Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ Από το βιβλίο του Κώστα Π. Μαρίνη

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟ
ΙΙΙ.  Η   ΑΓΑΠΗ

Μεσημέρι. Η καμπάνα ξαναχτυπάει για να πάνε στην Αγάπη. Τρέχουν ούλοι στην εκκλησιά. Ανάβουνε τις λαμπάδες τους κι ανασπάζουνται σε μι’ «Ανάστη» που κρατεί ο παπα Δημήτρης.
Στερνά ένας ένας με τη σειρά, όπως ανασπάζουνται, αγκαλιάζουνται και φιλιόνται λέγοντας «Χριστός ανέστη» - «Αληθινώς!» και φτειάνουνται γραμμή ο ένας δίπλα στον άλλονε, γίνεται δέφτερη αράδα, άλλη παραπίσω κι ο καθένας μετά τον παπά διαβαίνει από όλους, αρχίζοντας από τον πρώτο ως που φτάνει στον τελεφταίο και στέκει δίπλα κοντά του.
Όμοια κάμανε χωριστά οι γυναίκες κι άμα τελειώσανε και κείνες, βγήκανε ούλοι έξω και πιάσανε το χορό. Χορέβανε ως που νύχτωσε και το ίδιο κάνανε πάσα μέρα ούλη τη Λαμπροβδομάδα.
Την Κυριακή, στις οχτώ της Λαμπρής, πηλαλήσανε τις κουλούρες : τρία παιδιά του σκολειού με τρεις κουλούρες πήγανε στον καρσινό λόφο, ως οχτακόσια μέτρα μακριά από την πλατέα του χωριού. Τα παληκάρια, που θα πηλαλήγανε, μπήκανε στη γραμμή και ξεκινήσανε με το σύνθημα που έδωκ’ ένας από τους γέρους. Τρέχανε σαν αστροπή. Φαινότανε πως δεν πατάγανε χάμου, πως πετάγανε στον αέρα.

Πρώτος έφτασε ο Δήμος και πήρε την καλήτερη κουλούρα και το μεταξωτό μαντήλι, τώραιοπλουτισμένο :


«Ν ό  που    σου    το
           που    σου    το
κεν    ντου   σα      νέ
    Δήμο μου !
Ν οπού σου το κεντούσανε τέσσερις παντρεμένες,
             Κι      άλ       λες     πεν     τέ-
                                                                       λες     πεν     τέ-
                                                    ξι      ά         νυ      παν     ντρές
                                                            Δήμο μου !
κι άλλες πεντέξι ανύπαντρες, τρείς αρρεβωνιασμένες…»
ο δέφτερος πήρε την κουλούρα με τα πέντε αβγά, σταβρωτά βαλμένα, και ο τρίτος πήρε την άλλη με τα λιγότερα κεντήδια. Κατεβήκανε και οι τρείς κάτου χαρούμενοι, ενώ εκείνοι που δεν πήρανε κουλούρα ερχόσαν απόκοντα κατσουφιασμένοι, κόψανε τις κουλούρες τους και δώσανε για τα «χρόνια πολλά» σ’ όλους από μια μπουκίτσα στον καθένα, που τους φχαρίσταγε : χρόνια πολλά, του χρόνου!
Το βράδι πια διαλυθήκανε και πήγανε να ετοιμαστούνε για τις δουλιές τους, τι, ούλη τη βδομάδα τούτη και το μεγαλοβδόμαδο ακόμα, δε δουλέψανε καθόλου.
Τα κορίτσια τηράγανε πότε και πότε να περάσει η βδομάδα της Λαμπρής, γιατί μ’ όλο που τους άρεσε ο χορός, ήθέλανε και να λεφκάνουνε τα πανιά που θελα τρουμπλιάσουνε για να γιομίσουν ταις κασέλες του προικιού τους.
Κι όση διάθεση κι αν είχανε δεν έκανε να λεφκάνουνε τούτη τη βδομάδα, γιατί οι παλαιικοί λέγανε πώς, άμα τα κορίτσια λεφκαίνουνε πανιά τη Λαμπροβδομάδα, ρήνει χαλάζι και τινιάζει τα γεννήματα τότε που κοντέβουνε για θέρο.
Όπως στο λέφκαμα αντιβουίζουνε οι γύρο ρεματιές από τους χτύπους του κόπανου, έτσι κι άμα ρήνει χαλάζι βουίζει ταχητιό από τα μπουμπουνίσματα.
Κι όπως ασπρίζει ο τόπος άμα στρώνεται το χαλάζι, έτσι κι άμ’ απλώνουνε τα πανιά στ’ άσπρα ποταμοχάλικα.
Γιαφτό, για να μην τους ρημάξει το χαλάζι και μείνουνε δίχως σοδέματα, ακούν τα όσα λέν οι παλαιικοί και δε λεφκαίνουνε ούτε τη Λαμπροβδομάδα, ούτε την πρώτη Πέφτη του Μαγιού για να μην πέφτει χαλάζι.
Μα θα βγάλουν τάχτι τους τη δεφτέρα του Θωμά, που θα βροντοβουίζουν οι ρεματιές απ’ τουν κοπάνων τα χτυπήματα…..






Δεν υπάρχουν σχόλια :