Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Από το βιβλίο της Ρίτας Μακρή “Όρνια και Κουρούνες”

Όρνια και κουρούνες είναι ένα μικρό βιβλίο της Ρίτας ξεκινώντας από την μετακατοχική εποχή  μέχρι που διορίστηκε δασκάλα στο δημόσιο .Σκάβοντας βαθειά  τις αναμνήσεις της  σ όλη αυτή την διαδρομή  μάζεψε ότι δεν ξεθώριασε και έμεινε ανεξίτηλο χαραγμένο μέσα της . Σκέψεις, εικόνες, μνήμες, συναισθήματα!
Όλα αυτά για μας που ζήσαμε σ αυτό το χωριό τα παιδικά μας χρόνια ,οι εικόνες και οι μνήμες  είναι μοναδικές για τον καθένα μας αλλά γνώριμες σε όλους μας. Παρ όλο που το βιβλίο αναφέρεται στις σκληρές εποχές του χωριού, η Ρίτα  προσεγγίζει  αυτή την διαδρομή της, καταγράφοντας περισσότερο την παιδική ανεμελιά  και την παιδική αθωότητα χωρίς να παραμερίζει την σκληρή διαβίωση και την κακουχία. Εμπλουτίζει  το βιβλίο της με τα πανηγύρια, τα  τραγούδια,  τις δουλειές του σπιτιού, πάντα  με υπόστρωμα το χιούμορ!   Η “αφηγηματική” τεχνική που διαθέτει στο γραπτό λόγο μου άφηνε  μια νοσταλγική απόγευση εκείνης της εποχής όση ώρα  διάβαζα το βιβλίο της. Τωρα ....την εύλογη απορία σας για τον τίτλο του βιβλίου “Όρνια και κουρούνες”  θα σας την λύσω με το ξεκαρδιστικό απόσπασμα του βιβλίου:
….. “Τότε έβγαινε η μάνα μου στο μπαλκόνι και βάζοντας τα δυο της χέρια στο στόμα σαν χωνί φώναζε:
 -Ρίτααααα!
-Οριστε! Ακουγόταν η φωνή μου πότε απ τον ένα μαχαλά και πότε απ τον άλλο.
-Όρνια και κουρούνες !..μου απαντούσε
Πάντα έπαιρνα την ίδια απάντηση όταν έλεγα <<ορίστε>> Αυτό το Όρνια και κουρούνες είχε λαλήσει μέσα μου
Γ.Γ.(Νις) 
 Ένα χειμωνιάτικο δειλινό του 1949 ο πατέρας μου έσφαξε το γουρούνι μας, που το θρέφαμε για τα Χριστούγεννα. ΄Ηθελε να το πουλήσει, για να πάρει αλεύρι. Δίχως κρέας περνούσαμε δίχως ψωμί όχι. Ενώ το είχε στο τσιγκέλι, άκουσε πως ήρθε στο χωριό η ενάτη μεραρχία, που έκανε  τις εκκαθαρίσεις από τους αντάρτες. Δεν πρόλαβε να κρυφτεί και πιάστηκε σαν τον ποντικό στη φάκα.
Τον πήραν μαζί και τη  μάνα μου, για να τους οδηγήσουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης  της Τρίπολης
 Μείναμε στο σπίτι τρία παιδιά μόνα. Μάταια φώναζε και παρακαλούσε ο Τάκος, ο μεγαλύτερος αδερφός μου, να μη μας τους πάρουν. Δεν  ίδρωσε το αυτί τους. Δε συγκινήθηκαν, που άφηναν τρία μικρά παιδιά  μόνα από τριών  χρονών το πιο μικρό ως δώδεκα το μεγαλύτερο.
Ευτυχώς που μεσολάβησε ο παπάς του χωριού «καλή του ώρα»  και γύρισαν πίσω τη μάνα μου  από τα μισά  του δρόμου. Δεν  πιστεύαμε στα μάτια μας, όταν την  είδαμε  ξαφνικά να  μπαίνει μέσα στο  χειμωνιάτικο ταλαιπωρημένη  και  λυπημένη.
Η  θεια-Διαμάντω που μας είχε αναλάβει στο μεταξύ  και μας  τηγάνιζε  μεζεδάκια από το  χοιρινό, έβαλε  τις φωνές από τη χαρά της. Σταματήσαμε κι εμείς τα  κλάματα και κρεμαστήκαμε και τα τρία απ’ το  λαιμό της.
-Ο πατέρας σας θα  γυρίσει σε  λίγες μέρες, μας είπε  και τα μάτια  της  βούρκωσαν,  αλλά τα κατάφερε να  συγκρατηθεί. Βέβαια δεν ήρθε σε  λίγες  μέρες, όπως μας  είπε,  αλλά σ’ ένα χρόνο.

ΕΚΕΙΝΗ η χρονιά ήταν πολύ δύσκολη για μας. Το ρόλο  του  πατέρα πήρε  ο Τάκος. ΄Εσπειραν μαζί με τη μάνα μου τα λιγοστά χωράφια μας,  πήραν κι  άλλα μισιακά (ξένα χωράφια που τα καλλιεργούσαν και μοιράζονταν τη σοδειά με τον ιδιοκτήτη) και το  Θεριστή η σοδειά ήταν καλύτερη απ’ τ’ άλλα   χρόνια. Κόβανε ξύλα από το βουνό, τα πουλούσαν στα Λαγκάδια  και  κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα,  καλύτερα κι απ’ όταν ήταν ο νοικοκύρης στο σπίτι.
Βέβαια τα πράγματα δεν είχαν ησυχάσει. Οι Χίτες και οι  Μάηδες αλώνιζαν με την ανοχή του κράτους.  Από θαύμα σώθηκαν μια νύχτα ο Τάκος και ο Λούης. Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ έκανε πολύ κρύο και η μάνα μου πήρε τα παιδιά στο  κρεβάτι της και  κοιμηθήκαμε  μαζί και οι τέσσερις. Το δικό της κρεβάτι ήταν προφυλαγμένο από τον τοίχο, ενώ των παιδιών ήταν ακριβώς απέναντι από το παράθυρο.
Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί. Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι γίνεται, διαπιστώσαμε ότι ο στόχος ήταν το σπίτι μας. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή και περνώντας από το παράθυρο καρφώνονταν στο άδειο κρεβάτι. Άλλες καρφώνονταν ψηλά στο ταβάνι κι άλλες στο πάτωμα. Από τις λάμψεις των πυροβολισμών  φωτοβολού- σε το δωμάτιο και οι κρότοι μας  ξεκούφαιναν. Πανικός είχε κυριέψει όλους  και λιγότερο εμένα, που δεν καταλάβαινα και πολύ. Αυτό κράτησε όλη τη νύχτα με κάποια διαλείμματα ενδιάμεσα.
΄Οταν ξημέρωσε, η μάνα μου άναψε το καντήλι και  προσευχήθηκε. Ευχαρίστησε την    Παναγία, που γλιτώσαμε. Εγώ με το Λούη μαζέψαμε τα βόλια. Βγάλαμε κάμποσα από το κρεβάτι (εκεί βρήκαμε τα περισσότερα) και από το παράθυρο, που τώρα έμοιαζε με κόσκινο. Αποκτήσαμε έτσι ένα σπάνιο θησαυρό. Προκλητικά τον δείχναμε στα παιδιά της γειτονιάς, που μας ζήλευαν για την τύχη μας.
Από κείνο το βράδυ  δεν ξανακοιμηθή- καμε στο σπίτι μας. Μόλις σουρούπωνε, παίρναμε τα στρωσίδια μας και πηγαίναμε πότε  στον έναν και  πότε στον άλλο συγγενή. 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ  βρισκόταν ακόμα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρίπολης. Η μάνα μου πήρε μαζί της εμένα, ενώ άφησε τα δυο αγόρια στο χωριό και πήγαμε για να τον δούμε. Θα βλέπαμε και τους θείους μου, που έμεναν μόνιμα εκεί. Χαιρόταν ιδιαίτερα η μάνα μου, όταν πήγαινε  στην Τρίπολη, γιατί έβλεπε  τ’ αδέρφια της  και τις  αδερφές της.
Ετοίμασαν με τη θεια-Χριστίνα  ένα καλαθάκι με κουλουράκια, λουκούμια, τσιγάρα, μου   έκρυψαν  καλά στα παπού-τσια, στα καλτσάκια, στο στρίφωμα του φουστανιού διάφορα  σημειώματα με τα νέα απ’ τον έξω κόσμο και με οδήγησαν στο στρατόπεδο.
 Κρύφτηκαν πίσω από ένα πέτρινο μισοτελειωμένο σπίτι, μου έδειξαν την είσοδο  και με άφησαν μόνη να ζητήσω από το σκοπό την άδεια να επισκεφτώ τον πατέρα μου, που στο μεταξύ συνεννοήθηκαν μαζί του με νοήματα πίσω από τ’ αγκαθωτά σύρματα. Παρακολουθούσαν με αγωνία για το τι θα γίνει:
-Τι θέλεις εδώ, μικρή; με ρώτησε  ο οπλι- σμένος σκοπός.
-Θέλω να ιδώ τον πατέρα μου, του απάντησα θαρρετά.
    -Απαγορεύεται! μου είπε  σκληρά και κοφτά.
       Τρέχω εκεί που ήταν κρυμμένες οι δυο   γυναίκες και με το ίδιο ύφος τους λέω: «απαγογεύεται».
   Εκείνες με συμβούλεψαν να ξαναπάω, να παραφυλάξω και, όταν βρω ευκαιρία, να χωθώ μέσα στο στρατόπεδο χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Έτσι κι έγινε. Ξαναπήγα, κάθισα κάτω κι έπαιζα τάχα με τα χώματα. Ο φρουρός έκανε βόλτες χωρίς να μου  δίνει  σημασία. Κάποια στιγμή σιγοσφυρίζοντας έστρεψε την πλάτη προς το μέρος μου.
       -Να η ευκαιρία που περίμενα, λέω μέσα μου.   Και πρατ!  Τρέχω να μπω μέσα πριν με δει. Ατύχησα όμως! Τα καινούργια κόκκινα παπούτσια, που πριν λίγο μου είχε αγοράσει η θεία μου, γλίστρησαν και σωριάστηκα στο χώμα. Αλλού τα καλάθια, αλλού τα τσιγάρα, αλλού τα κουλούρια. Αίμα έτρεχε από τα γόνατά μου. Δεν έβγαλα άχνα. Το βλέμμα μου ένοχο καρφώθηκε στο δικό του, ενώ είχα κοκκινίσει σαν παπαρούνα. Είπα τώρα θα μου ρίξει με  το όπλο του.
        Με εξέπληξε όμως, όταν με βοήθησε να σηκωθώ και να μαζέψω τα πράγματά μου (ευτυχώς τα σημειώματα δεν τα είδε) και περισσότερο ξαφνιάστηκα, όταν μου είπε:
-Έλα να σε πάω στον πατέρα σου. Πώς είπες πως τον λένε;
-Ιωάννη Μακρή, απάντησα.
Πραγματικά τον φώναξε από το μεγάφωνο: «Ο Ιωάννης Μακρής να έρθει στην Πύλη. Τον ζητάει η κόρη του». Πρώτη φορά άκουγα τόσο δυνατή φωνή. Δεν πρόλαβε καλά καλά ο φρουρός να τελειώσει και καταφτάνει ο πατέρας μου  χαρούμενος, γελαστός, μπορώ να πω ευτυχισμένος και με πήρε. Σκαρφάλωσα στην αγκαλιά του, τον φίλησα  χωρίς να διαμαρτυρηθώ για τα σκληρά γένια του που με τρύπησαν και ένιωσα ασφαλής όχι όμως για πολύ.    
Με πήγε στη σκηνή του όπου μαζεύτηκαν  πολλοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσες και με ρωτούσαν να μάθουν για τους δικούς τους. Αφού βεβαιώθηκα ότι δε με βλέπει κανένας, έβγαλα τα σημειώματα και τα μοίρασα στους κρατούμενους. Δεν είχα μόνο για τον πατέρα μου αλλά και για  άλλους. Τους είπα όλα τα νέα με το νι και με το σίγμα.
Ο μπάρμπα-Αντρέας είχε τον ένα γιο του στο στρατό, τον άλλον στο  αντάρτικο και η  αγωνία του ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Χάρηκε πολύ που ζούσαν ακόμα και οι δυο.
Θαύμασαν όλοι τις γνώσεις μου γύρω από τα σοβαρά θέματα των μεγάλων. Δεν ήμουν βέβαια το παιδί θαύμα, αλλά στο σπίτι δε συζητούσαν και τίποτα άλλο και εγώ τα ’γραφα σαν μαγνητόφωνο.
΄Εμεινα όλη την  ημέρα στο στρατόπεδο. Τις πρώτες ώρες πέρασα καλά. ΄Εβλεπα πράγματα άγνωστα και μου είχαν τραβήξει το ενδιαφέρον: τις σκηνές όπου έμεναν, τις καραβάνες, το συσσίτιο που μοίραζαν.
Όταν όμως διαπίστωσα ότι είχαν φύγει η μάνα μου με τη θεια μου, απελπίστηκα. Πίστεψα πως θα μείνω φυλακισμένη μαζί τους. Φώναζα, έκλαιγα, χτυπιόμουν. Δεν μπορούσε κανένας να με ηρεμήσει. Ο καημένος ο πατέρας μου απελπίστηκε.  Δεν ήξερε τι να κάνει. Πέρασε μια πολύ άσχημη μέρα. Τελικά ήρθε  το απογευματάκι, με σήκωσε ψηλά και είδα έξω από τα σύρματα τις δυο γυναίκες να με περιμένουν και έτσι ηρέμησα.
Το «ταχυδρομείο» τώρα έπαιρνε τα γράμματα από μέσα για έξω.  ΄Ολοι  μ’ εμπιστεύτηκαν. Με γέμισαν σημειώματα. Μέσα στα εσώρουχα, στα παπούτσια, στις κάλτσες και με τεμπήχιασαν να τα δώσω στη μάνα μου, μόνο  όταν θα φτάσουμε στο σπίτι. Με φίλησαν όλοι, ο πατέρας μου με έσφιξε κλαίγοντας στην αγκαλιά του κι έφυγα.
Οι δυο γυναίκες με περίμεναν κρυμμένες στην ίδια θέση. Δεν πρόλαβα καλά καλά να  πάω κοντά τους κι άρχισαν βροχή οι  ερωτήσεις: «Τι τρώνε, πού κοιμούνται, τους βασανίζουν, τι σου είπαν…». Εγώ προχωρώντας βιαστικά μπροστά απ’ αυτές απαντούσα αυστηρά: «Ελάτε κοντά». Πραγματικά τέτοια εχεμύ- θεια από ένα τετράχρονο παιδί ήταν   αξιοθαύμαστη.
Αφού φτάσαμε στο σπίτι κι έκλεισε η πόρτα, έκατσα καταγής και ξυπολήθηκα. ΄Αδειασα από τα παπούτσια και τις κάλτσες τα σημειώματα, έβγαλα και τα υπόλοιπα που είχα επάνω μου και τους τα ’δωσα.  Εκείνες τα διάβαζαν με αγωνία,  ενώ  εγώ ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού κι έκατσα στον ίσκιο κάτω από την κληματαριά.
Οι σκηνές της ημέρας περνούσαν από το μυαλό μου σαν κινηματογραφική ταινία. Και αυθόρμητα άρχισα να λέω ένα τραγούδι με όλη μου τη δύναμη:
«Μια βραδιά στη Νάουσα με αστροφεγγιά
μπήκαν οι αντάρτες και βάλανε φωτιά.
Κάψανε την τράπεζα μ’ όλα τα χαρτιά,
  για να ξεχρεώσουνε τη φτωχολογιά».
   Δεν προλαβαίνω  να το τελειώσω. Ξαφνικά βλέπω τη μάνα μου ν’  ανεβαίνει τρέχοντας κρατώντας μια βέργα από μουριά  και με τη χούφτα  της  βιαστικά μου κλείνει το στόμα. Με την απειλή της βέργας  με  παίρνει σέρνοντας και με κατεβάζει κάτω.
   -Θέλεις να μας κάψεις; μου λέει. Εδώ και οι τοίχοι έχουν αυτιά.

Ο θαυμασμός μου γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν μεγάλος. Η λέξη «αριστερός» μου προκαλούσε δέος.

10 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

αλλοτρίωση συμπατριώτες, το γράφιτι στον τοίχο τα λέει όλα.το μόνο που μας έμεινε ως ¨περιουσία¨ πλέον είναι οι παιδικές μας αναμνήσεις.
μια μικρή ιστορία της Ρίτας και ξεδιπλώνεται στο μυαλό μας ολόκληρη η ζωή μας και αγαλιάζει η ψυχή μας από τις προσωπικές αναμνήσεις που συνειρμικά έρχονται στο μυαλό του καθένα όπως αυτός τις έχει αποθηκεύσει .
δεν έχω το χάρισμα να γράφω αλλά αν υπάρχουν συμπατριώτες που έχουν το αφηγηματικό χάρισμα καλό είναι να γράφουν και να δημοσιεύουν τέτοιες μικρές αναμνήσεις για να θυμόμαστε και να μη ξεχνιόαστε.
Μπουχτησα να διαβάζω τις τυποποιημένες απόψεις με ανακάτεμα των προτάσεων για να δείχνουν διαφορετικές επί των τεκτενομένων ,που προσπαθούν να μας ποδηγετίσουν για το τι πρέπει να ψηφίσουμε

Ανώνυμος είπε...

ΕΚΕΙΝΕς ΟΙ ΣΦΑΙΡΕς ΠΟΥ ΠΕΦΤΑΝΕ ΜΕΣΑ ΣΕ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΠΑΙΔΙΑ ΤΙ ΑΛΗΤΕΣ ΤΙΣ ΡΙΧΝΑΝΕ

Nis είπε...

O καθένας με την δικιά του αντίληψη και προκατάληψη ερμηνεύει και σχολιάζει τα διάφορα άρθρα που δημοσιεύει το site κατά το δοκούν. Ε… αυτά πάντα συμβαίνουν. Τι να κάνουμε??

Ανώνυμος είπε...

δεν είπαμε να κάνεις τίποτα , έκκληση έκανα να γράφεται και κανένα γλανιτσιώτικο απ΄αυτά που έχουμε βιώσει .
δεν θα επισκεπτόμουν το site αν δεν είχε ς συγγεντρωμένα κάποια μπλόγκ και ηλεκτρονικές εφημερίδες για να πέρνω μια γεύση τι γίνεται στην Ελλάδα. 'οπως καταλαβαίνεις από περιέργια κοιτάζω τι γράφεταιστα σχόλια , και μπορώ να σου πω ότι έχει εκπαιδευτεί και το μάτι μου και τα διαρκώς επαναλαμβανόμενα τα προσπερνώ αδιάβαστα πλέον , δεν έχει νόημα να τα διαβάζεις το καταλαβαίνεις από το κτίσιμο γραφής τους.

Ανώνυμος είπε...

Όλοι "παροικούμε την Ιερουσαλήμ"
Δεν χρειάζεται όμως σ αυτό το Γλανιτσιώτικο κείμενο να αναφερόμαστε σε θέματα που έχουμε εξαντλήσει στο παρελθόν. Υπάρχει και χρόνος και χώρος σε άλλα άρθρα Τέλος κι Ευχαριστώ!!

Ανώνυμος είπε...


Για το πρώτο σχολιαστή έχω να ειπώ οτι καλά τα γράφει και συμφωνώ μαζί του ,αλλα στην τελευταία παράγραφο το πήγε σα την Φλεβάραινα

Ανώνυμος είπε...

για πες για τη Φλεβάραινα.

Ανώνυμος είπε...

Τι να ειπω? Δεν ήξερε να χορεύει καθόλου. Τσάμικο βαράγανε τα όργανα ,συρτό το χόρευε αυτή

Ανώνυμος είπε...

Καποτε που χορεύαμε στου Θανάση το μαγαζί χάλασε η λάμπα και είχε απόλυτο σκοτάδι. Τα όργανα συνέχιζαν να παίζουν και τότε η Φέβαραινα πήρε φόρα, ξέχασε τις ντροπές και χωρίς ρυθμό όπως πάντα τα έδωσε όλα. ...

Ανώνυμος είπε...

με σβηστα φωτα μια χαρα θα το πηγαινε !!χαχαχα