Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

ΟΣΑ ΔΕ ΣΟΥ ΕΙΠΑ

         Της Ρίτας Μακρή

                                               





Σταμάτη μου,
 Τάκο μου.
      







Καλό σου ταξίδι, αγαπημένε μου αδερφούλη. Έφυγες και ερήμωσε ο τόπος. Αν είχα το κουράγιο θα σου έλεγα αυτά τα λόγια όταν σε αποχαιρέτησα για τελευταία φορά στην Αγία – Βαρβάρα. Εκεί θα είχα την ψευδαίσθηση ότι μ’ ακούς.
Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα ότι έφυγες για πάντα. Μου φαίνεται πως είναι ένας εφιάλτης που ονειρεύτηκα. Δεν μπορώ να δεχτώ πως εσύ που ήσουν τόσο δυνατός νικήθηκες κι έχασες τη μάχη για τη ζωή. Εσύ που  έδινες δύναμη σε όλους μας και που μας έκανες να νιώθουμε ασφαλείς κοντά σου. Που τα λόγια σου διέλυαν κάθε μας φόβο.
  Σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές μου ήσουν δίπλα μου και μου ‘δινες δύναμη και κουράγιο. Σε είπα πιο πάνω αδερφούλη μου. Θα σε έλεγα καλύτερα πατέρα μου. Έτσι σε γνώρισα σαν πατέρα. Ήσουν τόσο προστατευτικός. Μας είχες σαν παιδιά σου, εμένα και το Λούη.      

  Ό,τι έγινα το χρωστάω σε σένα. Με το ζαρμπί σου εναντιώθηκες στον πατέρα και πήγα στο γυμνάσιο. Κι αργότερα με ενθάρρυνες, έδωσα στην Ακαδημία κι έγινα δασκάλα. Κι όταν παντρεμένη πια μικρανάθρεφα μόνη μου τα τρία μου παιδιά, ενώ ο Γιώργος έλειπε στη μετεκπαίδευση και πάλι σαν πατέρας ερχόσουν να μου συμπαρασταθείς.
            Κι όταν το 1994 αρρώστησα και έφτασα ένα βήμα πριν το θάνατο, εσύ με πήγες στην Αθήνα νυχτιάτικα, χειρουργήθηκα επειγόντως και σώθηκα. Εγώ όμως δεν μπόρεσα να σε σώσω…

Ο μεγάλος σου καημός σ’ όλη σου τη ζωή ήταν που δεν πήγε ο Λούης στο γυμνάσιο, γιατί, όταν έπρεπε να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις, εσύ έλειπες στο Μαίναλο για μεροκάματο. Αν και είχες αφήσει εντολή, δε σε άκουσαν οι γονείς μας, φοβούμενοι τη φτώχια μας.
            Εσύ δεν τους επιβάρυνες. Μόνος σου τα ΄βγαλες πέρα με το τραγούδι και την κιθάρα. Ήσουν περήφανος κι αξιοπρεπής. Δε σ’ άρεσε η μιζέρια. Θαρρετός, αεράτος, καλοντυμένος δεν είχες καμία σχέση με τ’ άλλα συνεσταλμένα γυμνασιόπαιδα.
            Πολλοί σ’ εκτιμούσαν και καταλάβαιναν τον αγώνα σου. Άλλοι όμως, όπως και οι καθηγητές σου «αλήτη» σε ανέβαζαν, «αλήτη» σε κατέβαζαν. Και γιατί παρακαλώ; γιατί απλά τραγούδαγες. Κι όταν αργότερα έγινες δάσκαλος, δεν κατάλαβαν πως ένας «αλήτης» έγινε δάσκαλος και μάλιστα πετυχημένος.
            Όπου κι αν πέρασες, αγαπήθηκες κι έκανες σπουδαίες φιλίες με την επιβλητική και έντονη προσωπικότητά σου. Ευθύς χαρακτήρας, ντόμπρος, ανιδιοτελής και πολύ – πολύ ευαίσθητος. Αν και έδειχνες αυστηρός, ήσουν τόσο συναισθηματικός που έκλαιγες σαν μικρό παιδί με το παραμικρό. Έτσι άλλωστε είμαστε όλοι. 
            Έδωσες σκληρή μάχη για να κρατηθείς στη ζωή ενάμιση χρόνο. Οι όροι όμως ήταν άνισοι και νικήθηκες. Πιστεύω όμως ότι έφυγες ικανοποιημένος.
            Η Κατίνα δίπλα σου μέρα και νύχτα σε φρόντισε ακούραστα και αγόγγυστα με πρωτοφανή αντοχή. Ίσως να ‘παιρνε δύναμη και κουράγιο από τη μεγάλη αγάπη που είχατε. Την ερωτεύτηκες παράφορα και κάθε Σάββατο έφευγες για να τη συναντήσεις στην Πρέβεζα. «Να μη λες που πάω, γιατί θα με κοροϊδεύουν» μου έλεγες.
            Κι όταν έρχονταν στο νοσοκομείο τώρα τελευταία τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου, τ’ ανίψια σου, οι φίλοι σου για να σε δουν, μου ΄λεγες «έχω πολλούς να με κλάψουν». Και σε κλάψαμε και σε κλαίμε.
            Στο καλό, αγαπημένε μου αδερφούλη. Μας λείπεις, μας λείπεις πολύ…
            Όσο ζω θα σ’ έχω πάντα μέσα στην καρδιά μου.

            Η αδερφή σου Ρίτα.

1 σχόλιο :

ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ είπε...

ΡΊΤΑ ΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟΥΛΗ ΣΟΥ ΕΚΕΙ ΨΗΛΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΣΥΓΟΥΡΗ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ. Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΑΦΡΥ ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΑΛΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΕ ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΛΟΥΗ ΘΕΡΜΑ ΣΥΛΗΠΗΤΗΡΙΑ ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΘΥΜΗΣΗ