...ειναι απ τα καλυτερα ιστορικα βιβλια

yiota είπε...

BRAVO KOUKO MOU ... OLOI THELOUME AYTO TO BIBLIO !!!!!!!!