Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΑ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ


Γράφει ο Παλιοπυργήσιος
Ε, ρε, τι χειμώνας κείνα τα χρόνια, τι κρύο, τι ξεροβόρια. Να βλέπεις τα κρούσταλλα να κρέμονται εκεί από τους στάλακες στα κεραμίδια του σχολείου, μάκρος πάνω από ένα μέτρο. Και να είναι με ακρίβεια στιχιμένα, έτσι που να σου θυμίζουν λόχο Ρωμαϊκής Λεγεώνας. Το χιόνι πάνω από 20 πόντους. Ν’ αναλογίζεσαι ότι στα «Πατερά» και στα «Διάσελα», εκεί στο δρόμο προς τα Λαγκάδια, το χιόνι θα φτάνει κοντά ένα μέτρο. Και συ να θες να φύγεις για Λαγκάδια.
Ήταν η χρονιά το χίλια εννιακόσια πενήντα… τόσο. Δε θυμάμαι ακριβώς. Γενάρης μήνας. Ανήμερα τ’ Αγιαννιού. Τέλειωσαν οι Χριστουγεννιάτικες διακοπές για τους μαθητές, που αντηχούσε πια στ’ αυτιά τους το λαϊκό δίστιχο:
Τ’ Αγιαννιού την άλλη μέρα
Πάρ’ τη σάκα σου και έλα._
Έτσι όλοι οι μαθητές του Γυμνασίου από το χωριό μας ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για τα Λαγκάδια. 

Παρέες, παρέες, άλλοι πρωί, άλλοι μεσημέρι και άλλοι τ’ απόγιομα. Εγώ κίνησα μ’ ένα τσούρμο, μια 15αριά παιδιά. Στο Βαλτεσινιώτικο κάμπο σμίξαμε με μια δεκαριά γυμνασιόπαιδα από την Κερπινή. Προχωρούσαμε σχεδόν αμίλητοι. Είχαμε χάσει εκείνη την παιδιάτικη όρεξη. Μεριά το κρύο, μεριά που επιστρέφαμε στις αγωνίες και στις δυσκολίες της μάθησης. Περάσαμε το καλύβι του Κακαβούλη. Φτάσαμε στην Άρβιτσα. Μερικοί γονείς, πατέρας ή μάνα, συνόδευαν τα παιδιά τους, ιδίως γονείς των μικρότερων, πρώτης και δευτέρας τάξης. Γιατί όλοι οι μαθητές είχαν να μεταφέρουν μέσα στο τράσ(ι)το τους μια πουγανιά ψωμί, να περάσουν τη βδομάδα, άλλα τρόφιμα και μερικά βιβλία που τα είχαν φέρει μαζί τους, τάχα μου να διαβάσουν στις διακοπές.
Ανηφορίζουμε για τα «Πατερά». Το χιόνι πλησιάζει τώρα το μισό μέτρο. Μπροστά πηγαίνουν οι γονείς που με τ’ αχνάρια τους ανοίγουν ντορό. Με τα πολλά αχνάρια και με το σπρώξιμο του χιονιού, δεξιά κι αριστερά, ανοίγει ένα αυλάκι και μέσα σ’ αυτό προχωράνε τα παιδιά, τα μεγάλα πίσω από τους γονείς και τα μικρότερα παραπίσω. Ύστερα από αρκετή ώρα φτάσαμε στην άλλη κορφογραμμή, στα «Διάσελα». Εδώ το χιόνι κοντεύει να φτάσει το μέτρο. Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε προς τους «Μύλους». Το χιόνι λίγο-λίγο λιγοστεύει. Οι γονείς εδώ δίνουν τα τράσ(ι)τα στα παιδιά τους και παίρνουν το δρόμο του γυρισμού. Τα παιδιά ύστερα από κουραστικό ταξίδι τριών και παραπάνω ωρών φτάνουμε στα Λαγκάδια. Κι εδώ το χιόνι είναι αρκετό και το κρύο περονιάζει. Βλέπουμε μερικούς Λαγκαδινούς που έχουν ανέβει στα κεραμίδια των σπιτιών τους και με τα φτυάρια γκρεμίζουν το χιόνι για να μην πάθει ζημιά η σκεπή από το πολύ βάρος. Τα παιδιά πάνε στα σπίτια τους, το καθένα εκεί που έχει νοικιάσει. Και καλά, εκείνα που έχουν νοικιάσει σε κατοικημένα σπίτια, θα έχουν τη φροντίδα της κάθε Λαγκαδιανής νοικοκυράς. Γενικά ήταν όλες πολύ καλές, όλοι μας είμαστε ευχαριστημένοι. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις. Όμως τα παιδιά που έμεναν σε ακατοίκητα; Πάρα-πολύ δύσκολα. Είχαν βέβαια λίγα ξύλα, αλλά τι να το κάνεις!!!
Δίπλα από κει που μέναμε εγώ κι ο Χρήστος έμεναν σε ακατοίκητο σπίτι ο Πάνος, ο Θοδωρής και κάποιος άλλος, που ποιος ήταν μου διαφεύγει τούτη τη στιγμή. Στο σπίτι αυτό όμως συχνάζαμε, ιδίως τα βράδια πολλά παιδιά. Είχαν φέρει λιγοστά ξύλα οι γονείς τους. Αλλά και τα παιδιά έκαμαν το δικό τους κουμάντο. Προμηθεύτηκαν μερικά ξύλα, με τρόπο… ανορθόδοξο βέβαια, αλλά… τι ήθελες εσύ να γίνει! Στην προμήθεια αυτή είχαμε συμμετοχή και πολλοί από εμάς που συχνάζαμε στο ακατοίκητο αυτό σπίτι. Πώς; Με ποιον τρόπο; Μερικοί μου λένε να μην το γράψω. Εγώ θα το γράψω κι εσύ που θα το διαβάσεις να μου πεις αν έπρεπε ή όχι.
Καθώς περνάγαμε τους «Μύλους» και κατηφορίζοντας πλησιάζαμε να φτάσουμε στα Λαγκάδια, εκεί υπήρχαν αρκετά μικρά περιβολάκια. Το καθένα ανήκε σε κάποιον νοικοκύρη ή μάλλον σε κάποια Λαγκαδινιά νοικοκυρά, γιατί οι νοικοκύρηδες έλειπαν σχεδόν ολοχρονίς σε ξένα μέρη-μάστοροι της πέτρας, που εκεί καλλιεργούσε λίγα περιβολικά, λίγα για το σπίτι της (ντομάτες-κολοκύθια-φασολάκια- ήμερα λάχανα κ.α.). Όλα αυτά το Φθινόπωρο είχαν ξεβγεί. Όλα είχαν ξεραθεί απάνου στους ξύλινους πασσάλους, εκτός από τα ήμερα λάχανα που άντεχαν μέχρι τα Χριστούγεννα και πέρα ακόμα και που όσο τα έκαιγε ο πάγος τόσο πιο πολύ νοστίμιζαν τα γουλιά τους. Ε, κάτι βράδια, πριν και μετά τα Χριστούγεννα, κίναγε μια ομάδα από δύο-τρία παιδιά, απ’ αυτά που έμεναν και σύχναζαν στο ακατοίκητο εκείνο σπίτι και πήγαιναν για γουλιά. Έκοβαν μερικά λάχανα, ξεχώριζαν τα γουλιά τους και τα παίρνανε. Μαζί με τα γουλιά, οι μπελάδες, έπαιρναν το καθένα από μια αγκαλιά φασουλόξυλα. Και αυτό γινόταν αρκετές φορές και έτσι η ζημιά ήταν μεγάλη!!!
Όταν φτάνανε πάνω από το σπίτι πετάγανε τις αγκαλιές τα φασουλόξυλα κάτω στην αυλή. Οι ξερές φασουλιές τινάζονταν και τα φασουλόξυλα σπασμένα στη μέση τρακαδιάζονταν στη σάλα του σπιτιού. Αρκετή λοιπόν προμήθεια, αλλά με… ανορθόδοξο τρόπο.
Ναι αλλά οι ξερές φασουλιές που τρίβονταν στην αυλή, όπως «Οι γερανοί του Ιβύκου», έγιναν οι μάρτυρες του… εγκλήματος. Ο μπαρμπα-Μήτσιος, γείτονας, καθώς περνούσε σ’ ένα δρομάκι πάνω από την αυλή, είδε τις ξερές φασουλιές… υποψιάστηκε. Μια μέρα που τα παιδιά ήταν στο σχολείο άνοιξε την πόρτα, (σιγά μην ήταν κλειδωμένη… τώρα είναι κλειδωμένες και διπλοκλειδωμένες και πάλι ανοιχτές είναι) μπήκε μέσα και είδε στη σάλα έναν… τρακά φασουλόξυλα. Ε, βρήκε την ευκαιρία να μας κάνει εκβιασμό. Δεν ξέρω αν το δικό του περιβόλι είχε πάθει ζημιά. Οι Λαγκαδινές νοικοκυράδες που είχαν τη ζημιά περίμεναν κάθε Κυριακή να σχολάσει η εκκλησία και εκεί να κάνουν τα σχόλιά τους.
-          Μάικοοοο, πήγα για κάνα λάχανο και με το ζόρι μάζεψα μια μαγειριάααα…
-          Κι εγώ το ίδιο, γιούληηηη, άσε που δε μου αφήκανε φασουλύξυλο με φασουλόξυλο πουθενάααααα….
-          Κι εγώ, λέει μια άλλη, γύρισα με αδειανά τα χέρια και είπα: «όποιος πήρε τα φασολόξυλα να ’ρθει στην ανάγκη και να ’ρθει να του δώσω κι ένα… κούτσουροooooo».
Αυτά κουβέντιαζαν και διέκρινες στο πρόσωπό τους μια ανεξικακία… Θεός σχορέσ’ τες, πολύ καλές οι Λαγκαδινές νοικοκυράδες, δεν είχαμε παράπονο…
Ε, ναι με ελάχιστες εξαιρέσεις, παντού υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο μπαρμπα-Μήτσιος απαιτούσε ούτε λίγο ούτε πολύ... εξακόσιες δραχμές!!! αποζημίωση, αλλιώς θα μας πάει στο Γυμνασιάρχη. Εξακόσιες ολόκληρες δραχμές, ακατέβατες. Με μια σκληράδα… ούτε η σύγχρονη τρόικα έτσι. Τι κάνουν τώρα; Αναλαμβάνει ο Πάνος του Τασιόρηγου, σαν πιο μεγάλος και πιο ειδικός να πάει για διαπραγματεύσεις. Τι έκανε,  τι είπε, πώς τα κατάφερε… οι εξακόσιες δραχμές έγιναν εκατόν πενήντα. Και πάλι πολλές, αλλά τι… να κάνουμε; Μαζεύτηκαν τα λεφτά, αποζημιώθηκε ο μπαρμπα-Μήτσιος και γλιτώσαμε την αποβολή.
Τώρα δε θα σε επηρεάσω. Μόνος σου θα κρίνεις. Ήταν σοβαρό παράπτωμα ή ήταν ένα αθώο παιδικό παράπτωμα ή ένα παράπτωμα… ανάγκης; Μόνο επίτρεψέ μου να σου συστήσω: Πριν κρίνεις, να μεταφέρεις τον εαυτό σου στη θέση εκείνων των παιδιών, εκείνης της εποχής… αν μπορείς._

Παλιοπυργήσιος


13 σχόλια :

Nis είπε...

Πιστεύω αυτή την φορά να γίνουν σεβαστά όλα τα παραπάνω και ιδαίτερα:
Οτι κάθε σχολιαστής θα διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο θα αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Επομένως θα διαγράφεται κάθε σχόλιο που δεν θα υπογράφεται με όνομα η ψευδώνυμο
Ευχαριστώ

αρμοδιος είπε...


κανενας δεν εχει ελαφρυντικο ποσο μαλλον οταν μαθαινει γραμματα...χαριτωμενα ακουγονται ολα αυτα μετα απο πενηντα η εξηντα χρονια....νομιζω ,ομως, πως οι γονεις επρεπε να κουβαλανε κανα ξυλο στα παιδια τους

ΜΝΙΜΟΝΙΑΚΟΣ είπε...

Πολύ φτωχά χρόνια αλλά καθαρά στο κάθετη γύρω μας είχε αξία αν σπαγαμε ενα ποτήρι μας έπιανε θλίψη ενώ σήμερα το παιδί καν του κάνει εντύπωση

Ανώνυμος είπε...

εξιδανίκευση της εποχής.
μου θυμίζει το στρατό που μόνο ως καλή εποχή την αναφέρουμε πλέον στις διάφορες αφηγήσεις μας.
κακά τα ψέματα ,δεν στεναχωρόμαστε γιατί κάναμε κάποια ζημιά αλλά γιατί θα τρώγαμε ξύλο.

Ανώνυμος είπε...

γιωρη για εκλογες δεν λες τιποτα...γκλαφουνιξατε καμποσο τωρα μιλια...η λασπη του κολοβου σας λερωσε ολους...θελατε πλατεια στα τρια χρονια...για τους πρωην που ηταν απο το χωριο σου τιποτα που επρεπε να την φτιξουνε...στα επομενα πεντε χρονια η πλατεια θα ειναι ετοιμη,οπως και αλλα εργα πολλα...

Ανώνυμος είπε...

συγνωμη ξεχασα...το ονομα μου ειναι...σβολος καλα εκανες και το ντωσες γιωρη να γραφουμε και εμεις που δεν τα παμε καλα

Nis είπε...

Μην το λες σε μένα ανώνυμε ,πες το σ αυτούς που ψήφισαν Γιαννόπουλο . Εγώ θα περιμένω να την φτιάξει ο Κολοβός στα επόμενα 10 χρόνια χαχαχαχαχαχ

Nis είπε...

Αν έβαζες το ονοματάκι σου θα σου απαντούσα σοβαρά .Δεν έχεις όμως αυτή την τόλμη. Άλλωστε δεν μου το επιτρέπει και το θέμα της ανάρτησης

Ανώνυμος είπε...

τηρατε μη σας πατησουνε οι μπολντοζες που ρχοντε για τα εργα

αρμοδιος είπε...

γιωργη για να μην αρχισουν τα ιδια φαινομενα σβησε τα ανωνυμα σχολια κι οσα πολιτικολογουν ασυστολα..και μη πει τιποτα για λογοκρισια κανενας

αρμοδιος είπε...

αλλιως αν συνεχισουν ετσι ζητα απ ολους να γραφουν ονομα επιθετο οχι ψευδωνυμο..οποιος δε γραφει ονοματεπωνυμο να το σβηνεις..καντο προειδοποιηση..δεν θα ακολουθησουμε τον δρομο του

ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ είπε...

ΠΑΛΟΠΥΡΓΗΣΕ ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΗΣΕΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΠΑΝΤΑ ΗΜΟΥΝ ΚΑΙ ΕΓΩ ΣΤΑ ΓΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ Ο ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ ΕΙΠΕ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΤΣΕΒΔΟΣ " ΜΟΥ ΚΑΤΑΓΓΕΛΘΗΚΕ ΟΤΙ ΜΕΙΚΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΕΚΑΝΑΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΓΟΥΛΙΑ"

Ανώνυμος είπε...

Στα " πέτρινα " εκείνα χρόνια ,όπου ο κόσμος είπε το ψωμί" ψωμάκι " όλα επιτρέπονταν ,όπως σοφά έλεγε ο λαός μας : άρπαξε να φας και κλέψε νάχεις.Και φυσικά δεν εξαιρούνταν από αυτό τον κανόνα ούτε και οι υποσιτιζόμενοι και οι ξυλιασμένοι συμμαθητές μου του ηρωικού Γυμνασίου Λαγκαδίων. Για αυτή την παραβατική συμπεριφορά μας ελαφρυντικά και βέβαια υπάρχουν με πρώτο το νόμο της ζωής ,της αυτοσυντήρησς του είδους μας.Έπρεπε πάση θυσία να επιβιώσουμε και αυτό κάναμε. Στην εφηβική μας ηλικία,ηλικία ανάπτυξης " τρώγαμε τα θρέμπελα " για να καλμάρουμε την πείνα μας. Το βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό και μάλιστα δίπλα στην πείνα μας κρυώναμε κιόλας. Τα γουλιά απ'τα ήμερα λάχανα για πρόχειρη τροφή και τα φασουλόξυλα για υποτυπώδη θέρμανση ήσαν μια κάποια ευκαιριακή λύση,μέσα στην κόλαση του δρυμή και παρατεταμένου αρκαδικού χειμώνα. Θυμήθηκα ,με αφορμή την καθόλα ωραία αφήγηση του φίλου Παλιοπυργήσιου, πως συμμετείχαμε ενεργά, σαν να είμαστε και ιδιοκτήτες, στο ράβδισμα και μάζεμα των καρυδιών κάθε Οκτώβρη .Όσες καρυδιές ήταν κοντά σε γκρεμούς και της άφηναν οι ιδιοκτήτες τους αμάζευτες τις σταμπάραμε και κάθε απόγευμα με τέμπλες ή πετροβολώντας συλλέγαμε τον πολύτιμο και γευστικό καρπό τους " τις κοκόσιες" ,για βασική μας διατροφή και φίλεμα. Μεταξύ μας δημιουργήθηκε άμιλλα ποιος θα μαζέψει τα περισσότερα καρύδια . Δυστυχώς όμως, επειδή τα καρύδια προέρχονταν " από κάθε καρυδιάς καρύδι" ,τα θεωρούσε ο τότε μεγαλέμπορος των Λαγκαδίων Ανθούλης ως κατώτερης ποιότητας και δεν τα αγόραζε σε κανονική τιμή . Κάνοντάς μας χάρη στην καλύτερη των περιπτώσεων τα αγόραζε κοψοχρονιάς σε εξευτιλιστική τιμή .Εμείς με τα λιγοστά χρήματα που παίρναμε καλύπταμε στοιχειωδώς τις τρέχουσες ανάγκες μας σε είδος όπως τετράδια ,μελάνι ,ρέγγες, φωτιστικό πετρέλαιο κ.λ.π. Η ίδια η ζωή και η φύση μας έδειχναν το δρόμο.
marpolix