Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ Από το βιβλίο του Κώστα Π. Μαρίνη

 Η ΑΝΟΙΞΗ 
(Λαογραφική  Μελέτη
Αθήνα   1929 IV. Η ΣΜΙΞΙΑ

Κόντεβε να ρθεί του Βαγγελισμού και κοντοζύγωνε και η Λαμπρή, που έπρεπε να χουνε ούλοι τις γαλόπητες, το χλωρό τυρί και τις πηξιές τους, γιαούρτι που το στέλνουνε στα συγγενικά σπίτι και σ’ όσους άλλους δεν έχουνε πράματα, για να φάνε και κείνοι, να λαμπρέψουνε και να μη μείνουνε ξεροί και δράπανοι τέτοια χρονιάρα μέρα. Γι’ αυτό τρεις τέσσεροι σμίγουνε τα πράματα, για να ‘χουν εφκολία στο φύλαμα και στο τυροκομιό. Λιγοστέβουνε στον κάμπο τα κοπάδια, μα τραναίνουνε τα μπουλούκια, αρχίζει το στερφοχώρισμα και τ’άρμεμα
Ο μπαρμπα Φώτης έσμιξε τα πράματα με τον ξάδερφό του τον Αλέξη και το γαμπρό του το Δήμο και τα ηφέρανε στο Ψηλό Τσιούμπι, στο δικό του στανοτόπι.
Πρωί πρωί τα στερφοχωρίσανε και το γιόμα ηφέρανε και τα ζά φορτωμένα τις κοζίνες, καπότες φτειασμένες από κοζιά (γιδήσιο μαλλί) για να κοιμόνται οι τσιοπάνηδες, τις φούρκες, τα λεβέτια, τις καρδάρες και τις τσαντήλες, που τις είχαν αριουφασμένες για να σουρώνουνε το γάλα και το τυρί
 Όλο το απόγιομα ο Δήμος κι ο Γιώργης τα ταχτοποιούσανε. Το βράδι ήρθανε τα πράματα, τ’ αρμέξανε, μετρήσανε το γάλα με τη μέτρα και το ρήξανε στο λεβέτι, που είχαν απλωμένη στα χείλα του τη σουρωτσαντήλα, για να σουρωθεί το γάλα, να μη πέσουνε μέσα σαρίδια κι ακαθαρσίες. Απουκά στην τσαντήλα είχανε βαλμένη την τσιετάλα, μια ξύλινη τρίαινα που κρατούσε τη σουρωτσαντήλα απαλοτεντωτή και δεν την άφηνε ούτε να γουβώσει πολί, ούτε να πέσει μέσα στο λεβέτι μ’ όλο το γάλα.
Άμα τελέψανε τάρμεμα απολύκανε τα λιανώματα να βυζάσουν. Τι ‘ταν αφτό ου γίνηκε τότε!.... Μόλις εβγάλανε τις τούφες από την ποριά εκάμανε ούλα «γιούρια» για να βρούνε τις μαννάδες τους και γινότανε χαλασμός κόσμου από τα μυριόηχα βελάσματα, τα κουδούνια και τα τροκάνια κι από το βάδισμα του σκυλιώνε, που τρωγόσαντε συνατά τους, σα δεν ήσαν ακόμα μονιασμένα. Όποιος τά κουγε από μακριά θα λεγε πως εγκρεμίστηκε κανας βράχος και σε χίλια κομάτια κύλαγε κατά το ρέμα, που αντιβούιζε με τις γύρο ρεματιές, ή πως εσηκώθηκε δυνατός ανεμοστρόφιλας!

Σε λίγο πραγαλιάνανε. Που και που βέλαζε ακόμα κανένα αρνί, που δεν είχε βρει  ακόμα τη μάννα του και, σα να δινε το σύνθημα, αρχινάγανε πάλε και τ’άλλα, μα τώρα πλιά πάβανε γλήγορα. Οι τσιοπάνηδες  γυρίζοντας ανάμεσα στο κοπάδι τα συντηράγανε, βυζάσανε και τα ψιμοκάτσικα με τα ψιμάρνια κι απέ καθήσανε καταής, ετρίψανε ψωμί μέστα στην τέσα, με τις τριφτιάδες που τους εστείλαν από το χωριό και φάγανε όλοι μαζί. Στερνά στερφοχωρίσανε πάλε τα πράματα, τα κλείσανε στους βορούς και κοιμηθήκανε.

2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Γιώργο να είσαι καλά. Μου άρεσε πάρα πολύ. Πολύ όμορφη η αρκαδινή (γορτυνιακή) διάλεκτος. Αν δεν είσαι γέννημα και θρέμμα δύσκολα θα την καταλάβεις. Το κράτησα και δεσμεύομαι να το ξαναδημοσιεύσω με ερμηνεία των άγνωστων λέξεων για να το καταλάβουν οι φίλοι μας (μη Αρκάδες) και τα παιδιά μας (Αρκάδες και μη Αρκάδες). Από το ηράκλειο της Κρήτης που μένω. Οι Κρητικοί γελάνε με τις λέξεις μας. Σάματις καταλαβαίνουνε τι είναι τα σαρίδια, τα πράματα, τα στερφοχωρίσματα, το σουρωτσάντηλο, τα ψιμοκάτσικα, το λεβέτι, απολύκανε. Και μείς το ίδιο κάνουμε με τις δικές τους λέξεις!
Σπύρος Αντωνόπουλος

ΑΣΤΕΡΙΞ είπε...

πατριωτη ηντα εμεις λογιαζουμε τι γροικανε οι συντεκνοι