Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ Από το βιβλίο του Κώστα Π. Μαρίνη

ΙΙ. Ο  ΚΑΛΟΛΟΓΟΣ

Νύχτα βαθειά… Κάπου κάπου κανένα σκυλί βαδίζει σε καναν ακαθόριστο θόρυβο και πάλε πάβει γκρινιάζοντας.
Ούλα τα έμψυχα κοιμούνται και μόνο η ανοιξιάτικη φύση γύρο ξαγρυπνάει κ’ ετοιμάζεται για μια νέαν ανάσταση και γιάνα φανέρωμα καινούριο…
Αέρας δε φυσάει… Ούτε φύλλο δεν κουνιέται…. Κι όμως, σαφτή την πλαστή σιγαλιά, νομίζει κανείς πως ακούει έν’ αλαφρό σούρσιμο, σαν του φιδιού το πέρασμα ανάμεσα στα χορτάρια, ένα τρίξιμο σιγανό, σαν αλαφραναστέναγμα πολίωρο, που βγαίνει από τα δέντρα, τα κλαδιά, τα φύλλα, από χορτάρια που τραναίνουνε, κι από τη γής ακόμα π’ ανοίγει τους κόρφους της για να βλαστήσει, να ξεφυτρώσει κι άλλα βλαστάρια καινούρια….
Κι άξαφνα ο πρώτος κόκορης : κικίκου!.... που τον ακολουθήσανε και οι άλλοι, με μυριόηχες ψιλότερες ή χοντρότερες φωνές, κι αποτελέσανε μιαν άκανόνιστη θορωβώδια συναυλία. Ο παπάς πετάχτηκε αμέσως, ντύθηκε κ’ έτρεξε στην εκκλησιά. Από τη σάπια σκάλα, που έτριζε σα να πήγαινε να σπάσει, ανέβηκε στην αχλαδιά που ήτανε κρεμασμένη ή καμπάνα, έπιασε το γλωσσίδι και ντάν… ντάνν… ντάννν… σκρόπισε τον ψιλόηχο!...

Από τάλλα χωριά, σαν να ήσαντε συνενοημένοι, αρχινήσανε να χτυπάνε τις καμπάνες και οι αχοί ουλουνώνε σμίγοντας εκάνανε ένα ρυθμό, που ήτανε σαν εφχαριστήρια ανταπόδοση στις γλυκιές, μυστηριώδιες ψαλμουδίες των αγγέλων, που σκροπάγανε από τον ουρανό στη γής το «Χριστός Ανέστη».
Η καρδιά φτερουγίζει απ’ αναγάλλιαση και χαρούμενες ανατριχίλες περνοδιαβαίνουν στο κορμί στάκουσμα  τόσο διαφορετικών αχώνε, ενωμένων όμως σε μια φωνή γνωμοσύνης και φχαριστίας, σ’έναν ύμνο, σε μια μυστηριακή λατρεία….
Οι χωριανοί ξυπνάνε κι αλλάζουνε, βάνουνε τα λαμπριάτικα. Στο σπίτι του γερο Φώτη, έτοιμοι όλοι, με τη νύφη χρυσοστολισμένη, πανώρια καμαρωμένη νεράιδα, περιμένουνε τους συμπεθέρους, γιατί θα πάνε μαζί στην εκκλησιά, έτσι που το καλεί η τάξη.
Σε λίγο φτάσανε και κείνοι, φέρνοντας διπλωμένες σ’ ένα χαρτί τις λαμπάδες, που θα καίγανε στην Ανάσταση χωριστά ήσανε τυλυμένες οι λαμπάδες του Δήμου και της Χρυσάνθης, δεμένες προσεχτικά με μια χρυσόκλωνα και σκαλισμένες περίμορφα.
Πήγανε στη εκκλησιά και σταθήκανε ούλοι μαζί μπουλουκιασμένοι, οι γυναίκες στο γυναιτίκι και οι άντρες μπροστά, και όπως ήσαν αντάμα ξεχωρίζανε σαν ένα μπουκέτο φρεσκοκομένα τριαντάφυλλα ανάμεσα σ’ άλλα λουλούδια.
Σε λίγη ώρα ο πίτροπος έσβησε ούλα τα φώτα. Απόλυτο, πηχτό, μάβρο σκοτάδι βασίλεψε για μια στιμή στη εκκλησιά και πέρασε απ’ όλους, ανάμιχτη με  φόβο και μυστήριο, μια γλυκάξαφνη ανατριχίλα στην αναμονή της μεγάλης Ανάστασης….
-Δεύτε, λάβετε φώς! Φώναξε στερνά ο παπάς, βγαίνοντας στην «Ωραία Πύλη» με μια λαμπάδα αναμένη. Ήτανε ντυμένος με τα καλά του ιερά, που οι πολύχρωμες χάντρες τους, ραμένες σε διάφορα σταβρωτά σκήματα, λάμπανε, στράφτανε κι αχτιδοβολάγανε. Ένας ένας έρχεται κι ανάβει τη λαμπάδα του. Η εκκλησιά, ολόφωτη τώρα, αντιφέγγει, σα να στέλνει παντού το χαρούμενο μήνυμα : «Χριστός Ανέστη».
Οι ψάλτες φαίλνουνε μεγαλόφωνα και η φωνή τους δείχνει την ανεβάσταγη χαρά τους. Μα δεν ψαίλνουνε  μοναχοί τους, έχουνε συνοδειά το σιγαλομουρμούρισμα ουλουνώνε του χριστιανώνε, που ηστάνουνται να πλημμυράει μέσα τους μια δύναμη ασυνήθιστη, μια μεγάλη κι ακράτητη χαρά του ζητάει να ξεσπάσει.
Το μονότονο  και κλαψοχλίβερο σαν απολπισιάρικο «Κύριε λέησον», τώρα ταντικατάστησεν η θριαμπεφτική, σα χαρμόσυνος τερετισμός πουλιού, η ολόχαρη νικητήρια κραβγή : Χριστός Ανέστη !
Οι ψαλμουδιές σμίγουνε με τους χαρούμενους και γλήγορους κυματισμούς της καμπάνας κ’ ενωμένοι και με το εωθινό τραγούδι τουν περδικιώνε, που ταρχίσανε στην αντικρυνή κορφούλα, μεθησμένα κι αφτά από τη μεγάλη ανάσταση, από την καινούργια και τρανή βλαστογονία που γίνεται γύρο, ανεβαίνουνε σα θυμίαμα στο θρόνο του Θεού : η φχαρίστια που του αποδίνουνε τα πλάσματά του…
Τώρα απόλυκε η εκκλησιά. Τα παιδιά ξεχύνουντε ακράτηγα, τρέχουνε μπροστά με τις λαμπάδες αναμένες,πηδάν από τη χαρά τους και φωνάζουνε το «Χριστός Ανέστη». Μοιάζουνε με τα πουλάκια που, μέσ’ από τα πυκνόφυλλ’ ανθισμένα κλώνια, με το γλυκό κηλάηδημά τους, χαιρετίζουνε μαζί με τη δροσιά της άνοιξης και την πανώρια χαραβγούλα.

Οι χωριανοί τραβάνε κατά τα σπίτια τους. Οι συμπεθέροι, μαζί μάτα, πηγαίνουνε στου γερο Φώτη το σπίτι. Παίρνουν απόνα κόκκινο αβγό ο καθένας, τσουγκρίζουνε για τα «χρόνια πολλά», τρώνε, και πίνουνε κι από μία χαιρετώντας : «Χριστός ανέστη, εις υγεία μας, χρόνια πολλά, πάντ’ αγαπημένοι, ο Θεός το καλό, καλά στέφανα….» και στερνά κάθουνται στο τραπέζι. Φέρνουν από το φούρνο το μοσκομυρουδάτο αρνί, το κόβουνε και τρώνε ψητό κι απ’ άλλα καλούδια : γαλόπητα, γιαούρτι, συγκάθια, γλυκίσματα….

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...


Δε θα μπορούσε η Ανάσταση του Κυρίου να είναι έξω από τη θεματολογία Κωστούλη. Διάβασα την περιγραφή του με ενδιαφέρον, αλλά δε με χόρτασε! Αναζητούσα κι άλλα στοιχεία από την έποχή του για το Πάσχα. Θά ήθελα να αναφέρει το όνομα του Παπά, τον Επίτροπο, κάποιους ψάλτες, τον Προεστό του Χωριού, μερικούς γέροντες κλπ να με δέσει καλύτερα με κείνους τους χρόνους. Να, όπως ανέφερε τη σαπισμένη σκάλα στην αχλάδα που είχαμε την καμπάνα! Αυτό με έδεσε απόλυτα με την Ανάσταση εκείνη.