Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Ο Τ ο ύ ρ κ ο ς 1913 – 1992

            (Ο Μπαρμπαγιώργης του Σταμίρη) 

Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Είχε μια παλιά εφημερίδα ανοιγμένη μπροστά του με στάμπες, κιτρινισμένη,  από αυτές που τύλιγε ρέγκες, σαρδέλες και άλλα εμπορεύματα του μαγαζιού, που έδινε στους πελάτες.  Μπορεί να ήταν και δυο και τριών χρόνων. Φαίνεται την είχε ξανά διαβάσει, γιατί  διάβαζε τις στήλες της  «νεράκι».
Είχε τα γυαλιά κατεβασμένα χαμηλά στη μύτη και διάβαζε μεγαλοφώνως, γι αυτό δεν  άκουσε τα βήματα  και τον χαιρετισμό μου, που του απεύθυνα,   καθώς  τον πλησίαζα.
Χρόνια είχα να περάσω από το μικρό καφενεδάκι του και είχα περιέργεια για την υποδοχή, που θα μου έκανε. Εκείνη την ώρα δεν υπήρχε άλλος πελάτης. Η ματιά του άφησε την εφημερίδα και λοξά πάνω από τα γυαλιά του ήλθε σε μένα. Παραξενεύθηκε σαν με είδε απότομα. Με κοίταγε περίεργα, για όση ώρα χαιρετιόμαστε και ακόμη περισσότερο όταν  παράγγειλα δυο καφέδες όμοιους , σαν αυτόν που πίνει ο ίδιος.
Καθώς έφτιαχνε τους καφέδες, κοίταξε στο βάθος του δρόμου για την παρέα μου. Μα σαν δεν είδε κανέναν, γύρισε και μου είπε με ύφος ερευνητικό:
__Έχω μεγάλη κούπα του τσαγιού, να τους βάλω και τους δυο  μέσα,  αν είναι για σένα;
Δεν είχε υπομονή, ήθελε να μάθει για ποιόν ήταν ο δεύτερος καφές.
__Ο ένας είναι για σένα, του είπα.
 Εκείνος έτριψε τα χέρια του από χαρά, που θα είχε παρέα και, σαν έφερε τους καφέδες, καθίσαμε μαζί κι αρχίσαμε κουβέντα.
Λέγαμε για τις  παιδικές αταξίες ,  για τα πετροβολήματα στις  μυγδαλιές να φτάσουμε μύγδαλα, για τον κόσμο στο χωριό και τις διαβολιές που κάναμε σαν παιδιά.
Αίφνης! Σαν να θυμήθηκε κάτι, με κοίταξε ερωτηματικά και δεν άντεξε. Με ρώτησε:
__Καλά! Εσύ δεν ήσουν  τότε…;
Είχαν περάσει πολλά χρόνια και δεν το θυμόταν καλά. Ήθελε επιβεβαίωση.
 Εγώ θα ήμουν τότε  εννιά, δέκα χρόνων …… Κατάλαβα τι ήθελε να με ‘ρωτήσει και αυθόρμητα, απάντησα:
__Εγώ ήμουν!
__Πια! Άρπαξες καμία;
__Ήσουν καλός παιδαγωγός, του απάντησα.
Ήταν, που λέτε, μάλλον Σεπτέμβρης μήνας. Το πίσω μέρος του σπιτιού του ήταν χτισμένο και χωμένο μέσα στο βουνό. Ήταν χαμηλό και εύκολα ανέβαινε κανείς στα κεραμίδια του. Μια γάτα λιαζότανε ξάπλα, αμέριμνη πάνω στην σκεπή. Εγώ έπαιρνα πέτρες και πέταγα στην γάτα. Εκείνες χτύπαγαν στο έδαφος,  αναπηδούσαν στα κεραμίδια και  κατέληγαν στην φάτσα του σπιτιού , στο μπροστινό μέρος, που ήταν και το μαγαζάκι.
Μια , δυο, τρεις πέτρες , κύλησαν πλησίον του και  ήταν αρκετές να τον ερεθίσουν,  να βάλει τις φωνές  και να έλθει προς εμένα  με άγριες διαθέσεις!  Εγώ τότε το έβαλα στα πόδια και έτρεχα προς το βουνό. Είχα εμπιστοσύνη στα πόδια μου, έτρεχα γρήγορα. Εκείνος  με ακολούθησε κατά πόδας φοβερίζοντας. Μετά από πολύ τρέξιμο, από την κούραση και το φόβο, τα σαγόνια μου βαρούσαν, η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα και η απόσταση μεταξύ μας μίκραινε. Πίσω μου άκουγα λαχάνιασμα από την προσπάθεια, που έκανε να με πιάσει.
Δεν άργησε να με πλησιάσει επικίνδυνα, με άρπαξε από την μπόλκα  που φορούσα , με άδραξε από το σβέρκο και μου είπε:
__Νόμιζες πως δεν θα σε πιάσω; Παλιοπαιδάκι!  Σ’ αρέσει τώρα να σε βάλω κάτω και να φάει η μύτη σου χώμα σαν το γουρούνι;  Γιατί πέταγες πέτρες στα κεραμίδια;  Θα βγάλω μια λούρα και θα σου κάνω τον πισινό κατάμαυρο, αν το ξανά κάνεις! Τ’ ακούς;

Εγώ, παραδομένος στα χέρια του, τον άκουγα βουβός και φοβισμένος. Ξύλο δεν έπεσε τελικά και δικαιολογήθηκα ότι με παρακίνησε η γάτα. Έτσι  κάλμαρε ο θυμός του.
_
Στην χαρίζω και δεν θα σε δείρω για πρώτη φορά. Κοίταξε μην το ξανακάνεις , θα σου τσακίσω τα παΐδια.
Κοίταξα λοξά τα σκισμένα παπούτσια του, με το μεγάλο δάχτυλο του ενός ποδιού έξω,  το ημίκοντο χιλιομπαλωμένο παντελόνι του σφιχτά ζωσμένο στην μέση του με ένα σχοινί και τις ραβδώσεις από τις ζάρες στα μάγουλά του , το άγριο πρόσωπό του και ένας φόβος με έπιασε ώσπου να μείνω ελεύθερος.
Αφού έδωσα υπόσχεση  να μην το ξανακάνω, εκείνος  γύρισε τροπαιοφόρος από άλλο δρόμο, χωρίς θυμό και κακία στο μαγαζάκι του κι εγώ κυνήγαγα πουλιά και γάτες αλλού.

Ήθελε να ακούει λόγια συμπόνιας και συμπάθειας  για το πρόσωπό του και να  είσαι πελάτης  στο μαγαζάκι του. Τότε κι αυτός σε θεωρούσε φίλο καρδιακό!
Κόσμος περνούσε έξω από το μαγαζάκι του, γιατί ήταν στον κεντρικό δρόμο του Χωριού. Ο Τούρκος τους περιεργαζόταν όλους αναζητώντας πελάτες. Σε μερικούς, που συμπαθούσε και είχε το θάρρος έλεγε:
__Για κάτσε να σε ιδώ μωρέ.  Τόσο βιαστικός είσαι;
 Κάρφωνε τα μάτια του, πάνω σου εξεταστικά, να σε παρακινήσει να ψωνίσεις .  Ήταν αδιάφορος για την εξωτερική του αμφίεση , αλλά καλός στην κρίση και την κριτική. Όταν ήταν καλός καιρός καθόταν έξω από το μαγαζάκι  και έκανε σχόλια, μονολογώντας, για όσους  περνούσαν από μπροστά του: Αυτός έχει κομπόδεμα, αυτός δεν έρχεται στο μαγαζί μου, εκείνη καλά βαστιέται, αυτή σέρνει το πόδι της αλλά τα θέλει, ετούτος είναι σφιχτοχέρης, αυτός είναι τρακαδόρος…… Η στάση του αυτή προβλημάτιζε, όσους περνούσαν από μπρος του και μερικοί το απόφευγαν!
Το μούτρο του ήταν τραχύ, φαινόταν άγριος, είχε ψηλό ανάστημα, σιδερένια κράση, άσπρα μαλλιά και γένια άγρια σαν του σκαντζόχοιρου!
 Πίσω από αυτό το σουλούπι, κρυβόταν ένας έξυπνος άνθρωπος, δραστήριος, αποφασιστικός, με μεγάλη καρδιά και καλοσύνη. Βλέπετε του Σχολαρχείου άνθρωπος ήταν, γραμματιζούμενος. Ο  παπά Αντώνης  τον ήθελε ψάλτη στην εκκλησιά και τα εξωκκλήσια, όχι βέβαια για την ψαλτική του ικανότητα, αλλά γιατί τον έβρισκε βολικό. Πήγαινε στην εκκλησία και τσάτρα πάτρα έψελνε, έλεγε  το «Πιστεύω…», το « Πάτερ ημών..» και διάβαζε καλά τα εκκλησιαστικά βιβλία, γιατί είχε τελειώσει το Σχολαρχείο στο Βαλτεσινίκο.  Μια φορά στον Αι Γιώργη,  καθώς τελείωσε όσα του έδειξε να ψάλει και να διαβάσει ο παπάς, τον ρώτησε μεγαλοφώνως , μπροστά στο εκκλησίασμα:
__Τί  διάβολο να διαβάσω παρακάτου , ρε παπά; Τα τέλειωσα κείνα που μου είπες!

Στο μαγαζάκι, στην είσοδο,  είχε μια πρωτότυπη ταμπέλα που έλεγε:




ΟΙΝΟΠΑΝΤ/ΛΕΙΟΝ
ΤΟ«Κέφι της φτώχειας»
 Γεωργ. Χαρ. Πολύδωρα

  Τελευταία καλά τα πήγαινε. Έρχονταν λογής  λογής πελάτες, κυρίως σχολιαρόπαιδα,  και αρκετοί νεαροί δάσκαλοι, από τους πολλούς που έβγαλε το χωριό μας,  γιατί ήθελαν να διασκεδάζουν με τα καμώματα και τ’ αστεία του, τις ιστορίες και τα ευφυολογήματά του.
Διασκέδαση, εκτός από τα καλαμπούρια, ήταν η δηλωτή και η κολτσίνα. Όταν έπαιζαν, φώναζαν, χειρονομούσαν  και διαφωνούσαν, για να πάρει μάκρος η παρτίδα. Ο ίδιος ήταν πάντα μέσα στο παιγνίδι και συχνά , κρατώντας τα χαρτιά στα χέρια του, μονολογώντας, τα ύβριζε, τα καθύβριζε και τα κακολογούσε, ήσαν δεν ήσαν καλά  Ήταν ένα μονόλογο βλάστημο λιβανιστήρι, που τον χαρακτήριζε, παρότι ήταν σχετικά  καλός παίχτης.

Το καφενεδάκι ήταν στημένο με γούστο. Τρία τέσσερα τραπεζάκια, μερικά ήσαν σιδερένια, ψάθινες καρέκλες , πολλά ράφια με πραμάτεια πάσης φύσεως. Κουτιά τσίγκινα με μπογιές για το βάψιμο των ρούχων, αλογόκαρφα, πρόκες, μπαχαρικά, κοντυλοφόροι, μελάνια, τετράδια. Δυο τενεκέδες με πετρέλαιο, αλάτι και  λάδι. Σε ένα ξεχωριστό ράφι μια κάσα λουκούμια, κρασοπότηρα, νεροπότηρα,  κατρούτσα κλπ.
Στο κέντρο, δίπλα στα ράφια, υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε σε δεύτερο υπόγειο. Από κει κάποτε πέρναγε την γαϊδουρίτσα του, μέσα από το μαγαζί, να φάει και να κοιμηθεί.

Στο μικρό μαγαζάκι, που ήταν και καφενείο και παντοπωλείο, αλλά προ πάντων χαρτοπαικτική λέσχη, διαδραματίζονταν  γεγονότα  και σκηνές απείρου κάλλους!  Εκεί λέγονταν οι περισσότερες αλήθειες, τα μεγαλύτερα ψέματα και παίζονταν τα  καλύτερα σήριαλ.
Στο καφενεδάκι κάθε ημέρα παιζόταν θέατρο με ηθοποιούς  το παιδομάνι  και  με πρωταγωνιστή τον Τούρκο.  Ενδεικτικό είναι το εξής:
Όταν έπαιζαν δηλωτή,  το έπαθλο για τους νικητές ήταν, πολλές φορές ,ένα ουζολούκουμο και ένα τσιγάρο.
Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις γαργαλιστικές.
Ο μπάρμπα Γιώργης ή Τούρκος, όπως τον φωνάζαμε, είχε κρεμασμένη στον τοίχο μια γυμνή φωτογραφία γυναίκας με εξογκωμένα τα οπίσθιά της.
__Για ακούτε ΄δω, λέγει στους αντιπάλους! Σήμερα δεν παίζουμε μόνο ουζολούκουμο.
__Τί θέλεις να παίξουμε; ούλο το μαγαζί; Ήταν η απάντηση των συμπαικτών.
__Όποιος χάσει, συμπληρώνει ο Τούρκος, θα προσκυνήσει γονατιστός την χοντρή, που κρέμεται στον τοίχο, και ύστερα θα της φιλήσει τον κώλο!
Έγιναν σχόλια και αστεία επί της πρότασης, αλλά  τελικά όλοι συμφώνησαν γελώντας.
Μου λέτε μετά, σαν έχασαν οι αντίπαλοί  του, τί έγινε, που ένας ένας  προσκύναγε και φίλαγε τον κώλο της φωτογραφίας;
Τον  δεύτερο  μάλιστα, που ήταν κοντός και δεν έφτανε εκεί ψηλά στο κρεμασμένο γυμνό, ήταν υποχρεωμένος να τον βοηθήσει ο συμπαίκτης του,  για την εκτέλεση της συμφωνίας.
__Να ήταν και καμιά μικρή, πάει στο διάολο, παραπονέθηκε .
__Μικρή είναι, του απάντησε ο Τούρκος. Απλά την αδικεί το χόντρος και η γύμνια της και φαίνεται μεγάλη, αλλά εγώ ξέρω γιατί δεν την θέλεις!
__Την θέλει !  Αλλά καμώνεται, είπε ο συμπαίκτης του κοντού.
__Ανοίχτε τα μάτια σας ρε! Στραβοί είστε; Έχετε  έναν θησαυρό μπροστά σας, και έδειχνε την γυμνή κοπέλα του τοίχου.
 Οι νεολαίοι που έχασαν, όσο και να ήθελαν να αποφύγουν δημόσια το προσκύνημα, δεν μπορούσαν. Η συμφωνία ήταν συμφωνία.  Ο κοντός στο τέλος χολωμένος ρώτησε:
__Καλά ρε μπάρμπα Γιώργη! Για μας την φύλαγες;
 Το κρύο μαγαζάκι ζεσταινόταν με τέτοια πρωτότυπα καλαμπούρια του Τούρκου, που μετέδιδαν χαρά και  γέλιο σε μικρούς και μεγάλους.
Αλλά και ο Τούρκος δεν γλύτωνε,  από τα πειράγματα και τα αστεία των άλλων.
Μια φορά, σαν άναψε την σόμπα, εκείνη μπούχλωσε τον χώρο από καπνό. Βλαστήμαγε και άκρη δεν έβγαζε,  με το τί συμβαίνει. Το σχολιαρόπαιδο ο Παύλος, κρυφά από το βράδυ, έβγαλε το μπουρί της σόμπας , το στούπωσε  με χαρτιά και βούλωσε ο σωλήνας της   με συνέπεια ο καπνός να γυρίζει πίσω!  Κάποια στιγμή ο Παύλος του φωνάζει από απόσταση ασφαλείας φυσικά:
__Μήπως είναι βουλωμένο το μπουρί  μπάρμπααα!
Ο τούρκος κατάλαβε!
__Θα σε συγυρίσω  γω άμα σε πιάσω …παλιοπαίδι! Τον φοβέρισε, λούζοντάς  τον και με δυο τρεις βλαστήμιες.
Η μια ιστορία φέρνει την άλλη:
Βράδυ. Η λάμπα με  λαμπόγυαλο  έκαιγε το πετρέλαιο αθόρυβα. Το λιγοστό και απαλό φως  μόλις έκανε να φαίνονται τα πρόσωπα των θαμώνων. Οι νεολαίοι του καφενείου γέλαγαν με τα αστεία του μπαρμπα-Γιώργη.
Σήμερα είχαν στόχο να του κάνουν  χοντρό πανηγύρι.
 Καθώς έπαιζαν χαρτιά, ένας της παρέας κοντοζύγωσε το χέρι του στην λάμπα.  Όταν ο Τούρκος  γύρισε κατά τύχη  από το άλλο μέρος, εκείνος μπερδεύει δήθεν άθελά του το χέρι με την λάμπα . Εκείνη  πέφτει καταγής και γίνεται  γυαλιά καρφιά!
Οι φωνές και τα βλαστήμια με την βροντερή φωνή του  σμίγουν στο σκοτάδι και ανεβαίνουν στον ουρανό. Τα χάχανα και τα γέλια ήταν συνεχόμενα και ο Τούρκος για να επιβάλει την τάξη στους μικρούς πελάτες του φωνάζει:
__Σκασμός ρε! Σκασμός να μην σας την ανάψω!
Μπουσουλώντας πλησίασε και άπλωσε τα χέρια εκεί που είχε την κάσα με τα λουκούμια. Ευτυχώς, όλα εντάξει! Οι μικροί φίλοι ήταν και μικροί διάβολοι και μπορούσαν να  τα καταβροχθήσουν όλα.  Έπειτα κάπου βρήκε τα σπίρτα, άναψε ένα και σήκωσε την σβηστή λάμπα, ενώ το χυμένο πετρέλαιο στο τσιμεντένιο δάπεδο μύριζε αφόρητα.
__Εσένα θα σε συγυρίσω!  Του είπε ο Τούρκος, όταν επανήλθε ο φωτισμός.
__Δεν έγινε, ρε παιδιά, τίποτε! Δεν το ήθελα , ατύχημα ήταν! Μεριά που χάλασε ο Κολτσίνα, έσπασε  και το γυαλί  της λάμπας ,  κείνο το βράδυ δεν πούλησε  λουκούμια.
__Το γυαλί, αν δεν έχεις να μου το πληρώσεις , το γράφω στο δεφτέρι, του είπε ο Τούρκος γεμάτος θυμό. Για ότι έκανες, τί να σου ειπώ; Είσαι παλιοπαιδέας  και μοιάζεις  του πατέρα σου.  Και συνέχισε… Άνθρωπος είσαι ρε μασκαρά ή σατανάς; Ου! να μου χαθείς από δω! και σήκωσε το χέρι του επικίνδυνα.
 Οι νεολαίοι εξέρχονταν τροχάδην του μαγαζιού φοβούμενοι τα χειρότερα.

Θα συνεχίσουμε  ιστορίες που διαδραματίστηκαν και λόγια που ειπώθηκαν στο μικρό μαγαζάκι:
Ένα απόγευμα ήταν στο μαγαζάκι του μόνος.  Διπλοφτερνίστηκε κι ας ήταν Αλωνάρης. Σφούγγισε την μύτη του και ύστερα έφτιαξε καφέ και έπινε. 
Από το γειτονικό σπίτι του Τέλαρου  ξανάφανε ο Κίμωνας.
__Για πού  το βαλες ρε ζούδι,  τέτοια ώρα;  Τον ρώτησε.
__Σε σένα έρχομαι μπάρμπα, απάντησε εκείνος.
 Έκατσε στο τραπέζι  που έπινε καφέ και ζήτησε μια κούπα κρασί.  Ο Τούρκος τον κοίταξε με απορία. Το μαγαζάκι του σχεδόν δεν το ήξερε ο Κίμωνας και ήρθε  σήμερα να πιεί κρασί! Περίεργο!
__Κάτι θέλεις από μένα κερατάκο. Πες μου τί θέλεις;
__Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο! Μιας και το λοστάρι σου είναι στοιχερός στο αλώνι  στο Καταράχι του Αντρέα, να το αφήσεις να βάλω κι εγώ τα μουλάρια να αλωνίσω.
Δεν του πήγαινε η καρδιά να του ειπεί όχι, όπως δεν είπε όχι και στον Μαγγογιώργη, που κείνος, τουλάχιστον,  ήταν πιο συχνός πελάτης του μαγαζιού και του άφησε  το λοστάρι να αλωνίσει.
__Να περνάς από το  μαγαζάκι, να σε βλέπω και το λοστό, σαν τελειώσεις  το αλώνισμα, να το φέρεις εδώ, πρόσταξε.
__Έτσι κι αλλιώς θα έρθω  να πάρω τριχιά, γιατί φαγώθηκε  η παλιά  και θα φέρω και το λοστάρι. Είπε εκείνος.
Ήπιε το κρασί, άφησε τον οβολό του  και έφυγε , με τον Τούρκο χαρούμενο που, έστω πρόσκαιρα, απόκτησε έναν καινούριο πελάτη.
Ωστόσο το μυαλό του  μπαρμπα Γιώργη ζαλόδερνε μέρα νύχτα. Οι καιροί ήσαν δύσκολοι  και συλλογιότανε  πώς να εξασφαλίσει το ψωμί των πέντε παιδιών του!  Ήταν όμως υπομονετικός, ακούραστος, εφευρετικός και πολυτεχνίτης!
Στον σκληρό αγώνα επιβίωσης μεγάλο στήριγμα βρήκε στην αμπελοκαλλιέργεια.
Το αμπέλι του στις Φυτιές, από την πολλή περιποίηση,  ήταν συνήθως κάθε χρόνο  γεμάτο  σταφύλια:  μοσχοφίλερο, περιστέρα , αλεπού, παραχωρίτη… Τρείς μέρες   πάταγε τα σταφύλια στο λινό και τα κουβάλαγε με μουστιές στο χωριό.  Το μαγαζάκι δεν έμενε ποτέ από κρασί.  Στο μεγάλο βαγένι του υπόγειου έβαφε κατακόκκινο το κρασί με τα τσίπουρα και το έκανε σαν το αίμα του Χριστού. Στο δεύτερο και το τρίτο, που ήταν και μικρότερα,  το έκανε πιο ελαφρύ, όπως έλεγε.
Κείνη την χρονιά περίσσεψε μούστος  και δεν είχε τί να τον κάνει!  Έβρασε τρία λεβέτια  μούστο και έβγαλε πολύ πετιμέζι .  Έριξε αρκετό απ΄ αυτόν  μέσα  στο κρασί κι έγινε πολύ  γευστικό και γλυκόπιοτο. 
__Θα σας κάνω γω, να παραμιλάτε με το κρασί μου! Μονολογούσε.
Σαν τέλειωσε όλη κείνη η διαδικασία με το βράσιμο και το άρμεγμα του κρασιού, άνοιξε το βαγένι  και  φώναξε τον παπά –Πάνο.
__Έλα παπάκο, να δοκιμάσεις το κρασί.
Κι εκείνος, που δεν του χάλαγε χατίρι, έπιασε με την χούφτα του την κούπα με το κόκκινο κρασί και απολαυστικά  το  ρούφαγε λίγο λίγο.
__Μπράβο Τούρκο! του είπε. Μπράβο! Μόσκος είναι το βλοημένο. Να στέλνεις κανένα μπουκάλι να μεταλαβαίνω τον κόσμο.
 Ο Τούρκος χαμογελούσε φχαριστημένος  και κάρφωσε τα βαθουλωμένα μάτια του πάνω  στον παπά.
__Είναι καλό Τούρκο! Πίνεις κρασί και αίμα γίνεται, ξαναπαίνεψε ο παπάς το κρασί του. Το φετινό είναι καλύτερο από πέρσι. Καλόπιοτο και καλά κέρδη.  
__Φχαριστώ παπά. Να έρχεσαι να σε κερνά, αν και συ φτιάνεις καλύτερο κρασί από μένα.
__Δεν σε φτάνει κανένας Τούρκο, εσένα!
Κουτσόπιαν λίγο ακόμη στο τραπεζάκι, που ήταν κοντά στην μάντρα του κήπου. Αφού έδωσε πρόσθετες ευχές και παινέματα ο παπάς για το κρασί και τον ίδιον, έφυγε.
Έκοψε η νύχτα, πελάτες δεν είχε το μαγαζί και ο μπαρμπα Γιώργης ανέβηκε στο σπίτι του, με την ελπίδα ότι το καλό κρασί θα βοηθήσει τα οικονομικά του.
Ξαφνικά του ήρθαν κακές σκέψεις και μονολογούσε μπροστά στην γυναίκα του, την Τριαντάφυλλη.
__Ξεσκισμένη κοινωνία! Άτιμο εμπόριο, παλιοδουλειά του κερατά. Γίνεσαι θεατρίνος και ψεύτης  για να πάρεις τα βερεσέδια, που σου χρωστάνε.  Και να ‘χεις και την γυναίκα σου, να χώνει την μύτη της, εκεί που δεν πρέπει.
__Άστην  γυναίκα Γιώργη, απάντησε εκείνη. Σε δέκα πέντε  ημέρες θα σφάξει ένα κατσίκι και θα τα πάρεις. Στο είπε, δεν έχει λεφτά τώρα να πληρώσει. Από τον τοίχο να τα κόψει;
__Τούτες τις μέρες έχω κι εγώ ταμιακή δυσχέρεια.  Ο Ανθούλης και ο Λώλος στα Λαγκάδια δεν μου δίνουν βερεσέ. Εγώ τί να κάνω; Μου το είπαν καθαρά, έχει αυξηθεί το χρέος, τρία ψώροχιλιάρικα θέλουν, να με ξαναπιστώσουν.


Κείνη την περίοδο, που χρειαζόταν ο Τούρκος λεφτά, ήταν πολλοί που δυσκολεύονταν  να πληρώσουν έναντι της οφειλής τους. Δεν φτάνει αυτό ,που δεν πλέρωναν, δεν ζύγωναν ούτε στο μαγαζί του, για να μην τους ζητάει τα δανεικά. Όταν είχαν  μετρητά πήγαιναν στα άλλα μαγαζιά.
__ Ούτε ένας δεν ήρθε σήμερα προς τα δω, μονολογούσε.
Ρε! τί ξεσκισμένη κοινωνία είναι τούτη!  Θα σας συγυρίσω εγώ, έλεγε, και άνοιξε το δεφτέρι με τα βερεσέδια.  Διάβαζε προσεκτικά το ιστορικό των συναλλαγών:
Βασιλοπούλου Μάρθα: Ελογαριαστήκαμε στις 14/7/70 και ευρέθη ο λογ/σμός 1066 δρχ. Έλαβα 506  δραχμές, υπόλοιπο να μου θέλει 560 δρχ. 
__Τρείς μήνες τώρα η ξεκ…… δεν έκανε δώθε να μου δώκει πέντε δραχμές, που χρειάζομαι.
Παναγόπουλος Πάνος:  Το παιδί του, ο Γιώργος, πήρε ένα τετράδιο με σπιράλ και μου έδωκε 2,5 δρχ. Και η κόρη του η Μαρία πήρε ένα σακί αλεύρι και δυο πυτιές.
Στην απέναντι σελίδα του δεφτεριού ήταν η Ηλιοπούλου Δάφνη. Διάβαζε:
Στις 18/10/70 αγόρασε  μία κουβαρίστρα, μισό κιλό  μακαρόνια και δέκα πέντε κιλά ασβέστη. Στις 22/10 ημέρα Παρασκευή  αγόρασε πέντε πιάτα κεραμικής για γάμο.
Είχε κι άλλες ημερομηνίες  με τα βερεσέδια της. Δύο κιλά στρίμμα και ένα μπουκάλι σφραγισμένο ποτό. Υπόλοιπο από αλεύρι 180 δρχ. Αγορά πετρελαίου, μια κουλούρα σύρμα, ένα ζευγάρι κάλτσες καλές…..
__Τώρα η πεδουκλωμένη περνάει μακριά από το μαγαζάκι κουνιστή, λυγιστή. Στο γάμο ήθελε να πάει το δώρο της, τώρα όταν έχει μετρητά, πάει στους άλλους….
__Θα σε στολίσω εγώ, σαν έρθεις από δω.
 Ο λογαριασμός είχε να κινηθεί μήνες. Τρείς φορές της παρήγγειλε  να του δώσει κάτι για το χρέος, μα αυτή αγρόν ηγόραζε.
Μια μέρα σαν την είδε, που γύριζε από την βρύση ζαλιά το βαρέλι, την κατσάδιασε. Ένα περίδρομο λεφτά μου χρωστάς, της είπε.
__Δεν θα τα χάσεις μπάρμπα. Θα τα πάρεις!
__Δεν έχεις μια στάλα φιλότιμο, κακομοίρα μου! Ας ερχόσουν από δω, ρε παιδάκι μου , έστω μια καλημέρα να ειπείς!
__Θα σε εξοφλήσω μπάρμπα ,του είπε εκείνη ντροπιασμένη. Κάνε λίγο υπομονή.
Εκείνη την στιγμή έμπαινε στο μαγαζί η παπαδοπούλα και βάλθηκε να κοιτάζει τα ράφια.  Ο Τούρκος, άφησε την Δάφνη  να φύγει στενοχωρημένη, και ήρθε κοντά της.
__Μπάρμπα ,μπογιές θέλω.  Έχεις το  βαθύ κόκκινο χρώμα;
__Τώρα, που δεν βρήκες αλλού αυτό το χρώμα, ήρθες σε μένα!  Της απάντησε πεισμωμένος. Τα κουτιά της ΧΡΩΠΕΙ είναι γεμάτα ότι χρώμα θέλεις!
__Μαξιλαροθήκες και πανωσέντονα που έλεγες να φέρεις , έφερες;
__Μελλοντικά, ώσπου να αποφασίσεις να παντρευτείς θα φέρω,  της απάντησε στην κοροϊδία της .  Δεν τέλειωσε καλά την κουβέντα με την παπαδοκόρη, μπήκε ο παπάς μέσα.
__Εδώ να έρχεσαι να ψωνίζεις, της είπε. Να βοηθήκουμε την φτώχεια, τον Τούρκο.
__Όλο από το μαγαζί μου ψωνίζετε παπά! Δεν έχω που να βάλω τα λεφτά! Ειρωνεύτηκε εκείνος.
__Μην παραπονιέσαι Τούρκο, από ολούθε πρέπει να ψωνίζουμε.
 Μεθαύριο θα έρθεις στο πανηγύρι;
__Τί να κάνω παπά. Κάθε χρόνο έρχομαι. Γίνεται πανηγύρι χωρίς εμένα; Δύσκολη η παλιοζωή. Να βγάλουμε καμιά δεκάρα.
__Έχεις διαμάντι κρασί,  όπου και να πάς, κάνεις δουλίτσα.


Ο Τούρκος πήγαινε σε όλα τα πανηγύρια. Φόρτωνε το μουλάρι με δυο τραμουντζάνες κρασί, τσαπέλες σύκα, δυο κάσες λουκούμια και καραμέλες και έστηνε τον πάγκο του.  Σε όλα τα εξωκκλήσια πήγαινε, σε δικά και ξένα. Στον Αι Γιώργη, στον Αγιοθόδωρο, στην Παναγιά την Καβουλιώτισσα ,Στην Αγία Βαρβάρα της Κερπινής ,στην Μαυρομαντιλού  και ολούθε. Σκυλί στην δουλειά! Του έβγαινε η πίστη ανάποδα.  Ξεροστάλιαζε και ήταν στο πόδι από τα ξημερώματα.  Σαν τέλειωνε η εκκλησία και άναβε για τα καλά το τραγούδι και ο χορός , ξόδευε το κατακόκκινο κρασί του και την άλλη πραμάτεια του. Έβγαινε καλά το μεροκάματο.
Φύσαγε τότε ο τόπος από γέρους, ζευγολάτες, τσοπαναραίους, ξενομερίτες, διψασμένους για πανηγύρια ,για παρέα, για γλέντι, για κρασί.
__Ελάτε, τους φώναζε. Ήταν σχεδόν όλοι γνωστοί του. Πιέτε λίγο κρασί να στυλωθεί η καρδιά σας.
Κι εκείνοι, σαν δοκίμαζαν, ζήταγαν να τους βάλει έναν «κόμπο» ακόμη και ο κόμπος γινόταν δύο και τρείς. Τότε ο Τούρκος τους γιόμιζε τα ποτήρια.
Εκείνοι ζήταγαν κι άλλο κρασί…, κι άλλο…., κέρναγαν και το χορό, μέχρι που  στράγγιζαν οι  τραμουντζάνες  και δεν έβγαζαν στάλα! Στα πανηγύρια έκανε καλή δουλειά, το κέρδος ήταν μεγάλο.   Αμ! Στο χωριό,  όταν γινόταν γάμος και στηνόταν ο χορός μετά τα στέφανα, στην Παναγιά, είχε το πλεονέκτημα. Το μαγαζάκι του ήταν κοντύτερα από τα άλλα και ο δίσκος με τα ποτήρια το κρασί πήγαινε κι ερχόταν, να κεραστεί ο χορός και να χιλιοκεραστεί  η  νύφη και ο γαμπρός.
Έζησε,  τέλος πάντων,και ευχάριστες  ημέρες σαν μαγαζάτορας ο μπαρμπα Γιώργης, με ικανοποιητικά κέρδη.

Τούρκος : ίσον  μια ιστορία ολόκληρη. Ένας ολόκληρος κόσμος! Εξέφραζε ελεύθερα και ανεπηρέαστα  τις απόψεις του, αφηγείτο ωραίες ιστορίες, είχε ελευθεροστομία, έλεγε τις βλαστήμιες του, τις βωμολοχίες του, τις Παναγίτσες του. Είχε ένα δικό του αξιοκρατικό σύστημα και για να αποσπάσει  άνθρωπος ευνοϊκές κρίσεις από τον Τούρκο, έπρεπε να περάσει από πολλά τελώνια και προ πάντων να είναι τακτικός πελάτης στο μαγαζάκι του
Ψηλός, σφιχτοδεμένος, ατσαλένιος, πρόσχαρος , χαρούμενος, άγριος , πανέξυπνος, εργατικός και καλός οικογενειάρχης.  Ήταν όλος ένα περίπλοκο μείγμα ιδιοτήτων με το όνομα ,για τους μεγάλους : «Ο Τούρκος» και για τους μικρούς: «Ο Μπαρμπα Γιώρης ο Τούρκος»!
Πολλά έλεγε και πολλά έκανε.
Δούλευε στα χωράφια του, βγάζοντας με το λοστό και τα γερά μπράτσα του πέτρες. Ύστερα με την δύναμη της βαριάς κομμάτιαζε βράχους και με τον πετροκασμά άνοιγε βαθιά αυλάκια και αναγόμιζε τη γη,να γίνει πιο εύφορη. Έβγαζε τις παλιόπετρες και στους γκρεμούς έφτιαχνε μάντρες για να στεριώσει το χώμα,  να σπείρει και να φυτρώσει το στάρι.
Καταπιανόταν με όλες τις δουλειές , ήταν προοδευτικός  και ξύπνιος.
__ Ο άνθρωπος είναι θηρίο, έλεγε, και πετυχαίνει εκείνο που θέλει.  Φτάνει να το βάλει στο μυαλό του.
 Και ο Τούρκος έβαλε στο μυαλό του να φτιάξει περιβόλι ποτιστικό και το έφτιαξε.
__Τι δέρνεσαι εφτού Τούρκο;  Του φώναζαν και τον κορόιδευαν οι συγχωριανοί του, στο Κάτου Νερό, στο χωράφι του, σαν τον έβλεπαν με έναν κασμά και μια βαριά να σπάει πέτρες.  Και κείνος το είπε, και   έκανε το χτήμα του ποτιστικό. Έφτιαξε αυλάκι, τρύπησε ένα βράχο με παραμίνα και ,με την εργατικότητά του ,μέσα σε κάποιους  μήνες φύτεψε περιβόλι, αποκομίζοντας το θαυμασμό των πατριωτών.

  Άλλη φορά έβαλε στόχο να φτιάξει  δικό του αλώνι. Ένα από τα τελευταία  του χωριού, κοντά στον Άγιο Θανάση. Πάλεψε μήνες με τον κασμά και το λοστό κι αποκοντά με την βαριά για  να το φτιάξει.
Λίγες μέρες έμεναν. Ήταν στο τελείωμα. Κείνη την ημέρα , μια από τις τελευταίες, κουράστηκε πολύ. Σταμάτησε λίγο να ξανασάνει. Κάθισε πάνω σε μια πέτρα. Ξεσκέπασε  τα δυο μπουκάλια με το νερό και το κρασί. Πήρε την πεντακοσάρα, την έβαλε στο στόμα και ήπιε λίγο κρασί, να τον στυλώσει.
Έτριψε με το αριστερό χέρι το πρόσωπό του, ανοιγόκλεισε τα μάτια του να φύγουν οι σκόνες, για να βλέπει καλύτερα. Το μάτι του έπεσε στα στραβοπατημένα και τρύπια παπούτσια του. Άρχισε να παρατηρεί το σώμα του,  τα χέρια του, τα πόδια του, τα ρούχα του. Το παντελόνι του δεν πήγαινε πίσω. Στα γόνατά του σκισμένο όπως ήταν, φαινόταν το δέρμα του και το πουκάμισο στις αμασχάλες ήταν ξηλωμένο και μύριζε ιδρώτα.
__Με κόπους  και βάσανα γίνονται τα καλά! Μονολογούσε! 
Το είχε μάθει στο Σχολαρχείο και τώρα του ήρθε στο μυαλό του και δεν τον στενοχωρούσε τίποτε.

Ώρα να γυρίσω στο χωριό, σκέφθηκε, να πάρω δυνάμεις .  Όσοι είδαν το κουρασμένο  περπάτημά του, την μεταμορφωμένη φορεσιά του και τα τσουτσουρωμένα μαλλιά του, σίγουρα τον καμάρωναν και  τον ζήλευαν  για την αντοχή και την επιμονή του. Γνώριζαν  τη μοναξιά του  και ότι όλες οι δουλειές του περνούσαν αποκλειστικά από τα δυο του χέρια και μόνο!
Ήρωα, μπαρμπα Γιώργη!!...

Πλησίαζε φθινόπωρο. Το αλώνι τελειωμένο.  Ανέβηκε  ένα απογευματάκι να το χαρεί . Γύρω στα βουνά αστραπές αυλάκωναν τον ουρανό. Σαν γύρισε βιαστικά στο σπίτι, φώναξε την κόρη του και της είπε να φέρει την γίδα που έβοσκε λίγο πιο μακριά. Ο καιρός είναι έτοιμος να βρέξει δυνατά.
__Πήγαινε να την φέρεις, ο καιρός είναι επίφοβος, θα βρέξει.
__Θα πάω πατέρα, Είπε εκείνη. Επανελήφθη δυο ίσως και τρεις φορές ακόμη η εντολή του.
Λίγο αργότερα ξέσπασε μεγάλη μπόρα. Βάρυναν τα σύννεφα και κάθισαν στην Άγια Παρασκευή, στην Κουκούλα, στα χωράφια και στο χωριό. Μαύρισε ο τόπος και ο ουρανός κατέβαζε αστραπές και βροντές. Οι σκεπές τραντάζονταν και οι άνθρωποι σκιάζονταν και έμπαιναν μέσα στα σπίτια φοβισμένοι.  Δαρτή βροχή έπεφτε για μια ώρα και το ρέμα του Μητρόγιαννη κατέβασε λασπόνερα. Ο Τούρκος έκανε αγώνα να τα  κρατήσει,   μακριά από το ισόγειο μαγαζάκι του. Τα μπουμπουνητά αβέρτα φοβέριζαν και ο αέρας έριξε όλα τα φύλα από τις μυγδαλιές του Τέλαρου. Καθώς πάλευε ο Τούρκος, να σώσει το βιός του, άκουσε την κόρη του δίπλα να λέει!
__Πού  να ‘ναι η γίδα πατέρα;
 Ένας σεισμός έγινε μέσα του! Την Παναγίτσα σου! Δεν πήγες να την φέρεις; Στο σπίτι στο είπα δέκα φορές.
Εκείνη, στην οργή του, δεν μίλαγε. Μόνο έσκυψε και έκανε την προσευχή της, να μην πάθει η γίδα τίποτε.
__Άστραψε, μπουμπούνισε, ξανά άστραψε, ξανά μπουμπούνισε,… απέ που είναι η γίδα πατέρα… Επανάλαβε αγριεμένος ο Τούρκος.  Οι βλαστήμιες κατέβαιναν σαν τα θολά νερά στο ρέμα του Μητρόγιαννη…
Έμεινε κι αυτό στο ενεργητικό του μπάρμπα Γιώργη του Τούρκου, όπως τον φωνάζαμε και με πολλά άλλα παρατσούκλια, που δεν γράψαμε εδώ.
Άστραψε μπουμπούνισε …….
Με την πολυσχιδή παρουσία του ο Τούρκος, παραμένει στην μνήμη μας,  μέσα κι έξω στο μαγαζάκι του, στο αλώνι του , στο χωριό μας ,  ένας άξιος, αξιομνημόνευτος και αξιαγάπητος  πατριώτης μας.


B GIRAKAS 11/10/2015

7 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Αααα ρε μπάρμπα Γιώργη!!! Σ έφαγε και σένα η φτώχεια ...

Ανώνυμος είπε...

ο πιό αυθεντικός ροκάς όλων των εποχών, χωρίς δηθενιές,ατόφιος!

Ανώνυμος είπε...

Ψυχούλα ...

Ανώνυμος είπε...

θρυλος

Ανώνυμος είπε...


Οι μικροί τον έλεγαν συνήθως Μπαρμπαγιώργη, οι μεγάλοι Τούρκο.
Δεν γνωρίζομε από πού αυτό το παρατσούκλι. Ίσως γιατί το ύφος του απέπνεε μια αγριάδα κι αυτή στη εποχή μας την είχαμε προσωποποιήσει στους Τούρκους! (Μην κλαίς, έρχονται οι Τούρκοι, μας έλεγαν συχνά οι μανάδες μας).
Ο άνθρωπός μας είχε πολλές αναφορές όσο ζούσε.Στύλος αμετακίνητος από το Χωριό σ'όλη του τη ζωή, διάνθιζε τη (ρουφιάνα) κοινωνία με στολίδια και (κοσμητικά) επίθετα πάσης φύσεως!
Γίνονταν σχεδόν όλα αποδεχτά, γιατί όλοι γνώριζαν ότι ο Μπαρμπαγιώργης στο βάθος ήταν ένας ελεύθερος ορθολογιστής και έλεγε σκληρές αλήθειες.
Μη το παιδεύω άλλο.
Για τους νέους του χωριού, την εποχή εκείνη, ήταν η βασίλισσα της κυψέλης. Γι' αυτό πιστεύω πως δεν υπάρχει ούτε ένας που να μη νοσταλγεί την εποχή και την παρουσία του αείμνηστου Μπαρμπαγιώργη, του Τούρκου.

Ανώνυμος είπε...

Η απουσία αυτών των ανθρώπων, όπως του τούρκου και τόσων άλλων, άφησαν την Γλανιτσιά πολύ φτωχή Αναρωτιέμαι αν υπάρχει σήμερα Γλανιτσιά. Και τώρα που βλέπω τον τούρκο στην φωτογραφία και ταξιδεύω σ εκείνη την Γλανιτσιά μ έπιασαν τα κλάηματα

Ανώνυμος είπε...

Ο Τούρκος άφησε παντού τα χνάρια του, σε πράγματα, πρόσωπα, καταστάσεις. Άφησε την δροσιά των λόγων του κοντά μας και μας έκανε και μας κάνει να κουβεντιάζουμε μαζί του.