Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Τ ΄ΑΗ-ΓΙΑΝΝΙΟΥ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ……

  ΤΟΥ ΜΑΡΙΝΗ ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ 
           Βρισκόμασταν στην καρδιά του χειμώνα  στο πατρικό σπίτι μας στο χωριό .Γενάρης μήνας. Πέρασαν και τα   
 « δωδεκαημερίτικα »  πανηγύρια          ,κατά τον αείμνηστο λαογράφο μας, Κώστα Μαρίνη,  και  ξημέρωσε η μέρα τ' Aη-Γιαννιού ,του σωτήριου έτους 1966 . Με βαριά καρδιά και ύστερα από τις δυνατές φωνές  της μάνας μας ,σηκωθήκαμε ,εγώ και ο αδερφός μου  ο Θανάσης , εγκαταλείποντας τη ζεστασιά του κρεβατιού μας. Η πρώτη μου κίνηση ήταν να κοιτάξω  κλεφτά, τραβώντας το κουρτινάκι του τζαμιού για να ιδώ έξω στην αυλή  τον καιρό. Διαισθανόμουν πως ο καιρός τη νύχτα  είχε αγριέψει για τα καλά καθώς ,παρά τα βαριά κλινοσκεπάσματα ,που ρίξαμε  στο κρεβάτι, ολονυχτίς στριφογύριζα στο στρώμα και δε ζεσταινόμουν  με συνέπεια να μη χορτάσω  καλά τον ύπνο.  Την κονταυγή  λάγιασα λιγουλάκι .Σκέφτηκα πως « το χιόνι έρχεται σαν τον κλέφτη  » και πως ίσως να ξημέρωνε μια άσπρη μέρα . Και δε λάθεψα καθόλου . 
Μια πασπάλα  χιόνι σκέπαζε το φούρνο , το πλυσταριό  και την αυλή μας, τα κεραμίδια  του γείτονά μου , τον κουμπέ της εκκλησίας  της Παναγιάς μας   και το δάσος από πουρνάρια προς την Αγια –Παρασκευή .Παντού είχε απλώσει το άσπρο σεντόνι  ο απρόσμενος επισκέπτης.  Και έκανε ένα ψοφόκρυο, που περόνιασε τα κόκκαλα ως το μεδούλι.!!! 
       Δεν σου έκανε καρδιά να ξεμυτίσεις έξω από τα κλινοσκεπάσματα. Όμως  τις φωνές της μάνας μας δεν μπορούσαμε να τις παρακούσουμε  και μάνι-μάνι ντυθήκαμε και ρίξαμε στο πρόσωπο μας λίγο νεράκι με το μπρίκι ίσα-ίσα να διώξουμε τις τσίμπλες από τα μάτια μας  Ύστερα ζυγώσαμε κοντά στο αναμμένο τζάκι ,που στο μεταξύ είχε φροντίσει να ανάψει η μάνα μας και απλώσαμε τις παλάμες μας να ζεστάνουμε το πρόσωπό μας. Να πάρουμε μια πύρα.  Μαζί  της  είχαμε έρθει από την Πρωτάγιαση  στο χωριό  από το καλύβι μας στα Γουβιά , όπου περάσαμε όλοι μαζί τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς , προκειμένου να προετοιμαστούμε για την επιστροφή μας στο Γυμνάσιο και Λύκειο Λαγκαδίων, όπου ήμαστε μαθητές ,  αντίστοιχα ο Θανάσης στη  Β΄ τάξη του Γυμνασίου και εγώ στην Α΄ τάξη του Λυκείου.
            Την Πρωτάγιαση με ανοιχτό το σπίτι μας πέρασε κι ο παπα- Μούζιτας και μας άγιασε  και μας ευχήθηκε καλό χρόνο ,καλή σοδειά και καλή πρόοδο  για εμάς  .Η μάνα μας  τον κέρασε μια δίπλα με λίγο τσίπουρο , και τον πλήρωσε για τον κόπο του με μια μυζήθρα  και άδειασε στο σακκί ,που ήταν φορτωμένο  στο γάιδαρό του ,δυο - τρεις οκάδες ασπροσίτι με την κεψέ. Αργά το βράδυ ανάπιασε το προζύμι για να ζυμώσει την επομένη. ’Ολη την ημέρα των Φώτων  η μάνα μας δεν πήρε ανάσα . Άρχισε μπονόρα να ζυμώνει και να ρίχνει το ζυμάρι στα ταψιά και να τα σκεπάζει με ζεστά σκεπάσματα για να γίνει.  Μετά άναψε φωτιά στο πλυσταριό   και πάνω στη μεγάλη σιδεροστιά έστησε το λεβέτι και από πάνω τοποθέτησε   ένα μισοτρύπιο  ντενεκέ με στάχτη για να φτιάξει αλισίβα  για να πλύνει τα απαλλαξίματα όλης της υπόλοιπης  φαμελιάς και τα δικά μας  και ύστερα να ανάψει το φούρνο για να ψήσει το ψωμί.  Σαν  φούρνισε και τέλεψε με το πλύσιμο ,μάς βοήθησε να πλύνουμε μέσα σε σκάφη  το κεφάλι και το σώμα μας πρόχειρα και να αλλάξουμε ,ολοκάθαροι πια  για το Σχολείο. Όλη την ημέρα εμείς κάναμε μικροθελήματα της μάνας μας και είχαμε αναλάβει αποκλειστικά  να ρίχνουμε από καιρού σε καιρό ξύλα στο τζάκι και να το συμπάμε με  το σίδερο.
          Σα φάγαμε πρόχειρα ,αρχίσαμε να μαζεύουμε τα πράγματα που θα παίρναμε μαζί μας για τα Λαγκάδια και δεν ήταν και λίγα. Σε ένα μεγάλο  υφαντό ταγάρι   έβαλε ο καθένας  μας τα  καθαρά του ρούχα , τα προσωπικά του αντικείμενα και  τα διδακτικά βιβλία ,που είχαμε πάρει μαζί μας για να τα μελετήσουμε  καλύτερα στη διάρκεια των διακοπών, κάνοντας επαναλήψεις. Ύστερα σε άλλο ταγάρι  η μάνα μάς έβαλε τα τρόφιμα για την καθημερινή σίτισή μας μετά το σχολείο. Πρώτα τύλιξε σε μια πετσέτα μια πουγανιά ψωμί χωριάτικο ,κάνα δυο  κιλά χυλοπίτες  με μια οκαδιάρα μυζήθρα  και έβαλε σε  ένα πλαστικό βάζο  πάνω από μια οκά τυρί παραγωγής μας και σε ένα μικρό κοφινάκι λίγα αυγά . Δε γεννούσαν  πολλές  κότες, λόγω  χειμώνα . Τα μάζεψε  ένα-ένα όλο το δεκαήμερο στερώντας  τα από  την άλλη   οικογένεια   για να  τα πάρουμε  στα Λαγκάδια ,όσα λιγοστά θα γεννούσαν ως την Πρωτάγιαση.
          Εκείνο που δε  μας έλειπε όμως  ήταν το χοιρινό κρέας .Το είχαμε μάλιστα μπόλικο ,αφού  ανήμερα των Χριστουγέννων το « Κολοκοτρωνέικο  » - Πολυχρονοπουλέικο  σόι ,ροβόλησε στα Γουβιά με ακονισμένα τα μαχαίρια ,όπως γινόταν κάθε χρόνο τέτοια ημέρα ,για να σφάξει το θρεφτάρι μας ,που ταΐζαμε για πάχυνση από το καλοκαίρι. Και ήτανε  μοσχαναθρεμμένος ο χοίρος  μας , ο σιτευτός,  για  να καλύψει με κρέας τη φαμελιά μας ,ως την άνοιξη. Όταν  ο χοίρος μας ξεκαρυδώθηκε από το φονικό μαχαίρι και το έμπειρο χέρι του μπάρμπα μου ,του Ντίνου του Κούγια  ,και μαδήθηκε και  ξεκοιλιάστηκε, κρεμάστηκε στο μεσαίο πατερό του καλυβιού .Από τότε άρχιζε και το μεγάλο φαγοπότι στη φαμελιά μας. Και να οι χοιρινές μπριτζόλες στα κάρβουνα , συνοδευμένες με άφθονο κοκκινέλι από του Ρουμελιώτη το αμπέλι  στο χωριό μας , να οι πατημένες στα σκόρδα και στο ξύδι  πατσιές  και  οι ομματιές  ψημένες σε ταψιά στον ξυλόφουρνο και τελευταία οι  λάτες με το κατάλευκο λαγάρι  και  οι  γεμάτες λαΐνες  με το  παστό. Μα και το δέρμα του χοίρου μας πόδεσε τη φαμελιά μας ,αφού η μάνα μας έφτιαξε  με τα έμπειρα χέρια της πρόχειρα τσαρούχια για την ίδια και  τις αδελφές μου.
          Αλλά το σημαντικότερο  από όλα τα άλλα  για μας  τους μικρότερους ήταν το παστό ,που έφτιαχνε με τα χεράκια της  και  που ακόμη και σήμερα  ονειρευόμαστε!!! Γινόταν από  το δικό μας το  χοιρινό ,που εκτρέφαμε ,όπως και παραπάνω έγραψα , στο καλύβι μας  με τις  δικές μας  αγνές οικολογικές τροφές, όπως με σύκα απ’ τα Σελά και αχλάδια- γκόρτσα  από τη Μακριαλάκα και από τα περισσεύματα των φαγητών  και  από πίτουρα από τα  κριθαράλευρα  .Στην παρασκευή του παστού η μάνα μας ήταν εξαιρετική . Με τα ανάλογα  μπαχαρικά ,με τα πορτοκαλόφλουδα  ,με τα ανάλογα κρεμμύδια και με το βράσιμο με  νερό και χοντρό αλάτι  στον κατάλληλο χρόνο του κρέατος, από το οποίο είχαν αφαιρεθεί τα κόκκαλα , έφτιαχνε παστό ,που ανάσταινε και νεκρό, που λέγει ο λόγος. Μοσχομύριζε ο τόπος, ευωδίαζε η πλάση!!!  Όταν  τηγανιζόταν με αυγά  , ήταν ο πιο γευστικός κρασομεζές για τους καλοφαγάδες .       
       Όταν λοιπόν  έφτιαξε το παστό  και γνωρίζοντας τη μεγάλη μας αδυναμία μας σ’ αυτό ,γέμισε δυο βάζα οκαδιάρικα  και με ένα λουκάνικο  μέσα  ,ένα για τον καθένα μας ,να τα πάρουμε μαζί μας. Και μας συμβούλεψε απευθυνόμενη ιδιαίτερα σε μένα :
 - Ο καθένας έχει το δικό του βάζο . Εκείνος που το τελειώσει πρώτος  δε θα απλώσει στου άλλου το βάζο χωρίς να τον ρωτήσει. Να φας το δικό σου  πρώτα και  τήρα να μην κλέψεις από του Θανάση το βάζο . Τα΄ κουσες , εσύ  μεγάλε ,δείχνοντάς με .  Γνώριζε την  λαιμαργία μου και την  κουτοπονηριά μου . Παιδί της ήμουν. Και συνέχισε :
        - Να μη μαλώσετε και να μη το καταναλώσετε γρήγορα , να  το προσφαγίστε . Με ένα αυγό στο τηγάνι και με λίγο παστό έχετε ένα πλήρες και χορταστικό  γεύμα ,μεσημεριανό ή βραδινό. Δεν ξέρουμε πότε θα έρθουμε στα Λαγκάδια πάλι. Είναι χειμώνας και το ζωντανά γεννάνε και θέλουν φύλαγμα , βόσκισμα και τα   γαλάρια προβύζασμα. Όλοι ,όπως βλέπετε  ,είμαστε στο πόδι από το πρωί ως το βράδυ και δεν κεφαλιώνουμε τις δουλειές μας. Για ό,τι  άλλο χρειαστείτε ,έχουμε ανοιχτό λογαριασμό στου Ανθούλη το μαγαζί . Για καλό και για κακό να κρατάτε και εσείς λογαριασμό για όσα αγοράζετε . Να μη μας τα παραφουσκώσει στο τεφτέρι του. Θα περάσω από εκεί ,πριν φύγω για το χωριό ,να μου πει πόσο του χρωστάμε . Θα  τον πληρώσουμε ξώλαμπρα ,όταν πουλήσουμε κανά ψιμάρνι.
         Αυτά μας συμβούλευε η μάνα μας με το νι και με το σίγμα.  Αλλά δεν ξέχασε  και τη σπιτονοικοκυρά μας , τη σεβάσμια χήρα  γριά –Μπαριάμενα  ,που ήταν το άγρυπνο μάτι και ο άγγελος φύλακάς μας και ο κηδεμόνας  μας  στο Σχολείο. Σε ένα μικρό σακκούλι της έβαλε κανά  δυο κιλά χυλοπίτες και ξυνό τραχανό και μια μικρή μυζήθρα.  Ύστερα κατέβηκε στο κατώι ,έτρωσε το γαϊδομούλαρο , των Κώτσιο μας ,και του έβαλε σε ένα ντορβά λίγο κριθάρι για να καρδαμώσει να μας πάει τόσο δρόμο με τις αποσκεύες μας  και να την φέρει  πάλι πίσω και στη συνέχεια τον πότισε .
        Ο καιρός όμως ήταν χιονιάς  και ο κρύος αέρας έφερνε μικρές νιφάδες χιονιού,  τις λέγαμε και πιτουρίδες , που τρελές στριφογύριζαν ,σαν μπαλαρίνες, μέχρις ότου πέσουν στο χώμα .Η μάνα μου φαινόταν λίγο ανήσυχη ,καθώς  περνούσε η ώρα . Με στέλνει στην αγορά να μάθω ,αν οι άλλοι συμμαθητές μας ετοιμάζονταν για την αναχώρηση για τα Λαγκάδια και  για άλλα γειτονικά Σχολεία ( Στρέζοβα ή Βαλτεσινίκο ) κ.λ.π. Καθώς άνοιγα την εξώπορτα, στο σπίτι του μπαρμπα- Φώτη ακουγόταν η φωνή της θειας μου της Ρηνιώς, που καλούσε κάποιον απ’ τους γιούς  της,  ίσως τον Κώστα , να πλυθεί ειδικά  τώρα , μες το φυγιό  , και αυτός να αρνείται πεισματικά λέγοντάς της πως  θα φορέσει έτσι άπλυτος τα καθαρά ρούχα και πως θα πλυθεί σίγουρα , το βράδυ πριν κοιμηθεί, στα Λαγκάδια.
         Προχωρώντας έφτασα στην πλατεία και συνάντησα και άλλα σχολιαρόπαιδα  και αρχίσαμε τις χαιρετούρες και τα πειράγματα. Πιάσαμε και το θέμα για τον καιρό και ο συνομίληκός  μου ,ο Νίκος  ,  μιλώντας σοβαρά  και κάνοντας το σημείο του σταυρού μας λέει:
 -Μακάρι να χιονίζει όλη ημέρα  και να το πάει ένα γόνα  και να ακούσουμε απ’ το ράδιο πως κλείσαν τα σχολεία στην ορεινή Αρκαδία και  στα  Καλαβρυτοχώρια  για ένα δεκαήμερο ,πολύ θα το γλένταγα . Το μισό χοιρινό μας κρέμεται ακόμη   ψηλά στο πατερό   και κάθε μέρα θα ψήνω στη θράκα μπριτζόλες  .  Ύστερα θα παίζουμε χιονοπόλεμο στην πλατεία και θα  στήνω πλακοπαγίδες για τσιροπούλια. Το βράδυ θα συνεχίζουμε κανονικά  το τριαναένα, δίπλα στη σομπίτσα ,  στο μαγαζάκι του Τούρκου.  Ωραία δε  θα περάσουμε  παιδιά ; Δε συμφωνείτε !!!  Οι περισσότεροι συμφώνησαν με τα λόγια του Νίκου , άλλο που δεν ήθελαν ,και  οι ελάχιστοι ,  οι      « σπασίκλες  »  , είπαν πως βαρέθηκαν να  κάνουν τα ίδια και τα ίδια και θέλαν  το Σχολείο τους.
          Τη συζήτηση διέκοψε κάπως απότομα η γνωστή μας σάλπιγγα του μπαρμπα- Μήτσιου του Ζαφειρόπουλου ,απ’ το γειτονικό Βαλτεσινίκο ,του ταχυδρόμου των χωριών μας.  Ερχόταν καβάλα στο ψηλό και μεγαλόσωμο κόρμπο  μουλάρι του ,ντυμένος σαν αστακός . Σκέπαζε   το κεφάλι του  με το δερμάτινο σκούφο του, που ήταν κάτασπρος από το χιόνι  και  τον είχε δεμένο στο λαιμό του  και φορούσε γάντια δερμάτινα στα χέρια του. Πάνω από τη βαριά χλαίνη του  είχε απλώσει  στην πλάτη του ένα μικρό κεντητό απλάδι. . Προχώρησε έφιππος ως το μεσαίο πλάτανο  της πλατείας και αφίππευσε. Έδεσε  το καπίστρι του μουλαριού στον πλάτανο και κατέβασε απ΄ το κολλιτσάκι τον ντορβά με το κριθάρι,  τον κρέμασε από το λαιμό του ζώου και  πέρασε μέσα  το στόμα του . Το μουλάρι του άρχισε λαίμαργα να μασάει το κριθάρι και  να κουνά ευχαριστημένο την ουρά του στο αφεντικό του.
             Τίναξε μετά  το σκούφο και τα χιονισμένα ρούχα του και πήρε απ’ το σαμάρι τη μεγάλη δερμάτινη ταχυδρομική τσάντα , μας καλημέρισε και προχώρησε προσεκτικά προς το μαγαζί του Γραμματέα της Κοινότητας, Θανάση Γιωργιά. Μαζί του μπήκε και το τσούρμο των παιδιών για  να παραβρεθεί στην ανάγνωση των ονομάτων των γραμμάτων , να πάρουν τα γράμματα των  οικογενειών τους και να ζεσταθούν   από την ξυλόσομπα , που από το κέντρο  του μαγαζιού  μπουμπούνιζε , τρώγοντας τα  δέντρινα καυσόξυλα  και έστελνε ολοτρόγυρα τη γλυκιά  δέσμη θερμίδων και μαλάκωνε το δριμύ κρύο .
           Ο μπαρμπα –Μήτσιος ,ρουφώντας αργά το κερασμένο  τσάι του βουνού ,που παρήγγειλε  για θερμαντικό στη θεια- Γιωργούλα , άρχισε να διαβάζει τα ονόματα των παραληπτών  και όσοι εκεί ήσαν παρόντες πλησίαζαν στο τραπέζι του και τους έδινε το γράμμα ,ανταλλάσσοντας και ευχές για το νέο χρόνο. Ύστερα μοίρασε  τις επιταγές  για μισθούς και συντάξεις  σε όσους παραβρίσκονταν στο μαγαζί και  μοίρασε  και τα άλλα κρατικά έγγραφα  . Πριν ξεκινήσει να πηγαίνει ειδικά σε σπίτια με ανήμπορους και ασθενείς,  ρωτήθηκε ως έμπειρος  για τον καιρό  από κάποιο γονέα να πει τη γνώμη του.
 – Ο καιρός είναι καθαρός χιονιάς και δεν έχει ξεκόψει ακόμη . Μες στο Βαλτεσινίκο  έχουμε αυτή την ώρα μισό μέτρο χιόνι και  ,κι όταν ξεκίνησα  κατά δω, συνέχιζε να ρίχνει ασταμάτητα. 
Ο μπαρμπα –Πέτρος, που απολάμβανε από το διπλανό του τραπέζι αργά τον αχνιστό καφέ του ,  όμως αμφισβήτησε  ευθέως τις μετεωρολογικές προβλέψεις του ταχυδρόμου και φωναχτά για να ακούγεται μέσα στο πολυπληθές ακροατήριο είπε:   
- Α  Μπα ,το γύρισε σε νοτιά και τη μαγάρα ,που έριξε τη νύχτα ,θα τη φάει  η κατσιφάρα σιγά –σιγά . Αριά και που φέρνει καμιά πιτουρίδα, δεν έχει όρεξη να το στρώσει ,τουλάχιστο για σήμερα.  Και συπληρώνει :  - Καλά λαγκριντέψαμε ,πάμετε τώρα στα καλύβια μας να ταΐσουμε τα ζωντανά μας  και μην έχετε έννοια για τον καιρό. Ο καιρός κάνει τη δουλειά του και εμείς τη δική μας. Άλλωστε  χειμώνα έχουμε. Στην πρόβλεψη του μπαρμπα- Πέτρου πολλοί αναθάρρησαν και ατόνισε η εμπειρική γνώμη του συμπαθέστατου  Μήτσιου ,του ταχυδρόμου μας. Οι περισσότεροι  πελάτες  πήραν τις μαγκούρες και τις γκλίτσες τους, τράβηξαν την τελευταία γουλιά από το φλιτζάνι του καφέ ,σηκώθηκαν από το τραπέζι, φόρεσαν το παλτό τους ,άνοιξαν την πόρτα του μαγαζιού και πήγαν στις δουλειές τους. 
        Βγήκε και  ο  μπαρμπα- Γιώρης ο Παππάς , ή Ζούλας ,σκεπάζοντας με την πλατιά σκούφα του  τα αυτιά και λίγο το μέτωπό  του και κρατώντας στο δεξί του χέρι  ένα  αναμμένο τσιγάρο  . Βλέποντας  εμένα και τον Κώστα του μπαρμπα –Φώτη   μας λέει:
 - Αύριο επαναλειτουργούν τα Σχολεία. Το λοιπόν , όποιος θέλει να πάει στα Λαγκάδια για το αυριανό Σχολείο  ,ας ετοιμασθεί .Εγώ πάντως βρέξει-  χιονίσει  πάω να πάρω , τον  Κωστάκο   μου, εμείς τον φωνάζαμε Τσέρη, και με το μουλάρι μου  σε μισή ώρα αναχωρώ . -Ίσως και να άργησα να φύγω  και συνέχισε: - Αύριο αρχίζουν τα μαθήματα και θα πάρετε  απουσίες και τότε τρέχα Γιώρη πάλι στα Λαγκάδια  και πλέρω γιατρό να  τις δικαιολογήσεις  . Αλλά το πιο σημαντικό  είναι πως  θα χάσετε μαθήματα και δε θα μπορείτε να παρακολούθησετε  τη συνέχειά τους . Βιαστείτε να πάμε όλοι μαζί και όχι ο καθένας μόνος του . Δεν ξέρουμε και τι θα βρούμε στο δρόμο μας.  Δεν είναι και εδώ πα τα Λαγκάδια . Είναι τρεις ώρες δρόμο και με τις καλύτερες συνθήκες.
           Ύστερα ,πετώντας το τσιγάρο του  καταγής και σβήνοντάς το  με τη βαριά του αρβύλα  κατευθύνεται για τον πέρα μαχαλά, τα  Μαρουδέικα, με βήμα γρήγορο και αποφασιστικό. Επέστρεψα και εγώ στο σπίτι μας και τα διηγήθηκα  στη μάνα μας και στον αδερφό μου . Η μάνα μας  συλλογίστηκε  τα  όσα είχε πει ο συγχωριανός της ο Ζούλας  και έδειξε  πως συμφωνεί  τελικά μαζί του.
   -  Ετοιμαστείτε γρήγορα ,φορτώνουμε το μουλάρι και ακολουθούμε το Ζούλα .Είναι δυνατός και έχει και δυνατό μουλάρι, αν χρειαστεί , θα μας βοηθήσει  και στο δύσκολο δρόμο. Αν πάλι μας κλείσει το χιόνι στα Λαγκάδια, πάλι έχουμε το νοικιασμένο  να μείνουμε  και σε φίλους και συγγενείς να φιλοξενηθούμε . Σας το είχα πει  νομίζω, πως οι Λαγκαδινοί είναι φιλόξενοι, πολιτισμένοι   και άνθρωποι του Θεού. Αρκεί πρώτα  να φτάσουμε .Για μένα ,όποια πόρτα χτυπήσω , πρόθυμα θα μου ανοίξουν .Όλοι από μικρό κορίτσι με ξέρουν και με γνωρίζουν πολύ καλά, όταν τους   πωλούσα τις Κυριακές λάχανα ,βορβούς  και ξύλα. Εμπρός βοουυρ και η Παναγιά μαζί μας.
         Σε λίγα λεπτά όλα ήταν έτοιμα .Βάλαμε στο παντελόνια μας  και λίγη σταφίδα με μύγδαλα ,ως θερμαντικά για το μακρύ και δύσβατο δρόμο και  ξεκινήσαμε. Η μάνα μου ,κλείνοντας και την εξώπορτα δεν παράλειψε να κάνει το σταυρό της ,στρέφοντας το πρόσωπό της προς την  εκκλησία της Παναγίας  μας ,ζητώντας ψιθυριστά τη βοήθειά της . Επίσης δεν παρέλειψε  να πάρει απαραιτήτως και τη μαγκουρίτσα της για στήριγμα  και να απειλεί  το μουλάρι ,κραδαίνοντάς την  ,όταν δεν πειθαρχεί στα κελεύσματά της.
        Στην Πλεύρα  ,που ήταν και ο τόπος συγκέντρωσης της ομάδας μας, χαιρετηθήκαμε και με τα υπόλοιπη παρέα μας. Κρεμάσανε και οι άλλοι στα δυο μουλάρια  τα τράιστα τους  για να είναι ελεύθεροι  στο περπάτημα  και  να προστατεύουν  τα χέρια τους απ΄ κρύο . Μόνο ο Δήμος του μπαρμπα – Φώτη , μετά από συμβουλή της μάνας του Ρηνιώς , κρατούσε  στο ένα του χέρι ένα μικρό δεματάκι   με λίγα αυγά  για καλύτερη προστασία στη  μεταφορά τους.
   Μπροστάρης και   αδιαφιλονίκητος αρχηγός μας αυτοχρίστηκε ο μπάρμπα – Γιώρης,   ο Ζούλας.  Ο γιος του, ο  Τσέρης, ήταν    καβάλα  γυναικεία στο μουλάρι και τυλιγμένος  με  ένα απλάδι. Ακολουθούσαμε οι άλλοι ,τα Ζιωγόπουλα ,ο Διαμαντής και ο Κώστας, ο Κώστας  και ο Δήμος του μπαρμπα -Φώτη ,ο Χρήστος ο Μποσμής  και ίσως και κάνα δυο  άλλοι Παλιοπυργίσιοι ,  που όμως δε θυμάμαι τα ονόματά τους .
         Ανεβαίνοντας στις  Γούρνες το ψιλόχιονο  ερχόταν φυσητό και παγωμένο και ξούριζε  τα αυτιά και το πρόσωπό μας .  Τα προφυλάξαμε αμέσως πρόχειρα δένοντας το κεφάλι μας  με μαντήλια και  με μάλλινες κάλτσες . Από την Πλεύρα ο Τσέρης τρωγόταν συνεχώς τον πατέρα  του να τον αφήσει να κατέβει απ΄  το μουλάρι  με την πρόφαση πως κρύωνε  . Ίσως να ήταν κι αυτό ,μα περισσότερο  νομίζω , πως ήθελε να έλθει στην παρέα μας  ,που ακολουθούσε  πεζή  τα μισοφορτωμένα  μουλάρια και έλεγε τα δικά της .
       – Γιώρη ,σα να έχει δίκιο το παιδί  , άφησέ το να κατέβει να πάει με τα ποδαράκια του  θα'ναι καλύτερα και θα ζεσταθεί , ενώ καβάλα θα παγώνει ,του λέει κι η μάνα μου. Ο  μπαρμπα- Γιώρης   του κάνει το χατίρι και μπαίνει μπροστά και  πιάνει το καπίστρι του ζώου και το σταματά .- Έλα ,του λέει,  πήδα  εδώ στο ξέχιονο  και συνεχίζει χαμηλόφωνα .-Αμ δεν είναι αυτός ο  πραγματικός λόγος ,αλλά η παλιοπαρέα  που σε θέλει. Παραπάνω ,που θα αποστάσεις , τότε  θα με παρακαλείς να  σε ανεβάσω πάλι στο μουλάρι. 
Κατακαμπίς ακούσαμε θόρυβο από πατήματα ζώων και  ανθρώπινες ομιλίες. Γρήγορα ξανάφανε μια  μεγαλύτερη ομάδα  από τη δική μας ανθρώπων και ζώων. Τους γνωρίσαμε αμέσως και νοιώσαμε όλοι μας αγαλλίαση και μεγαλύτερη ασφάλεια μέσα μας.  ΄Ηταν  οι συμμαθητές μας από το γειτονικό χωριό, την Κερπινή  και κάποιοι με τους  γονείς τους ,που  συνόδευαν κι αυτοί τα παιδιά τους για το Σχολείο. Δεν πέρασαν απ’ το χωριό μας ,γιατί  προτίμησαν για συντομία  το  μουλαρόδρομο που  το παρέκαμπτε . Πριν έλθουνε στις Πάνω Ράχες,  κοντά στου Γιωργίλα το αμπέλι  πήραν το δρόμο  που περνούσε στου Σούφη το πηγάδι, έφτανε στα Μπαρουνέικα  τα αμπέλια  και  οδηγούσε στην Αγια- Παρασκευή  και στον Αγιο -Αιμιλιανό . Έπειτα διέσχιζε τα Παλιάμπελα του Βαλτεσινιώτικου κάμπου  και συναντιόταν  με τον αμαξιτό δρόμο  Βαλτεσινίκου –Μυγδάλιάς  στο σημείο που τους απαντήσαμε .
Λες και είχαμε κλείσει εκεί ραντεβού  να βρεθούμε όλοι  μαζί.!!!  Μερικούς τους θυμάμαι και σήμερα ,αν και έχει περάσει σχεδόν  μισός αιώνας από  τότε. Χαιρέτησα τον ακούραστο μπαρμπα- Βασίλη το Ζαφειρόπουλο  με τους γιους του  και γκαρδιακούς μας φίλους,  Γιάννη και Λεωνίδα , τα αδέλφια Λέτα και Βασίλη Κωνσταντόπουλο , το Θωμά Πυρπυρή , τα αδέλφια Παύλο και Γιάννη Οικονομόπουλο  ,τον Κώστα Τζουτζούκο και κάποιους άλλους ακόμα, που όμως  δε θυμάμαι .
        Ο αρχηγός μας ,ο μπαρμπα –Γιώρης  ,τους χαιρέτησε και τους ευχήθηκε  υγεία  και καλή χρονιά και  πρόοδο στα παιδιά τους και συνέστησε σε όλους μας να βιαστούμε, γιατί  ο δρόμος είναι μακρύς , η ημέρα είναι μικρή και πως πρέπει ,αν  μπορέσουν ,να επιστρέψουν οι μεγάλοι στη βάση τους και συνέχισε . - Πού καιρός να  κάνουμε  κανά τσιγάρο ;
Ο χωρατατζής και κοινωνικός  μπαρμπα –Βασίλης , θέλοντας να δημιουργήσει κάπως πιο ευχάριστη  την κρύα ατμόσφαιρα  απευθύνεται στη μάνα μου ,που πρόσεχε πολύ  που πατάει, γιατί υπήρχαν πολλές  λούμπες  στον κάμπο .
  -  Ελένη, από το νερό και το χιόνι  σίγουρα θα πάμε χορτάτοι . Τα βάλαμε στο πετσί μας. Ας  καζαντίσουνε  τουλάχιστον  τα παιδιά μας  και ας  πιάσουνε τόπο τα τούραγνά μας.
-  Από το στόμα σου και στου Θεού το αυτί Βασίλη , μακάρι να προκόψουνε στη ζωή τους και να ΄χουνε καλύτερες ημέρες από μας.
  - Βλέπουν τα βάσανά μας , δεν είναι κουτά. Ας  διαβάσουν τα μαθήματά τους και τότε θα προκόψουν , συμπληρώνει ο μπαρμπα –Βασίλης.
        Σε λίγο αφήνουμε τον αμαξιτό  και ίσιο δρόμο και στρίβουμε δεξιά προς του Κακαβούλι το καλύβι. Καθώς ζυγώνουμε  στα Πατερά ,στο ελατοσκέπαστο βουνό , το χιόνι  ήταν περισσότερο κι άρχισε να  πέφτει  κι άλλο πιο πυκνό .Θυμήθηκα τότε τα προφητικά λόγια του μπαρμπα – Μήτσιου ,του ταχυδρόμου,  και δαγκώθηκα μονολογώντας: –Λες να βγούνε αληθινά  και τότε….. τη βάψαμε !!! Τότε μια λύση έχουμε , να ξαναγυρίσουμε στη βάση μας σα βρεγμένες γάτες!
         Προηγείτο  πάντα της ομάδας μας ο μπαρμπα –Γιώρης  ,που  κρατώντας πάντα το καπίστρι του μουλαριού του διάλεγε προσεχτικά  το μουλαρόδρομο με τη μαγκούρα του και δημιουργούσε αχνάρι για να περάσουμε και οι υπόλοιποι . Αυτό λεγόταν τότε , πως « ΄Εκοβε τον  καπινό  » ,αν θυμάμαι καλά. Μας μυρίστηκαν κάτι μαντρόσκυλα ,μας γαύγισαν για λίγο, αλλά   φαίνεται, πως  βλέποντάς μας  πολλούς ,δεν αποπειράθηκαν να μας χιμήξουν.  Άλλωστε  ο  αρχηγός μας  τα χούγιαξε με την αγριοφωνάρα του .
         Ανηφορήσαμε στα Πατερά με πολύ δυσκολία , και βρεθήκαμε  μπροστά σε ένα ειδυλλιακό, μαγευτικό τοπίο ,με  ψηλά και πυκνά χιονισμένα έλατα. Έμοιαζαν με πραγματικές  καμαρωτές νυφούλες.  Ποιος όμως από εμάς το χαιρόταν αυτό μες το κρύο και την αποστασίλα μας;     Ο αρχηγός μας  μάς  ανακοίνωσε χαρούμενος πως βρισκόμαστε στη μέση περίπου  του δρόμου μας. Αυτό μας γέμισε χαρά και ανακούφιση .  Σιωπηλοί και προσεχτικοί διαβήκαμε το διάσελο και κατηφορίσαμε προς την  Άρβιτσα.  Το βήμα μας έγινε πιο ταχύ  .Έβαλα το παγωμένο μου χέρι στην τσέπη του παντελονιού μου και μάζεψα με τα δάχτυλα όσες σταφίδες και μύγδαλα είχα εκεί βάλει. Άλλες τις  μάσησα  και τις κατάπια και άλλες τις μοίρασα στους συμμαθητές μου .   Χαμηλά ακουγόταν  το  μουρμουρητό  του  νερού , που έτρεχε στο ρέμα . Περάσαμε  τα περιβολάκια με τις γυμνές τώρα  καρυδιές ,που του Αη-Δημητριού ,πηγαίνοντας στο χωριό μας , βρίσκαμε καρύδια και τρώγαμε  και  σε λίγο φτάσαμε στο ρέμα. Τα μουλάρια το πέρασαν  πατώνας  μέσα στο νερό ,ενώ οι πεζοί πατώντας προσεχτικά  πάνω σε  μεγάλες πέτρες , το  δρασκέλισαν  .
          Πιάσαμε και πάλι την ανηφόρα και πλησιάσαμε  στην πηγή της  ΄Αρβιτσας, που έβγαζε από τα σπλάχνα της   αχνιστό νερό αυτή την εποχή. Αλήθεια πόσοι από εμάς δεν ξεδίψασαν στο δρόμο τους από το διάφανο και  δροσερό νερό της ; Τώρα ούτε ένας μας  έσκυψε να δροσιστεί.  . Αλλού ήταν ο νους μας , να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος ,ακόμη ούτε για μια γουλιά νερό!!  Ζεστοί όλοι ζοριστήκαμε  παίρνοντας την ανηφόρα πάλι  για να πλησιάσουμε στην  πασίγνωστη για τους διαβάτες  περιοχή  του  Παπά τη Λάκα.  Ίσως  στην τοποθεσία αυτή να υπήρχε χιόνι  πολύ ,καθώς και βρισκόταν σε μεγάλο υψόμετρο και ήταν βορινό και υπήρχε ο κίνδυνος ,λόγω του ψύχους να παγώσει ,οπότε θα ήταν απροπέλαστη και για τον πεζό ,αλλά πολύ περισσότερο και για τα ζώα.
          Ο μπαρμπα –Βασίλης μας το τόνισε αυτό :- Αν περάσουμε του Παπά τη Λάκα και το διάσελο με μια πηδουλιά  φτάνουμε στα Λαγκάδια με το καλημέρα. Στον κατήφορο λύνονται τα πόδια και πάνε μόνα τους χωρίς καμιά προσπάθεια. Σε αυτό συμφώνησε και ο αρχηγός μας ,  και  σαλάγησε την « κοπέλα » του, έτσι ονόμαζε το μουλάρι του ,για  να επιταχύνει την περπατησιά της.
          Θα μας πήρε μισή ώρα ώσπου μπήκαμε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μέχρι τώρα  διαδρομής μας. Εδώ τα μουλάρια και οι άνθρωποι μικροί και μεγάλοι θα αναμετρηθούν με τα ακραία καιρικά φαινόμενα και θα φτάσουν στα όρια της αντοχής τους. Το χιόνι ξεπερνούσε το μισό μέτρο και σε κάποια σημεία ίσως και παραπάνω και το χειρότερο ,ολοένα δυνάμωνε. Με δυσκολία σηκώναμε το ένα πόδι να δρασκελίσουμε  ,καθώς το άλλο βούλιαζε  μέσα στο αφράτο και ακόμη  απάγωτο χιόνι. Έπρεπε να πατάμε μόνο στο αχνάρι, που άνοιγε ο αρχηγός για σιγουριά .  Πυκνές τώρα  κουρελούδες έπεφταν ορμητικά παντού και σκοτείνιαζαν τον γύρω τόπο  και  περιόριζαν την ορατότητα. Ούτε στα πέντε μέτρα δε  βλέπαμε ο ένας τον άλλο .  Ο κίνδυνος να βουλώσουμε ήταν υπαρκτός. Το άσπρο πέπλο του χιονιού μάς θάμπωνε τα μάτια. Πεφτοσηκωνόμαστε μέσα στο χιόνι , στραβοπατώντας πότε  σε κοντακιανά πουρνάρια και πότε  σε μυτερούς  βράχους  και  βγαίναμε έξω από το μουλαρόδρομο , αφού τα ίχνη του πλέον  δεν τα διακρίναμε. Τα ρούχα μας μα περισσότερο τα παπούτσια  και οι κάλτσες μας  γέμισαν με νερό ,από το χιόνι που έλιωνε πάνω μας. Είχαμε  όλοι ,ζα και ανθρώποι ,γίνει μούσκεμα  μέχρι το κόκκαλο.
     – Κουράγιο παιδιά και στα διακόσια μέτρα φτάνουμε στην κορφή ,μας φωνάζει ο αρχηγός.  Πιαστείτε  χέρι με χέρι  και σε ανάγκη από την ουρά των ζώων και τραβώντας ο  ένας τον άλλο   να βγούμε πάνω.
  - Μπρεε , άκουσα να μονολογεί  η μάνα μας ,τόσο χιόνι δεν το πίστευα .  Γραφτό μας είναι να αφήσουμε την τελευταία μας πνοή  στα  κακοτράχαλα και φαλακρά  λαγκαδινά βουνά γιούλιι!! Ποιος τώρα στην κατάσταση που είμαστε θα μπορούσε να βοηθήσει  ,σκέφτηκα για μια στιγμή.
       Πιασμένοι χέρι με χέρι για να μη χαθούμε με την ψυχή στο στόμα ,πότε βουλιάζοντας και πότε  ξαναβγαίνοντας  πάνω  φτάσαμε επί τέλους στο ψηλότερο σημείο  της διαδρομής. Γείραμε προς τον κατήφορο, που όλοι λαχταρούσαμε να βρεθούμε. Αμίλητοι ,χωρίς ανάκαρα , δε γυρίσαμε το κεφάλι μας πίσω να δούμε το αλπικό αυτό τοπίο, που ομολογουμένως ήταν εντυπωσιακό.!!!
      Χωρίς σταματημό παίρνοντας την κατηφόρα  προς την πλευρά των  Λαγκαδίων  απαντιάσαμε  λίγο ,  γιατί  και  το  ύψος του χιονιού  ήταν λιγότερο  και  πιο αραιό έπεφτε και ο παγωμένος βορεινός  αέρας έκοβε , καθώς σκόνταφτε  πάνω στον ορεινό όγκο.
– Σωθήκαμε παιδιά μου ,αναφώνησε κι ο μπαρμπα –Βασίλης  . Για μια στιγμή νόμιζα πως θα βουλώσουμε από τις πυκνές κουρελούδες που λες και  έρχονταν  κατ΄ ευθείαν από το Χελμό.
        Λες και τα πόδια μας πήραν φτερά , όλοι  οι  μαθητές αρχίσαμε τα σφυρίγματα και τις επευφημίες .  Κάποιοι από εμάς   σχολίαζαν και μιμήθηκαν    τη συμπεριφορά  και τους τρόπους των καθηγητών τους  και  άλλα πολλά ευτράπελα της σχολικής μας ζωής . Σαν αντικρίσαμε  από ψηλά τα πρώτα λαγκαδινά  αρχοντόσπιτα   του πάνω  Μαχαλά, κάποιος μας αναφώνησε το περίφημο των Μυρίων του Ξενοφώντα :    « θάλαττα ,θάλαττα » που όλοι  οι άλλοι  επαναλάβαμε  και αντήχησαν τα λαγκάδια και οι ρεματιές. Λες και γυρίσαμε από τον κάτω Κόσμο  στη  γλυκιά ζωή  και βρήκαμε τη σωτηρία μας !!!
        Βλέπαμε χαμηλά ,κάτω απ’ τα πόδια μας τα Λαγκάδια ,το ιστορικό  και ένδοξο αυτό κεφαλοχώρι της Γορτυνίας, που  επιβλητικό φάνταζε ριζωμένο στην πλαγιά του Αρτοζήνου. Κτισμένο αμφιθεατρικά  με  καλοδουλεμένη πέτρα  και από  τους έμπειρους λαγκαδινούς κτίστες  προκαλούσε δικαιολογημένα  το δέος και το θαυμασμό μας. Εδώ ήταν  φωλιά των κλεφτών και  των καπεταναίων κατά την τουρκοκρατία, που σήκωσαν το μεγάλο βάρος  της Επανάστασης του απελευθερωτικού Αγώνα του Έθνους μας.Αυτός ο  τόπος ο τραχύς και δυσπρόσιτος αλλά περήφανος   γέννησε   και τη μεγάλη αρχοντική και πολιτική οικογένεια των Δεληγιανναίων. Θυμήθηκα και το Νικήτα το Στρατολάτη με το σχετικό του  βιβλίο ! « Και τα βουνά λεβέντες!!»
        Πλησιάζαμε προς το ρέμα, που κατέβαζε άφθονο  νερό, γιατί  ψηλότερα και δεξιά μας  ήταν το κεφαλόβρυσο  του Ράπη,  που υδρεύει  ολοχρονίς και  όλα τα Λαγκάδια . Πιο κάτω φαινόταν  και  ο ομώνυμος μύλος. Χαμηλότερα  σχηματιζόταν ένας μικρός καταρράχτης ,που έπεφτε με πάταγο από ψηλά  και αντιλαλούσαν οι ρεματιές και τα διάσελα στην   εποχή  μάλιστα αυτή, που σπάζανε οι πηγές και η πέτρα αναβλύζει νερό!   Στη ρεματιά δρασκελίσαμε με μικρό άλμα το άφθονο τρεχούμενο νερό . Ο Κώστας  της Ρηνιώς  το δρασκέλισε  τελευταίος . Ο αδελφός του, ο Δήμος,  του  έδωσε  το δεματάκι με τα αυγά,  δρασκέλισε  πρώτα με μικρό πήδημα  το νερό  και ύστερα άπλωσε το χέρι του  και το πήρε με ασφάλεια απ΄ τα χέρια του Κώστα. Μια μικρή δοκιμασία μέσα σε τόσες άλλες μεγάλες .    
       Κατεβαίνουμε στις Σφάκες . Σε λίγο μπαίνουμε  στο χωριό  .  Τότε το ρολόγι  των Αγίων Ταξιαρχών σήμαινε δώδεκα. Πριν χωρίσουμε ο καθένας για τη βάση του ο αρχηγός μας κρατάει το μουλάρι του και απευθυνόμενος στους μεγάλους και συνοδούς μας τους λέει:
 – Με τη βοήθεια του θεού φέραμε τα παιδιά μας ασφαλή στο Σχολείο τους. Ας κανονίσουμε γρήγορα τις δουλειές μας  και σαν το ρολόγι βαρέσει δυο φορές ξεκινάμε για τα χωριά μας .Προτείνω να συναντηθούμε  στου Ανθούλη το μαγαζί . Εγώ με το χτύπημα του ρολογιού ξεκινάω και  όποιος θέλει ακολουθεί. Οι περισσότεροι συμφώνησαν ,εκτός από  έναν Κερπινιώτη, που φαινόταν εξαντλημένος  και δήλωσε ,πως θα μείνει για να δει και το γιατρό αύριο  μιας και ήρθε τόσο δρόμο.
         Στη συνέχεια η μάνα μου ροβόλησε ,κρατώντας το μουλάρι απ΄  το καπίστρι   προς το σπίτι της σεβάσμιας  γρια -Μπαριάμενας ,που βρισκόταν καμιά πενηνταριά μέτρα κάτω από τους Άγιους Ταξιάρχες. ‘Εδεσε το μουλάρι στην κολώνα της ΔΕΗ ,το ξεφόρτωσε προσεχτικά και  το τάισε με καρπό . Μαζί  της  και με τα ταγάρια  στα χέρια μας ανεβήκαμε τα είκοσι πέτρινα σκαλιά και χτυπώντας την  εξώπορτα   φωνάξαμε το όνομά της .
-Θεια  Μπαριάμενα – θεια Μπαριάμενα ,  ήρθαμε ,άνοιξέ μας  .
 Από μέσα ακούστηκε η βραχνιασμένη  φωνή της .
–  Μάικοοο , περίμενε  έρχομαι .Ακούγαμε τα βαριά της βήματα να πλησιάζουν.
       Ξεκλειδώνει την σκεβρωμένη πόρτα της εισόδου και μας υποδέχεται  χαρούμενη.
 – Καλώς τα  παιδάκια μου ,τα μάτια μου τα δυο. Χρόνια πολλά και καλή πρόοδο . Οι Άγιοι Ταξιάρχες  μας να σας φωτίζουν.  Βλέποντας και τη μάνα μας  ,τη χαιρετάει και την ασπάζεται σταυρωτά  .Μας βάζει γρήγορα στο χειμωνιάτικο ,κοντά στο τζάκι και μας φτιάχνει  και μας προσφέρει τσάι του βουνού για να ζεσταθούμε   και βάζει χοντρά  ξύλα στο τζάκι και μας προτρέπει γρήγορα να αλλάξουμε ,να φορέσουμε στεγνά ρούχα  για να μην πάρουμε καμιά πούντα. Εμείς  εύκολα βολευτήκαμε ,γιατί είχαμε ρούχα  να αλλάξουμε. Αλλά και η  μάνα μας ψευτοβολεύτηκε  ,φορώντας κάποια  δανεικά στεγνά  ρούχα της σπιτονοικοκυράς μας. Ύστερα  κρέμασε την μπαλαρίνα  και το μαντήλι της στην καρέκλα δίπλα στο τζάκι και   πλησιάζοντας όρθια  τη δυνατή φλόγα πρόχειρα στέγνωσε  και τα εσώρουχά της .
 -Να πω την αλήθεια και βλέποντας το σημερινό καιρό δε σας περίμενα,  μας λέει η γριά- Μπαριάμενα .   Κάνατε μεγάλη αποκοτιά .  Είπα πως θα ήταν φρονιμότερο να κοπιάστε καλύτερα αύριο που ,καθώς έμαθα , θα κόψει ο χιονιάς και θα ανέβει και η θερμοκρασία.  Τέλος  όμως καλό ,όλα καλά.
 Η μάνα μου της έδωσε το φίλεμά της και παίρνοντάς την απ΄  το χέρι  προχώρησε απόμερα , προφανώς για να μην ακούμε εμείς , και μάλλον της ζήτησε να μας ορμηνεύει  και να μας φροντίζει ,όσο βέβαια μπορεί.  Την  Μπαριάμενα  άκουσα  μόνο να τη ς λέει..
– Μείνε ήσυχη Γληγόρενα  . Σου συνιστώ  όμως να κοιμηθείς μαζί μας απόψε , γιατί είσαι κουρασμένη και δε βλέπω το λόγο  να ταλαιπωρηθείς  κι άλλο. Αδειανό κρεβάτι  έχουμε  και βαριά κλινοσκεπάσματα μπόλικα να  ζεσταθείς. Μα αν σκέφτεσαι να επιστρέψεις  πρέπει γρήγορα να ετοιμαστείς . Εγώ όμως δε σου το προτείνω.
 Η μάνα μου την ευχαρίστησε .Μα δε θα μείνει ,γιατί στο καλύβι την περιμένουν  τόσα στόματα να τους πάει ψωμί από αυτό που είχε ζυμώσει και ψήσει  στο χωριό  και μάλιστα σε βαριά γιορτή ,ανήμερα των Φώτων.  Ύστερα  έκοψε μια φέτα ψωμί και  το προσφάγισε με ένα σβώλο  τυρί .Μας φίλησε και  λύνοντας το μουλάρι   ανέβηκε πάνω στο κεντρικό δρόμο και προχώρησε κατά του Ανθούλη το μαγαζί.   Εκεί συναντήθηκε  με την παρέα της , αγόρασε απ΄ το μαγαζί  του  ένα μπιτόνι φωτιστικό πετρέλαιο για τον τσιμπλί μας στο καλύβι  και λίγες καραμελίτσες και όλοι μαζί ξεκίνησαν ,πριν χτυπήσει το ρολόγι δύο, για το αγαπημένο μας  χωριό.
   Αξέχαστες  και συγκλονιστικές πραγματικά για  μένα  αναμνήσεις  απ ΄ τα μαθητικά μου  χρόνια στο  ιστορικό Γυμνάσιο – Λύκειο Λαγκαδίων .
              
   ΓΥΜΝΑΣΙΟ –ΛΥΚΕΙΟ ΛΑΓΚΑΔΙΩΝ

             Πέρασα απ΄ τα Λαγκάδια  με τα σπίτια μισoάδεια.
             Ανηφόρισα για το Σχολειό μα το βρήκα σφαλιστό ,
             βουβό και μελαγχολικό Γυμνάσιο το ιστορικό.
             Είχε στέρεα θεμέλια με τέχνη καμωμένα.
             Παραθύρια είχε πολλά για να βλέπουν τα παιδιά ,
             τον  Ήλιο  διαφεντευτή  το  Δάσκαλο ποιητή,
             μετάδιναν τη γνώση, τον έφηβο να λευτερώσει.
             Τα  βιβλία σαν τα κρίνα ανάβλυζαν Αρχαία Σοφία ,
             το μέτρο και την αρμονία  του Θεού την ευλογία.
             Μέσα από την Ιστορία   διδάσκονταν φιλοπατρία.
             Σμίλευε ο Δάσκαλος ψυχές για να είναι ταπεινές.
             Να πολεμάνε την αδικία  πανταχού στην κοινωνία.
            Ξεκινούσαν τα παιδιά να πάνε και στην εκκλησιά
             με την εθνική τους φορεσιά όλο χάρη κι ομορφιά.
            Από  φωνές και ιαχές χαίρονταν   οι ρεματιές,
            αγάλλιαζαν τα βουνά του απάνω Μαχαλά ,
           τις  σάλπιγγες να παίζουν ,το ΄21 να ανασταίνουν.
           Χάραξες ορθή πορεία στων Ελλήνων την Παιδεία ,
            Γράφοντας λαμπρή ιστορία στην ωραία Γορτυνία.
            Δίδαξε τώρα , αλλάζοντας προσανατολισμό ,
            απλόχερα   πανανθρώπινο πολιτισμό.
            Στο Σχολειό  μου το λιτό  το αφιέρωμα αυτό,
            που  βαλε το λιθαράκι να ανεβώ κι εγώ λιγάκι.

                Μαρίνης Πολυχρονόπουλος  ,Φιλόλογος - Ιστορικός




7 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Αυτο ειναι απ τακαλυτερα του Μαρινη Περιμενω με αγωνια την συνεχεια ...

Ανώνυμος είπε...

Να σε καλά ρε Μαρίνη, τι μου θύμησες τώρα

Ανώνυμος είπε...

"-Μακάρι να χιονίζει όλη ημέρα και να το πάει ένα γόνα και να ακούσουμε απ’ το ράδιο πως κλείσαν τα σχολεία στην ορεινή Αρκαδία και στα Καλαβρυτοχώρια για ένα δεκαήμερο ,πολύ θα το γλένταγα . Το μισό χοιρινό μας κρέμεται ακόμη ψηλά στο πατερό και κάθε μέρα θα ψήνω στη θράκα μπριτζόλες . Ύστερα θα παίζουμε χιονοπόλεμο στην πλατεία και θα στήνω πλακοπαγίδες για τσιροπούλια. Το βράδυ θα συνεχίζουμε κανονικά το τριαναένα, δίπλα στη σομπίτσα , στο μαγαζάκι του Τούρκου. Ωραία δε θα περάσουμε παιδιά ; Δε συμφωνείτε !!! Οι περισσότεροι συμφώνησαν με τα λόγια του Νίκου , άλλο που δεν ήθελαν ,και οι ελάχιστοι , οι « σπασίκλες » , είπαν πως βαρέθηκαν να κάνουν τα ίδια και τα ίδια και θέλαν το Σχολείο τους."Αυθεντική περιγραφή εκείνων των ήμερων,εκείνων των εποχών!!!!!!!
πκ

Ανώνυμος είπε...

αυτή ήταν η σκληρή πραγματικοτητα !!

κουκος είπε...

ολοι τα ζησαμε...αλλος λαγκαδια ,αλλος βαλτεσινικο ,αλλος στρεζοβα και καποιοι νεωτεροι στα μαζεικα...κακως λεμε ηταν σκληρη η ζωη μας...ηταν σωστη η ζωη μας...ο ανθρωπος γεννιεται για δυνατα πραγματα...και τα ζει...αυτη ειναι η ζωη μας...αλλοι περασαν χειροτερα κι αλλοι χαθηκαν για την πατριδα η τις ιδεες τους...απλως οτι κατακτησαμε δεν επιτρεπεται ν αφηνουμε να μας τ αρπαζουν απ το χερι....χρονια πολλα σε ολους και στο μαρινη που μας θυμισε τον δικαιο αγωνα μας μεσα στη ζωη....πατριωτες τιποτα δε μασ χαρισανε

Ανώνυμος είπε...

Όλη η πορεία του ανθρώπου μέσα στο χρόνο είναι ενα διαρκές και συνεχόμενο άλμπουμ που ο καθένας μας το συμπληρώνει.
Ο σκοπός είναι να συνεχίσουμε να κολλάμε πάνω του αναμνήσεις όπως αυτό το εξαιρετικό άρθρο του συμπατριώτη !!! Μπράβο στους γλανιτσιώτες.

Ανώνυμος είπε...

Να μας ζήσει το Κολοκοτρονέικο- Πολυχρονοπουλέικο σόγι. Γουβιά,Περαμεριά και βάλε!