Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Από τις αναμνήσεις μου

 Συνέχεια απο το προηγουμενο  
 της Ρίτας Μακρή 
            Ας γυρίσω όμως πάλι τότε που ήμασταν παιδιά και ζούσαμε στο χωριό, που έσφυζε από ζωή. Τότε που γεμίζαμε τις γειτονιές και τ' αλώνια με τις χαρούμενες φωνές μας.
            Οι δυο δάσκαλοι στο σχολείο δεν έφταναν, για να δουλέψουν σωστά. Πολλοί οι μαθητές. Τώρα κανένας και το σχολείο κλειστό.
            Τη ζωντάνια των παιδιών είχαν και οι μεγάλοι. Μπόλικοι άνθρωποι οι Γλανιτσιώτες, εξωστρεφείς, ανοιχτόκαρδοι, γλεντζέδες, με χιούμορ, σωστά πειραχτήρια. Η μεγάλη φτώχεια δεν κατάφερε να τους στερήσει το κέφι και το χιούμορ. Έξυπνοι, δραστήριοι και εργατικοί.
            Όπου υπήρχε μεροκάματο ήσαν πάντοτε παρόντες: Στη Βόχα για το σκάψιμο ή το μάζεμα της σταφίδας, στο Αίγιο, στον Πύργο, στην Ακράτα για διάφορες αγροτικές δουλειές, από όπου έφερναν και το λάδι της χρονιάς και κάθε καλοκαίρι στο Μαίναλο.
            Βλέπεις αυτός ο ευλογημένος τόπος – όπου γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε – έχει μόνο πέτρες και πουρνάρια.
            Πιο παλιά μέχρι το 1955 πριν γίνει η λίμνη του Λάδωνα που σκέπασε το μοναδικό ποτιστικό κάμπο, είχαμε κάποια κηπευτικά: αμπελοφάσουλα, κολοκύθια, αγγούρια, ντομάτες. Αλλά και τα χωράφια που βρίσκονταν κοντά στο ποτάμι ήσαν πιο εύφορα κι ας μην ποτίζονταν. Αφού έγινε η λίμνη κι όλα αυτά τα σκέπασε, η φτώχεια μεγάλωσε.
            Στο χωριό νερό δεν υπήρχε. Ξεραΐλα παντού. Οι κήποι πρασίνισαν πολύ αργότερα, όταν ήρθε το νερό  και το κάθε σπίτι έφτιαξε ένα περιβολάκι στην αυλή του.
            Παρ' όλα αυτά οι συγχωριανοί μου είχαν εφαρμόσει το ρητό: “Η φτώχεια θέλει καλοπέραση”.
            Στα πανηγύρια κυρίως αλλά και στους γάμους και στις γιορτές ξεφάντωναν για τα καλά. Και είχαμε πολλά πανηγύρια. Της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο, αλλά και το Πάσχα, του Αγίου Κωνσταντίνου, της Αναλήψεως.
            Πολλές φορές στηνότανε  γλέντι από το πουθενά. Με λίγα αλμυρά στραγάλια και κρασάκι στα καφενεία κεφώνονταν οι άντρες. Έφερναν τότε επί τόπου την ντόπια ορχήστρα Μακρή, Ντρούλια. Γληγόρη και άρχιζε το γλέντι.
            Ποιος δε θυμάται (από τη γενιά μου) αυτή την τριάδα των οργανοπαιχτών μετά το μεσημέρι κάτω από τον Πλάτανο στη μέση της πλατείας να παίζουν και ν' ακούγονται μελωδικά τραγούδια χωρίς μεγάφωνα και χωρίς ενοχλητικά σφυρίγματα.
            Ακόμα ηχούν στ' αυτιά μου τα τραγούδια του πατέρα μου, όπως το παρακάτω και πολλά άλλα:
- Σήκω Διαμάντω, να πας για ξύλα.
- Δεν μπορώ, μάνα, δεν μπορώ
  Σύρε να φέρεις το γιατρό.
- Σήκω Διαμάντω να πας στο μύλο.
- Δεν μπορώ μάνα θα πεθάνω
  Φέρε το γιατρό να γειάνω.
- Σήκω, Διαμάντω, να σε παντρέψω.
- Όπαλα, μάνα, όπαλα
Κι όσα κι αν έχεις δως μου τα.

            Δεν περίμεναν να νυχτώσει, για ν' αρχίσει το γλέντι. Άρχιζαν από νωρίς και το ξημέρωναν. Όλο το χωριό εκεί, μικροί και μεγάλοι. Οι μεγάλοι χόρευαν μπροστά στην ορχήστρα κι εμείς τα παιδιά πιάναμε το δικό μας χορό, σε μιαν άκρη και κάναμε του κόσμου τις φιγούρες και πολλές φορές παριστάναμε και τους μεγάλους.
            Εκτός από τα πανηγύρια περιμέναμε και τις γιορτές πώς και πώς. Τους εορτάζοντες τους τιμούσε όλο το χωριό. Εμείς τα παιδιά φτιάχναμε τις παρέες μας και πηγαίναμε να χαιρετήσουμε την ημέρα. Παίρναμε με τη σειρά όλα τα σπίτια που γιόρταζαν:
- Γεια σας και χρόνια σας πολλά!
- Καλώς τα παιδιά!
Και μας κοιτούσαν προσεκτικά, για να δουν μήπως κάποιο πήγαινε για δεύτερη φορά. Γινότανε κι αυτό. Οι πιο τολμηροί όπου έδιναν καλό γλυκό ξαναπήγαιναν. Οι νοικοκυρές έριχναν άδεια, για να πιάσουν γεμάτα.
- Εσύ σάμπως ήρθες, μάτι.
- Κάνεις λάθος, θεια, εγώ πρώτη φορά έρχομαι.
Πολλές φορές μας διώχνανε: “Φύγετε, ρε, δε γιορτάζουμε”.
            Τα γλυκά για τα παιδιά τα έφτιαχναν χώρια από των μεγάλων. Δεν τα πρόσεχαν και πολύ. Εκτός από τα υλικά που τα 'βαζαν με οικονομία, φρόντιζαν να τα κάνουν πολύ μικρά, για να φτουρήσουν. Μερικά δεν τρώγονταν με τίποτα και τους τα πετούσαμε στην πόρτα μετά τη δοκιμή.
            Μια φορά μια θεια μας φίλεψε δίπλες. Στην αρχή χαρήκαμε, γιατί δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο το είδος αυτό. Συνήθως μας φίλευαν κουραμπιέδες φτιαγμένους με λίπος από το χοιρινό. Προσπαθήσαμε να τις κόψουμε, να τις δαγκώσουμε, αλλά δεν τα καταφέραμε. Τότε τις δέσαμε στις πατούσες των ποδιών μας και περπατήσαμε μέχρι την πλατεία χωρίς να πάθουν τίποτα.
            Οι μεγάλοι πήγαιναν τα βράδια, για να χαιρετίσουν. Πολλές φορές τραγουδώντας. Θυμάμαι το συνηθισμένο τραγούδι που έλεγαν:
“Παρακοντούλα λεμονιά
  με τα πολλά λεμόνια
  χαμήλωσ' τα κλωνάρια σου
  για ν' ανεβούν τ' αηδόνια...”

Αυτοί πιο τυχεροί έτρωγαν καλύτερα γλυκά και στα νοικοκυρόσπιτα έπιναν κρασάκι, δοκίμαζαν και κανένα μεζεδάκι. Ύστερα κεφωμένοι το ' στηναν στο χορό για το καλό όπως έλεγαν. Για λίγο όμως γιατί η χαιρετούρα, είχε συνέχεια κι αυτοί που γιόρταζαν ήταν αρκετοί.
            Αυτά γίνονταν τότε που το χωριό ήταν γεμάτο κίνηση και ζωή. Τώρα ερημιά. Ελάχιστοι κάτοικοι ζουν μόνιμα εκεί.
            Αυτό δυστυχώς δε συμβαίνει μόνο στο δικό μας χωριό, που είναι ορεινό και άγονο. Συμβαίνει  παντού. Όλα τα χωριά ερήμωσαν κι ο κόσμος μαζεύτηκε στις πόλεις για αναζήτηση καλύτερης τύχης.

            Δεν ξέρω αν τώρα είναι καλύτερα. Εγώ πάντως νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια και τη φυσική ζωή μ' όλα τα αρνητικά της. Ίσως να νοσταλγώ το χρόνια της νιότης μου κι όχι εκείνη τη ζωή... 

12 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...



XRONIA PERASMENA ALLA OXI KSEXASMENA
\!!!!!!!!
PAROLO TH FTWXEIA EIMASTE XAROUMENOI!!

""NA KSANAGINOMASTE PALI PITSIRIKOI.....""
KALO PASXA SE OLOUS MAS !!!
YIOTA

Ανώνυμος είπε...

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΓΙΩΤΑ

Ανώνυμος είπε...

ν ήσαν τα νιάτα δυο φορές ,τα γερατειά καμία. Το τραγούδαγε συνέχεια ο μακαρίτης ο Μακρής!

Ανώνυμος είπε...

Καλή ανάσταση σέ όλους

Ανώνυμος είπε...

καλη ανασταση να εχουμε...gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Χιόνι έριχνε σήμερα στο χωριό !!

Ανώνυμος είπε...


Σε αδρές γραμμές η Ρίτα μας έδωσε το περίγραμμα της γλανιτσιώτικης ζωής, σε όλες σχεδόν τις πλευρές της, στα χρόνια της νιότης μας. Δε λέω πόσες δεκαετίες πριν. Ο κάθε ένας ας βάλει τις δικές του.
Ομολογουμένως ήσαν χρόνια δύσκολα.
Χωρίς νερό, χωρίς φως, χωρίς δρόμο και χωρίς αξιόλογες παραγωγές προϊόντων. Εν τούτοις ποτέ δεν θα έλεγα το Χωριό μου τριτοκοσμικό. Είχε ζωή, είχε κέφι είχε αισιοδοξία, όπως περιγράφονται από τη Ρίτα, το όμορφο κοριτσάκι, που συχνά καθόταν στα πόδια του πατέρα της, όταν έκείνος έπαιζε το λαούτο του ή τραγουδούσε μερακλιδικα.
Διαβάζοντας το κείμενο, ένιωσα κι εγώ τη νοσταλγία των χρόνων εκείνων παρά τις φοβερές στερήσεις μου. Αλλά τείνω να συμφωνήσω με το διαλογισμό της Ρίτας. Μήπως δηλ. η νοσταλγία μου
έχει να κάμει πρωτίστως με τη χεμένη νιότη μας;
Εσείς τί λέτε;

Ανώνυμος είπε...


ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ

'ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ'

Ανώνυμος είπε...

Νομιζω οτι ειναι ενας αρμονικος συνδιασμος και των δυο!! Ουτε το ενα ουτε και το αλλο μπορουν να επιστρεψουν . Οπως και ναχει ποτε δεν θα μαθουμε πιο απο τα δυο ειναι πιο ισχυρο !

Aris Polichronopoulos είπε...

Είχαμε τοσες στερήσεις σαν χωριό και σαν κάτοικοι αλλά δεν μας ένοιαζε τίποτα . Απολαμβάναμε τη ζωή έστω και με στερήσεις γιατί όλοι οι κατοικοι ήταν αγαπημένοι.Γιαυτο σήμερα υπάρχει άφθαρτη νοσταλγία που δαν σβήνει.να εισαι καλά ΡΗΤΑ που μας γέμισες. ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ

Ανώνυμος είπε...


XRISTOS ANESTH !!!!!!!!

GIA MENA POU EIMAI POLY MAKRYA KAI PANTA NOSTALGW TO XWRIO MAS .... TO GOOGLE EXEI TH LYSH ....DEIXNEI OLH TH DIADROMH POU EKANE TO AYTOKINHTO POU PEERASE APO EKEI ,,,.... DEN STAMATAW NA TO KYTTAZW KAI ME PERIKYKLWNOUN APEIRA SYNAISTHHMATA KAI NOSTALGIA !!!!!!!
YIOTA

Ανώνυμος είπε...



PISTEYW NA GNWRIZETAI O,TI STO XARTH TOU GOOGLE MPOREITE NA ANAZHTHSETE TO XWRIO MAS ..... ESEIS BEBAIA DEN EXETE AYTH THN ANAGKH ,...

YIOTA