Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Ο ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΟΣ

       ΤΟΥ  ΘΑΝΑΣΗ  Β. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ         
Ο  αείμνηστος  Χρήστος  Κωνσταντινόπουλος  εισέβαλε  στο  χώρο  των  γραμμάτων  από  μικρή  ηλικία. Αξιόλογα  άρθρα  του  έχουν  κατά  καιρούς  δημοσιευτεί  σε  εφημερίδες  και  λογοτεχνικά  περιοδικά  της  εποχής  που  έζησε. Και  προπαντός  με  τα  3  τεύχη  του  «ΧΡΟΝΙΚΑ  ΤΗΣ  ΓΛΑΝΙΤΣΙΑΣ», τα  οποία  έδωσαν  την  αφορμή  και  ένα  μέρος  της  ύλης  για  το  βιβλίο  του  «ΤΟ  ΧΩΡΙΟ  ΜΟΥ – ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ (ΜΥΓΔΑΛΙΑ) ΑΡΚΑΔΙΑΣ».
Με  το  θαμπό  φως  της  έρευνας  και  ψηλαφητά, διασχίζει  τα  σκοτάδια  της  Φραγκοκρατίας  και  φτάνει  στα  χρόνια  της  Τουρκοκρατίας, όπου  βρίσκει  μνημεία  και  τοπωνύμια, που  σημαδεύουν  αναμφισβήτητα  την  ύπαρξη  του  χωριού  μας  στη  μακρινή  εκείνη  εποχή.  Τη  Γλανιτσιά  ο  συγγραφέας, στο  βιβλίο  του  «ΤΟ  ΧΩΡΙΟ  ΜΟΥ»  την  αντιμετωπίζει  σαν  μια  ανεξάρτητη  πολιτεία  του  παλιού  καιρού. Μα  μήπως  την  εποχή  εκείνη  δεν  παρουσίαζε  το  χωριό  μας  τα  προτερήματα  και  τα  ελαττώματα  της  ίδιας  της  Γενιάς  μας; Πατροπαράδοτη  φτώχεια, μετανάστευση  και  γκρίνια. Τα  έβρισκες  και  τα  τρία  στο  χωριό. 
Δύο  χωριά  στην  Ηλεία, το  Αλουποχώρι  και  του  Πουλιού  τ’ Αλώνι  ήταν  αποικίες  μας. Και  η  γκρίνια  στην  ημερήσια  διάταξη. Δεν  είχαν  λείψει  και  οι  άξιοι  ηγέτες, όπως  στην  αρχαία  πολιτεία. Οι  παλαιότεροι  αναφέρουν  τον  Αναστάση  από  το  Φουρνοδαυλέικο  σόι, πρόγονο  του  λαογράφου  Κώστα  Μαρίνη, σαν  μία  από  τις  λίγες  ηγετικές  φυσιογνωμίες  που  γνώρισε  το  χωριό  μας.  Τόσο  τον  τιμούσαν, που  τον  πένθησαν  εφτά  χρόνια  μετά  το  θάνατό  του. 
Ωστόσο  η  αναφορά  του  συγγραφέα  στο  χωριό, μας  συγκινεί  βαθύτατα. Όπως  μάλιστα  έγραψε  ένας  άλλος  πνευματικός  συμπατριώτης  μας, ο  Ευ. Παπαναστασίου (Ντρίβας) «ανασκάλισε  απαλά  τη  χόβολη  στη  μνήμη  μου  φέρνοντας  μπροστά  μου  ολοζώντανη  τη  Γλανιτσιά, ανηφόρησα  τα  σοκάκια  της  και  σεργιάνισα  τις  γειτονιές  της. Έβαλα  αυτί  στο  Γλανιτσιώτικο  λακριντί  και  σταμάτησα  στο  θόθυβο  της  ξέλασης. Κάθισα  στα  μαγαζιά  της  και  απόλαυσα  το  πνεύμα  της. Παρακολούθησα  με  κατάνυξη  το  συλλείτουργο  των  παπάδων  της  και  ξεφαντώσαμε  το  γλέντι  της. Γέλασα  με  τη  καρδιά  μου  με  του  Πανοχρόνη  τα  καμώματα  και  του  Φλεβάρη  τα  επιγραμματικά. Μερακλώθηκα  στους  γάμους  και  τα  πανηγύρια  της, και  ένιωσα  σπαραγμό  με  το  Γλανιτσιώτικο  μοιρολόγι, περπάτησα  τις  κακοτράχαλες  στράτες  της  και  σκαρφάλωσα  στους  γκρεμούς  της. Ήπια  νερό  με  τις  χούφτες  μου  στο  Κεφαλόβρυσο  και  πήρα  βαθιά  ανάσα  στης  Κουκούλας  το  βουνό. Κατηφόρισα  τον  Αγιολιά  και  το  Σύμπενο  και  έφαγα  κράνια  στα  Σελά. Σκιάχτηκα  με  τα  αερικά  του  Κάτου- Νερού  και  ροβόλησα  στης  Κυράς  το  Γεφύρι. Ήπια  μαστίχα  κουρασμένος  στο  χάνι  του  Ματαρατσά  και  δροσίστηκα  από  τη  θυμοσοφία». Αυτά  γράφει  ο  Ευ. Παπαναστασίου , ο  οποίος  ήταν  εκδότης   του  σατυρικού  περιοδικού  ΚΟΡΚΟΣΟΥΡΑ, μαζί  με  τον  Θόικο  Γιαννόπουλο  και  τον  Ζιόγαλο (Γ. Μποσμή), που  κυκλοφόρησε  το  Σεπτέμβρη  του  1927  και  Φλεβάρη  του  1928.
Ο  Χρήστος  Κωνσταντινόπουλος, πέρα  της  ιστορικής  συγγραφής, καταπιάστηκε  και  με  τα  ήθη  και  τα  έθιμα  του  χωριού  μας. Χαρακτηριστικό  παράδειγμα  η  σάτιρα. Η  σάτιρα  ήταν  ανεπτυγμένη  σε  μεγάλο  βαθμό  από  τους  απλούς  λαϊκούς  ανθρώπους  του  χωριού.  Αναφέρει , για  παράδειγμα, τη  γριά  Μαρουδού, που  με  το  σπιρτουόζικο  πνεύμα  της  έβγαζε  τραγούδια  στη  στιγμή, έχοντας  ανεπτυγμένο  το  αίσθημα  του  χιούμορ.   Μεταφέρω  μια  τέτοια  σάτιρα, που  αναφέρεται  από  το  συγγραφέα, όταν  η  γριά  Μαρουδού  σατίριζε  οποιαδήποτε  παρέκκλιση  από  τα  υφιστάμενα  ήθη  και  έθιμα  του  χωριού, που  όριζαν  να  γίνονται  όπως  απαιτούσε  η  καθιερωμένη  τάξη. Να  ένα  τέτοιο  περιστατικό: Παντρευόταν  τότε  η  Λάρμαινα  κι  όταν  την  κάλεσαν  επίσημα – όπως  γινόταν  παλιά  στους  γάμους- αυτή  έδωσε  μια  κουλούρα, έτσι  ήταν  το  έθιμο, να  την  πάνε  στο  σπίτι  του  γαμπρού. Μα  η  κουλούρα  δεν  ήταν  καλή  κι  ο  γάμος  δεν  είχε  πολλούς  συμπεθέρους, δεν  ήταν  δηλαδή  μεγαλοπρεπής. Γι  αυτό  κι  η  γριά  Μαρουδού  έβγαλε  την  εξής  σάτιρα:
                                    Στέλνει  η  παπαδιά  τη  βούλα
                                    κι  η  Αγγέλλω  τη  κουλούρα
                                    Πάρ’ την  μωρή  παπαδιά
                                    Κι  ας  τη  φάνε  τα  παιδιά,
                                    Βάλτηνε  μες  στο  κασόνι
                                    μη  τη  βλέπουν  οι  γειτόνοι
                                    Κάνει  κι  ο  παπάς  το  γάμο
                                    Με  τον  Κάτσιο  και  το  Ζάρο
                                    και  χορεύαν  και  στ’ αλώνι
                                    δυο  παιδιά  του  Κατσαντώνη. 
      Ήταν  περήφανη  γυναίκα  και  δεν  ανεχόταν  τις  προσβολές. Κάποτε  πέρασε  από  μπροστά  της  ο  Μήτρος  Γκάρλας  και  δεν  τη  χαιρέτησε. Στο  πι  και  φι  αυτοσχεδίασε  την  απάντηση:
                                         Μήτρο, Μήτρο, Μήτρο
                                         Τον  εσήκωσες  το  μύτο,
                                         Έχεις  δίκιο  Μήτρο  Γκάρλα
                                             γιατί  σειριανάς  καβάλα.   

Με  τη  σάτιρα  η  γρια  Μαρουδού  δεν  επεδίωκε  μόνο  το  γέλιο  αλλά  και  τη  νουθεσία:
                                        Μαρουδή  και  Κατσαντώνη
                                       δεν  φερνόστε  σαν  γειτόνοι
                                       πέρασε  ένα  καλοκαίρι
                                       και  μαλώνετε  οι  γέροι
                                       ελάτε  πια  στα  συγκαλά  σας
                                       κι  ορμηνεύτε  τα  παιδιά  σας.                        
                                   
    Με  τα  παραδείγματα  αυτά  καταδεικνύεται  η  διείσδυση  της  ματιάς  του  συγγραφέα  στο  λαϊκούς  ανθρώπους  της  εποχής  του, η  δεξιοτεχνία  του  στο  ηθογραφικό  διήγημα   και  η  αξία  των  συγγραμμάτων  του   γενικά  στον  λαογραφικό  τομέα.
Με  την  ακάματη  πένα  του  πρόσφερε  ιστορικά  στοιχεία  και  πληροφορίες  για  τη  Γλανιτσιά, σαν  ακούραστος  ερευνητής  και  δόκιμος  λογοτέχνης  που  ήταν. Χρόνια  ο  Χρήστος  Κωνσταντινόπουλος  ερευνούσε  τα  αρχεία  του  κράτους  και  άλλες  πηγές  προσπαθώντας  να  ανακαλύψει  κάτι  παλιό  και  άγνωστο  για  το  χωριό  μας. Η  συγκομιδή  της  έρευνας  αυτής  υπήρξε  πλούσια, νέα  στοιχεία  άγνωστα  και  ανέκδοτα  ήρθαν  στο  φως, κλονίζοντας  ή  στεριώνοντας  με  τη  δυναμική  παρουσία  τους  παλιότερους  θρύλους  και  παραδόσεις.
  Η  παρακαταθήκη  του  έργου  του  αποτελεί , για  μας  τους  νεότερους,  πηγή  έμπνευσης  για  περαιτέρω  μελέτη  της  ιστορίας  και  της  λαογραφίας  του  χωριού  μας.


5 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Σ ΕΝΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΣΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΗΤΑΝ ΣΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ..ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ

κουκος απο σφενταμακια είπε...

σιγια πιγια ελεγε ο μακαριτης ο απικραντος

Ανώνυμος είπε...

Μια βιογραφία του θα ήταν απαραίτητη Θανάση!

Σ.Παγαν'οπουλος είπε...

Ο Γ.Χ.Κωνσταντινόπουλος πρεπει να αξιολογηθει και ως πολιτικός επιστήμονας.Ηταν Διδακτορας ΠΟλιτικων Επιστημών του Παντειου Πανεπιστήμιου.Τη διδακτορική του διατριβή προλόγησε ο Μ.Στασινόπουλος,πρωην Προεδρος της Δημοκρατειας και του Συμβουλιου Επικρατειας.Θα επανέλθω...

Σ.Χ.Παγανόπυλος(Πές) είπε...

Ο Γ.Χ.Κωνσταντινόπουλος εχει συγγραψειβιβλία,επίσης,για την Τσακωνικη γλώσσα,την ιστορική μελέτη "Η Αιγινα Στα Χρόνια του Καποδίστρια",καθώς την ιστορική μελέτη για τη Μανιάτικη οικογένεια Πετροπουλάκη.Δέν αξιώθηκε να εκδώσει μια πολυ ενδιαφέρουσα πρωτότυπη, επιστημονική μελέτη του για θέματα Διοικητικου Δικαίου στα Χρόνια της Εθνικής Αντίστασης στην Αρκαδία.