Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ Από το βιβλίο του Κώστα Π. Μαρίνη

(Λαογραφική  Μελέτη)
Αθήνα   1929 
Β΄  ΤΑ ΠΑΣΚΑΛΟΓΙΟΡΤΑ

Ι.  ΤΟ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟ

Πήρανε τη βάγια σήμερα στην εκκλησιά! Μπαίνει το μεγαλοβδόμαδο κ’ έφτασε και η Λαμπρή. Ούλη τη βδομάδα δεν ξαναφτειάσανε τυρί το γάλα το πήζανε γιαούρτι.
Στο σπίτι του μπαρμπα Φώτη έχουν πολλές ετοιμασίες αφτήν τη βδομάδα : θα βάψουνε ταβγά την Πέφτη, θα καθαρίσουνε καλά, θα ξεκαπινίσουνε, τη μεγάλη Παρασκευή, θα φτειάσουνε τα γλυκίσματα και τις γαλόπητες το μεγάλο Σάββατο, όπως και τάλλα χρόνια, μα εφέτο έχουνε κι άλλες δουλιές ακόμα : θα φτειάσουνε καινούρια ρούχα για το Δήμο, τα Λαμπριάτικα, και θα κεντήσουνε και την κουλούρα, που θαν τα στείλουνε ούλα το Σάββατο, σα θα φέρουνε το Λαμπριάτικο φόρτωμα του γαμπρού.
Την Πέφτη το βράδι ήσαν έτοιμα τα ρούχα. Εργαστήκανε η Χρυσάνθη με τη νύφη της τρείς ημέρες. Την Παρασκευή καθαρίσανε μόνο, ξεκαπινίσανε το σπίτι και ταπόγιομα πήγε η Χρυσάνθη για να στολίσουνε τον Επιτάφιο με τα’άλλα κορίτσια.
Άλλη δουλειά δεν κάμανε τη μεγάλη Παρασκεβή-ξαίρουνε πως δεν κάνει να δουλέψουνε, καλά καλά ούτε να φάνε. Οι γριές λένε πως για την αγάπη του Χριστού, που τον εμπιλιανιάσανε οι άνομοι και οι παράνομοι, μόνο ξίδι και καπινιά πρέπει να τρώνε κι αν πίνουν ξανάγκης κρασί δεν κάνει να τσουγκράνε τα ποτήρια. Μόνο τα μάβρα ράσα τουν παπάδωνε πλένουνε τέτοια μέρα και ξεκαπινίζουνε και τα σπίτια. Για κείνο όποιος γεννιέται τη μεγάλη Παρασκεβή λένε πως δε  βλέπει χαίρι και προκοπή : γεννήθηκε στο ξεκαπίνισμα!
Το Σαββάτο από νύχτ’ ακόμα άρχισε το ζύμωμα της κουλούρας. Ήρθε μάλιστα να τους βοηθήσει, να τις οδηγήσει, η Πανάγαινα, η γειτόνισσά τους, που ήξαιρε από τέτοια. Κ’ έγινε ξαιρετικό το ζύμωμα : βράσανε κανελλογαρούφαλα και στραγγίξανε το ζουμί τους, που το βράσανε στερνά αντάμα με λάδι, με μέλι και μ’ ασπράδια αβγώνε. Μ’ αφτά τη ζυμώσανε την κουλούρα. Το κέντημα πιά ήτανε δουλιά της Πανάγαινας! Κέντησε φίδια και ψάρια μαζί που παλαίβανε κι ανάμεσά τους ξέβγαιν’ έν’ άστρι (στεριά, θάλασσα κι ουρανός!) Τάπόγιομα ήταν έτοιμη και τόντις ομορφοκεντημένη. Τα μάτια του φιδιώνε και τουν ψαριώνε, καμωμένα από μικρά, χρωματιστά κουφετάκια γυαλίζανε σαν  αληθινά. Α ! μα ήτανε μαστόρισσα σε τέτοια η Πανάγαινα η γειτόνισσα!... Δέφτερή της δεν ύπαρχε!...
Το Σαββάτο το δειλινό ήσαν ούλα έτοιμα, ταχτοποιημένα. Στην ώρα έφτασε κι ο Νικολός ο Μεριάνος, πρωτοξάδερφος του Δήμου, με το φόρτωμα : ένα αρνί ετοιμασμένο για το φούρνο, ένα ψωμί κεντισμένο, μια βαρέλα κρασί, μι’ αλλαξιά ρούχα – τα Λαμπριάτικα της νύφης – καινούρια παπούτσια, χρυσά σκολαρίκια κ’ ένα δαχτυλίδι με ρουμπίνι.

Με τον ίδιονε στείλανε στο Δήμο την κουλούρα και την αλλαξιά τα ρούχα : ψιλό, μεταξωτό πουκάμισο, φουστανέλλα, σκάλτσες και χρυσόπλεχτες γονατάρες με μεταξωτή φούντα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :