Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Κριτική βιβλίου

Γράφει ο Παλιοπυργήσιος

Κοντέβανε τα Λαμπρογιόρτια. Βγήκε ο Βαγγέλης Χριστόπουλος (Τζιράκας) από την πόρτα του σπιτιού του και είδε το γείτονά του με μια βούρτσα στο ένα χέρι και μ’ ένα ντενεκέ με σβησμένο ασβέστη στο άλλο χέρι. Ότι είχε τελειώσει που ασβέστωνε τις μάντρες εκεί γύρω στο σπίτι του, στην αυλή του.
Και τώρα, γεμάτος ικανοποίηση, καμάρωνε τις μάντρες που, ενώ πριν από λίγο λες και ήταν σε λήθαργο, άχαρες, μουντές, γεμάτες μόσκλια, τώρα ζωήρεψαν, λες και ζωντάνεψαν, έτοιμες να κουβεντιάσουν μαζί σου. Γέμισαν φρεσκάδα και σκόρπισαν απλόχερα χάρη και ομορφιά παντού εκεί γύρω.
Εδεκεί, λες και τον τσίμπησε σφήκα το Βαγγέλη, παίρνει απότομα στροφή μπαίνει στο σπίτι, τα ’βαλε με τον εαυτό του που τόσον καιρό είχε υπόψη του να φρεσκάρει κι αυτός κάτι κι όλο ξεχνιόταν.

Συμμαζεύει τα εργαλεία του, όχι βούρτσα και ασβέστη, αλλά τη σκαπάνη του πνεύματος, τη μνήμη, τη θέληση, την αγάπη του για το παρελθόν, τη λατρεία για τον τόπο του. Και με όλα αυτά, ανακατεύοντάς τα με κόπο πολύ, συναρμολογεί το άρμα του – ένα  καινούριο μεταφορικό μέσο το «ΔΕΚΑ ΕΝΝΙΑ ΚΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ»  το θέτει σε λειτουργία και ταξιδεύει στο Παρελθόν. Εκεί συναντάει τη ξεθωριασμένη Παράδοση και την ξελαμπικάρει. Βρίσκει τα παλιά ήθη και έθιμα ξέψυχα και τους δίνει ζωή. Κουβεντιάζει με αγαπημένα πρόσωπα που έχουν φύγει πριν πολλά χρόνια. Και… και… και φρεσκάρει όλο το παρελθόν, που πια δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις λαμπερές-λαμπριάτικες μάντρες του γείτονα.
Λαθρεπιβάτης κι εγώ στο άρμα του Βαγγέλη, μέσα από το βιβλίο του «ΔΕΚΑ ΕΝΝΙΑ ΚΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ» ταξιδεύω στο παρελθόν:
Παρακολουθώ βήμα-βήμα τ’ αρραβωνιάσματα και το γάμο της χαριτωμένης και λίγο… αινιγματικής Θανάσως με το Στάθη από τον Αγιο-Βλάση (αν και θα προτιμούσα για γαμπρό το Γιώργη της Ντρίβαινας).
Έφαγα ένα μεζέ καρούντζαφλα εκεί που σφάξανε τη γουρούνα του Ντίνου.
Έκατσα στο σιδερένιο τρίποδο τραπεζάκι με τον Κουτσό, το Ζιωγούλα και το Τζιμπάκο. Ήπια μαζί τους το καθιερωμένο κατρουτσάκι και σιγοτραγούδησα κι εγώ το
«Σαν πήρα ’να κατήφορο την άκρη το ποτάμι
και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο…».
Ανατρίχιασα με το που άκουσα τη λυπητερή φωνή της καμπάνας, που κρεμόταν στην αχλαδιά, εκεί κοντά στο σπίτι του Τσιαγκρή, μα φτερούγισα όταν την άκουσα να χτυπά χαρμόσυνα τη νύχτα των Χριστουγέννων, έτρεξα και χώθηκα στον ιερό της εκκλησίας, μικρό παιδί, να βοηθήσω τον παπα-Πάνο, όπως συνήθιζα.
Ακολούθησα την παρέα του Μπλέ, τε για ξενοδούλι, τε ξενυχτίσαμε στην Άγια-Λαύρα, ευτυχώς δε μας κλείσανε οι καλόγεροι απέτσω. Τε την άλλη μέρα Οδοντοτό, γαλαρίες, Διακοφτό κι από κει στην Κουλούρα για ξενοδούλι στα σταφιδάμπελα Αιγιαλείας.
Ήπια καφέ με τον Κόλια στο μαγαζί του Βασιλάκου, όμως στο χοντρό φλιτζάνι «κατ’ εξαίρεση» και με μια σταγόνα κονιάκ μέσα, στα μουλωχτά, για να διακρίνεται από τους άλλους… γιατί δεν είμαστε όλοι όμοια… δεν είμαστε σαν αυτούς που πήγαιναν στο Μαίναλο… αυτοί πίνανε καφέ της αράδας, μαιναλίσιο καφέ….
Αγόρασα μια πολυκαιρνή-ξερακιανή ρέγγα από του μπαρμπα-Αντώνη του Ντούσια, την έφαγα, δε με πείραξε, ενώ τον παπα-Πάνο τον μούρλανε μια καούρα στο στομάχι όλη τη νύχτα από μια όμοια που έφαγε το προηγούμενο βράδυ…
Πήρα πολλά κουκιά ένα ψυχο-Σάββατο στην εκκλησία του χωριού μου. Τόσα, που δε χωράγανε στη χούφτα μου, γύρισα το μπροστινό μέρος της φανέλας μου προς τα πάνου, έγινε σακούλα, κάτι σαν τη μάρσιπο της καγκουρώ - ας πούμε-  και τη γέμισα. Άσε που μου ’δωκε κι ο παπάς μισή προσφορά, γιατί βοήθησα με άλλα παιδιά να κουβαλήσουμε τις προσφορές στο σπίτι…
Πήγα προσκυνητής στον Αη-Γιώργη του Παλιόπυργου και… και… και…
Πόσα είδα, πόσα θαύμασα, πόσο ευχαριστήθηκα με αυτό το ταξίδι μου στο παρελθόν. Και μάλιστα… λαθρεπιβάτης, χωρίς εισιτήριο… δεν ξόδεψα μία…
Όμως όσα χρήματα και να ξόδευα… αξίζανε τον κόπο και με το παραπάνω. Μπράβο Βαγγέλη, πολλά-πολλά συγχαρητήρια για το εξαιρετικό σου αυτό έργο «ΔΕΚΑ ΕΝΝΙΑ ΚΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ» με το οποίο καθένας μπορεί να ταξιδέψει τόσο ευχάριστα στο Παρελθόν.


Παλιοπυργήσιος

Δεν υπάρχουν σχόλια :