Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ…

Της Ρίτας Μακρή

Η λέξη Κορκοσούρα, που είδα στην ιστοσελίδα, μου θύμισε το θείο μου, το  Βαγγέλη Παπαναστασίου, αδερφό της μάνας μου.
Στη νεαρή του ηλικία, όταν ζούσε στο χωριό, έβγαζε την «Κορκοσούρα», χειρόγραφη εφημερίδα με κουτσομπολίστικο περιεχόμενο, όπως το λέει ο τίτλος, και γινόταν μεγάλος ντόρος κάθε πρωί που την έβρισκαν τοιχοκολλημένη στην πλατεία, γιατί σατίριζε διάφορα γεγονότα κι έβγαζε στη φόρα τα φλερτ και τις σχέσεις των νέων.
Σταμάτησε όμως η έκδοσή της , γιατί  ο Βαγγέλης διορίστηκε δάσκαλος στη Μακεδονία κι έμεινε εκεί. Έζησε όλα τα χρόνια στη  Θεσσαλονίκη. Η μάνα μου είχε μεγάλο καημό που ξενιτεύτηκε ο αδερφός της. Ίσως κι εκείνος να ΄νιωθε το ίδιο, γι’ αυτό φρόντιζε να  ΄ρχεται κάποια καλοκαίρια στο χωριό.
Με το χιούμορ που διέθετε και το χάρισμα να σατιρίζει τα πάντα διασκέδαζε τους συμπατριώτες και φίλους του.
Κάποτε τον ρώτησε ο Γιωργήλας:
-Πότε θα φύγεις, Βαγγέλη;
- Όταν με βαρεθεί ο Μακρής, απάντησε.
- Και πού θα ξέρεις πότε θα σε βαρεθεί; Θα στο πει κατάμουτρα;
- Όχι, αλλά θα το καταλάβω, γιατί θα βαράει την γαϊδούρα
Εκείνο το καλοκαίρι κλέφτηκαν ο Βλασόπανος με τη Σωτήρα  του Τούρλα. Το νέο έσκασε πρωί-πρωί σαν βόμβα και με ιλιγγιώδη ταχύτητα διαδόθηκε από στόμα σε στόμα σ’ όλο το χωριό.
Όταν το άκουσε η μάνα μου θυμήθηκε τα’ όνειρο που της είχε εκμυστηρευτεί η Ταλία, η μάνα της Σωτήρας, την προηγούμενη μέρα.
Είδε, λέει, πως είχε δυο γουρούνες και της έφυγε η μεγαλύτερη και σκαπέτησε στις Γούρνες . Γι’ αυτό ήταν ανήσυχη και φοβόταν μήπως πάθει κανένα κακό η φαμελιά της.
Η μάνα μου ακούγοντας το νέο συνδύασε τα δύο γεγονότα. Πίστεψε ότι ήξερε η Ταλία και ότι προετοίμαζε το έδαφος. Όλη η γειτονιά στο πόδι σχολίαζε την  έκτακτη είδηση.
Ο Βαγγέλης άκουγε χωρίς να παίρνει θέση. Ύστερα από καμιά ώρα βγήκε από το δωμάτιο μ’ ένα χαρτί στο χέρι και μας διάβασε:

Το μάθατε τι γίνηκε
Στους πάνω μαχαλάδες;
Ο Μαρωγιώργης έβαλε
Τον κόσμο σε μπελάδες.
Πού ‘ναι του Βλάση το παιδί
Κι η τσιούπα του Τζιουβάλη;
Τη νύχτα αρπαχτήκανε και δώθε πάνε οι άλλοι.
Παίρνει κι ο Βλάσης το ντορό
Βουλώνοντας τα’ αχνάρια
Μα πού να φτάσει τα παιδιά
Με τα γερά ποδάρια.
Χτυπιέται και η Βλάσαινα
Και το σταυρό της κάνει
Να χάσει ο Βλάσης τον ντορό
Τους νιους να μην προλάβει.
Χτυπιέται και η Τζιουβάλαινα
Και λέει του Τζιουβάλη:
-Πάνο μου, ποιος εφούσκωσε
Της τσιούπας το κεφάλι;
Το είδα η μαυρούλα τα’ όνειρο
πως είχα δυο γουρούνες
και μου ξεφεύγει η πιο τρανή
και σκαπετάει στις Γούρνες.

Το ίδιο καλοκαίρι παντρεύτηκε ο Κιτσιούλης και κάλεσε στο γάμο του το θείο μου το Βαγγέλη.
Έτσι βρέθηκε σε γλέντι ανάμεσα σε φίλους και συγγενείς. Κεφωμένοι όλοι τραγουδούσαν, χόρευαν και έδιναν τις καλύτερες ευχές τους στο ζευγάρι.
Ο Βαγγέλης τελευταίος με σηκωμένο το ποτήρι του γεμάτο κρασί ευχήθηκε:

Αφού για μένα ήπιατε
Τόσο καλά κι ωραία
Με τη σειρά μου εύχομαι
Να ζήσουνε τα νέα.
 Να ζήσουν να προκόψουνε
Τα δυο τους να γεράσουν
Στην Γλανιτσιά τις πιο καλές
Ημέρες να περάσουν.
Να μην τους λείψει το ψωμί, το λάδι και τα χόρτα
Μακάρι και στο Μαίναλο
Μην κάνουν ούτε βόλτα.
Το Μαρωγιώργη να ρωτάτε
Κι αν θέλετε με συμπαθάτε.
Αν ήταν κι αυτοί κλεμμένοι
Θα ‘μαστε τώρα τηλωμένοι;
(Ο Μαρογιώργης υποτίθεται ότι ήταν ο μεσάζων της απαγωγής.)

Και μιας και ο λόγος περί γάμων θυμήθηκα το γάμο του Λούη, που παντρεύτηκε στο χωριό τηρώντας τα έθιμά μας. Το γαμήλιο τραπέζι έγινε στο μαγαζί του θείου μου του Θανάση. Κατά τη διάρκεια του φαγητού τα όργανα δεν έπαιζαν χορευτικά τραγούδια, αλλά τραπεζίτικα.
Το κρασί έρρεε άφθονο και το κέφι είχε φθάσει στο ζενίθ.
Ο Σταμάτης θέλοντας να πειράξει το Γιώργο, τον άντρα μου, που ήταν φρέσκος γαμπρός, έκανε νόημα στον Τζίνο να του ρίξει «το γεμάτο», για να τον φέρει σε δύσκολη θέση.
Ο  Τζίνος όρθιος και με το ποτήρι του γεμάτο κρασί, αφού ευχήθηκε στο ζευγάρι, κάλεσε το Γιώργο να συνεχίσει, όπως πρόσταζε το έθιμο.
Ο Γιώργος με την άκρη του ματιού του έπιασε τις κινήσεις και προετοιμαζόταν.
Όταν ήρθε η σειρά του, πήρε το ποτήρι του γεμάτο κρασί, σηκώθηκε όρθιος και είπε:
Σηκώνω το ποτήρι μου και πίνω
Στο μπάρμπα που με τίμησε το Τζίνο
Κι εύχομαι κι εγώ με τη σειρά σε όλους υγεία και χαρά.
Στ’ αδέρφια μου το Λούη και Μαρία
ζωή γεμάτη ευτυχία
προκοπή, υγεία και χαρά
και τρία όμορφα παιδιά.
Αδειάστε και τούτο το ποτήρι
μη μου χαλάτε το χατίρι.
Πιέστε το όλο ως τον πάτο
Για το γυναικαδέρφι μου τον Τάκο.

Ήταν απρόσμενη η εξέλιξη. Ο Τζίνος φώναξε:
-Μας ρούμπωσε Σταμάτη!
Ακολούθησε τραγούδι. Στο μεταξύ ο Σταμάτης έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα, έγραφε κι έσβηνε προσπαθώντας να γράψει κάτι παρόμοιο. Έγραψε δύο στίχους (δεν τους θυμάμαι), ύστερα πέταξε το πακέτο και τα  είπε όπως εκείνος ήξερε….

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΦΥΛΑΓΜΕΝΗ ΚΑΜΙΑ ΚΟΡΚΟΣΟΥΡΑ??