Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΟΠΟΥΛΑ

     ΤΟΥ  ΘΑΝΑΣΗ  Β. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
 Σημαντικές  πληροφορίες  για  τη  ζωή  των  μαστόρων – χτιστάδων, την  παλιά  εποχή, και  κυρίως  των  Λαγκαδινών  μαστόρων, μας  δίνει  ο  αείμνηστος  συμπατριώτης  μας  ιστορικός  Χρήστος  Κωνσταντινόπουλος, κυρίως  στο  βιβλίο  του  « Η  μαθητεία  στις  κομπανίες  των  χτιστών  της  Πελοποννήσου», αλλά  και  πολλοί  άλλοι  ιστορικοί  ερευνητές, που  έχουν  δημοσιεύσει  αρκετά  τέτοια  άρθρα  σε  τοπικές  εφημερίδες  της  Γορτυνίας. Μάλιστα  αρκετές  μαρτυρίες  υπάρχουν  και  από  χωριανούς  μας, οι  οποίοι  πολλές  φορές  χρησιμοποιούσαν  τέτοιους  μαστόρους, για  δουλειές  σημαντικές, που  οι  ίδιοι  δεν  μπορούσαν  να  κάνουν, γιατί  δεν  είχαν  τη  σχετική  τεχνογνωσία.
Αντλώντας  πληροφορίες  από  πολλές  τέτοιες  ιστορικές  πηγές, μπορούμε  κατά  κάποιο  τρόπο  να  αναπολήσουμε  την  εποχή  αυτή, την  τόσο  διαφορετική  από  τη  σημερινή.

Οι Λαγκαδινοί  μαστόροι  ήταν ξακουστοί γιατί έχτισαν όλη την Ελλάδα με τα χέρια τους.
Και άφησαν πίσω σπίτια πέτρινα, και πύργους, και κάστρα που στέκουν αγέρωχα και θα στέκουν για χρόνια, επειδή με το μεράκι τους και την επιμονή τους δάμασαν το πιο δύσκολο υλικό της φύσης: την πέτρα.
Ο κ. Δημήτρης Νικηταράς έγραψε το ακόλουθο κείμενο, το όποιο μιλά για τον θείο του:
«Είμαι πολύ τυχερός, που ο αδερφός της μητέρας μου, Αντώνης Τσαφαράς (το γένος Γιαννικόπουλου) με άφηνε να ξεκλέβω ματιές την ώρα που πελεκούσε πέτρες που είχε βγάλει με βαριοπούλα και καλέμι από το βουνό, τον Υμηττό.

Η κάθε πέτρα έχει τη δική της προσωπικότητα, τα δικά της "νερά" . Μια λάθος σφυριά μπορούσε να καταστρέψει εργασία ωρών. Το τελικό αποτέλεσμα πανέμορφο, όμως σας πληροφορώ ότι είναι πολύ δύσκολη τέχνη!»
                                       1.  ΟΙ  ΣΥΝΘΗΚΕΣ  ΕΡΓΑΣΙΑΣ
 Αυτοί  που  ασχολήθηκαν με τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών, αλλά  και  οι  ίδιοι οι χτιστάδες, υπογραμμίζουν με τα μελανότερα χρώματα τη ζωή των μαστόρων στα ξένα. Θα χρειαζόταν ολόκληρος τόμος για να καταγραφούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι χτίστες, και κυρίως οι μαθητευόμενοι, στους ξένους τόπους. Εδώ όμως δεν είναι δυνατόν παρά να επισημανθούν μερικές μόνο όψεις της «αγαρηνής τέχνης», όπως η κουραστική δουλειά, η μεγάλη διάρκεια του ωραρίου εργασίας, η σεξουαλική στέρηση, οι συνθήκες διατροφής και διαμονής.
Σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της μαθητείας, πραγματοποιούνταν δύο άτυπες τελετές. εκείνη της ορκωμοσίας του βοηθού και αυτή του μανικαρώματος του μαστορόπουλου. Στην πρώτη περίπτωση, το μπουλούκι σταματούσε τη δουλειά και ο υποψήφιος βοηθός ανέβαινε σε κάποιον τοίχο και έδινε τον ακόλουθο όρκο:
«Σας τάζω πως θ’ ακώ τις προσταγές των μαστόρων και του λιθαρά. Τα ζα θα τα ‘χω σαν τα μάτια μου, θα πασκίζω να φορτώνονται ούλα ίσια με τη δύναμή τους. Δε θα μαρτυρήσω μηδέ μια λέξη από τη γλώσσα μας κι όντας τρανήνω και γενώ μάστορης, στ’ αχνάρι του πρωτομάστορα θα πατήσω».
Το μανικάρωμα γινόταν στα πρωτόπειρα μαστορόπουλα. Όταν δηλαδή ένα μαστορόπουλο έπιανε για πρώτη φορά δουλειά, του έβαζαν την ποδιά και του έλεγαν: «Μανικαρώνεται ο δούλος του θεού…». Αμέσως μετά του εύχονταν καλορίζικος, ατσαλόμπρατσος και πρωτομάστορας.

 Το ημερήσιο ωράριο εργασίας των χτιστών, σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχε κρατική παρέμβαση στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ή αυτή ήταν υποτυπώδης, οριζόταν «ήλιο με ήλιο» ή «άστρι μ' άστρι» δηλαδή, από την ανατολή ώς τη δύση του ηλίου , με μικρή μόνο διακοπή για το κολατσιό και το μεσημεριανό φαγητό . Το ωράριο αυτό εργασίας ήταν ιδιαίτερα εξοντωτικό για τα νεαρά άτομα του μπουλουκιού, δηλαδή τα μαστορόπουλα, που δεν είχαν ακόμα αναπτύξει τις σωματικές δυνάμεις τις οποίες απαιτούσε η κουραστική δουλειά που έκαναν. Τα μαστορόπουλα όμως δούλευαν και πέρα από το ωράριο αυτό, αφού και κατά τις ώρες που οι μαστόροι αναπαύονταν ή «έβγαιναν στην αγορά» (= πλατεία του χωριού), ήταν υποχρεωμένα να ασχολούνται με τα ζώα. Έπρεπε να τα ξιστρώνουν, να τα ποτίζουν , να τα πηγαίνουν για βοσκή και να τα φυλάνε. Αν τα ζώα έμεναν αφύλακτα, κατέστρεφαν τις αγροτοκαλλιέργειες και οι χτίστες υποχρεώνονταν σε αποζημίωση των καλλιεργητών.
Οι τελευταίοι πολλές φορές αχρήστευαν τα ζώα, σπάζοντάς τους τα πόδια . Φαίνεται όμως πως και οι ίδιοι οι μαστόροι κακομεταχειρίζονταν τα ζώα. Στη Λάστα της Γορτυνίας έλεγαν: «Οποιος δίνει γυναίκα σε Λαστιώτη και γαϊδούρι σε Λαγκαδινό, κολάζεται» . Τα ζώα τα φύλαγαν επίσης για να μην τα κλέψουν . Τις Κυριακές ή τις επίσημες αργίες που το μπουλούκι δεν δούλευε, τα μαστορόπουλα απασχολιόντουσαν μόνο με τα ζώα . Οταν έβρεχε ή χιόνιζε, τα ζώα δεν τα άφηναν στο ύπαιθρο, αλλά τα έκλειναν στο «κατώι», όπου τα τάιζαν σανό. Έτσι τα μαστορόπουλα έβρισκαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν. Μα και τότε οι χτίστες τα πείραζαν::
Ο Θεός βρέχει, ο μισθός τρέχει,
το καζάνι βράζει, το μαστορόπουλο τί το νοιάζει;
 Τα μαστορόπουλα ξεκινούσαν για δουλειά «μόλις λάλαγε ο κόκορης», προτού δηλαδή ξυπνήσουν οι χτίστες και πιάσουν δουλειά. Με την ανατολή του ηλίου, τα μαστορόπουλα έπρεπε να βρίσκονται στον τόπο της οικοδομής με τα ζώα φορτωμένα πέτρες, άμμο, νερό. Οι μαστόροι ζητούσαν συνεχώς από τα μαστορόπουλα οικοδομική ύλη, «ζιόμπολα και λάσπη. Ουσιαστικά δηλαδή τα μαστορόπουλα δεν είχαν ώρες ανάπαυσης, αλλά βρίσκονταν σε συνεχή κίνηση και εγρήγορση. Ιδιαίτερα δύσκολες ήταν οι συνθήκες εργασίας για τα μαστορόπουλα το χειμώνα. Διηγείται ο παλιός χτίστης Βαγγέλης Ανάστου Γιαννικόπουλος, από τα Λαγκάδια, που πρωτοπήγε στη μαστοριά το 1926 και εθήτευσε στο επάγγελμα σαράντα ολόκληρα χρόνια: «Ο χειμώνας ήταν δύσκολος. Πότε όξω με τα ζα, βρέχοντας και χιονίζοντας, με τους πάγους να σκάνε τα χέρια από τα κρύα, τις πέτρες και τις παγωμένες λάσπες, το βράδυ στο βουνό να μας θερίζουν οι αέρηδες, οι μπόρες και τα χαλάζια, και την αυγή πριν λαλήσει ο κόκορας να γυρίζουμε με τα ξεροβόρια στη δουλειά . Ήτανε σκληρός και πικρός ο χειμώνας». Οι μετακινήσεις από τόπο σε τόπο, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες, ήταν μια άλλη δοκιμασία για τους μαθητευομένους. Πάντοτε έπρεπε να βιάζονται, να ξεκινούν νωρίς και να μην αργοπορούν στο δρόμο. Αν το ξεχνούσαν, αποκαμωμένοι από την κούραση, τους το υπενθύμιζαν οι μαστόροι: λιθολόγοι, λίθους ευ κείσθαι» (Πλάτων, Νόμοι, Χ. 902ε).
Οι Λαγκαδινοί λένε: — Για δεν πέφτεις αγκωνάρι ; — Δεν μ' αφήνει το τσιτάδι.
 Τη νύχτα που έκανε κρύο, τα μαστορόπουλα, που φύλαγαν στο βουνό τα ζώα, έπαιρναν ένα σάισμα ραμμένο σε τρεις πλευρές και χωνόντουσαν μέσα για να μην κρυώνουν. Το σάισμα αυτό το 'λεγαν φάκελο (εφ. Νέα Γορτυνία, φ. της 20 Αυγούστου 1974).
Σηκώτε κ' εφώτησε, βαράτε κ ενύχτωσε  . Οι αστραπές και οι βροντές προαναγγέλλουν βροχή και άρα ταλαιπωρία . Η οδοιπορία μέσα στο κρύο, στη βροχή και στη λάσπη αποτελούσε πραγματική οδύσσεια: «Τότες, στις αρχές του χειμώνα με τις ψιλοβροχές και τα χιονοχάλαζα είναι να μας κλαις. Βρεγμένοι ίσαμε το κόκκαλο πέφτουμε να ξενυχτήσουμε στ' αλλουνού το χαγιάτι και σφίγγουμε τις μασέλες μας να μην τριζοβολάνε και πελεκήσουμε τις γλώσσες μας.
 Αστράφτει στο Κατάκωλο, βαρεί στο Λαζαραίικο,
 ρε τι κακό ποπάθατε μαστοροπούλια φέτο.
Στασιό δεν έχει πουθενά, τα βαριολόσταρα στα ζα,
 πάρτε στα χέρια σας ραβδί, γιατί μας πήρε η αυγή.
 Στη στράτα κάμποσες βολές βάνουμε σε τόπους ούλη τη δύναμή μας για να ξεκολλήσουμε τα πόδια απ’ τη λάσπη. Τ' αδύνατα ζα να κολλάνε, να πέφτουνε, τα παιδιά να τα σηκώνουνε, εκείνα να ματαπέφτουν και δόστου χαβά  . Το καλοκαίρι τα ταξίδια ήταν πιο άνετα. Γι' αυτό και τα ταξίδια της δουλειάς άρχιζαν κυρίως την άνοιξη ή τους θερινούς μήνες. Το μπουλούκι προτιμούσε να δουλεύει στα πεδινά μέρη, όπου υπήρχε παραγωγή, συνεπώς καλύτερη αμοιβή και καλύτερη τροφή. Ένα μαστόρικο τραγούδι, αγαπητό στα μαστορόπουλα, προεξοφλεί ότι στα πεδινά θα «περάσουν καλά»:
που πάτε μαστορόπουλα; που πάτε μαστοράδες;
Πάμε κατά την Αχαγιά που βγαίνουνε παράδες.
Τον Άγουστο στην Αχαγιά μαστοροπαίδι να είσαι,
 να τρως, να πίνεις, να κερνάς και να καλοκοιμάσαι.
 Στα ταξίδια της δουλειάς, οι χτίστες, πέρα από τις ταλαιπωρίες αυτές, είχαν να αντιμετωπίσουν τους ζωοκλέφτες, τους ληστές , κάποτε και την αυθαιρεσία κρατικών οργάνων, και τους κακόπιστους εργοδότες . Ακόμα και ομηρεία μαθητευομένων αναφέρεται σε έγγραφα του 1829 . Για μεγάλα χρονικά διαστήματα επίσης έμεναν άπλυτοι, ανάλλαγοι και βρώμικοι με αποτέλεσμα να βασανίζονται από τις ψείρες. Την ψείρα που «μας ρούφαγε το αίμα » τη φοβόντουσαν περισσότερο από την παγωνιά:
 Δε σκιάζουμαι την παγωνιά, απόφαση το πήρα,
 σκιάζουμαι την αναλλαγιά, την κριθαράτη ψείρα.
2.       Η  ΣΙΤΙΣΗ  ΤΩΝ  ΜΑΣΤΟΡΩΝ
  Η κουραστική δουλειά και το μεγάλης διάρκειας ωράριο  εργασίας έφθειραν πολύ γρήγορα, όπως ήταν φυσικό, τις σωματικές δυνάμεις των μαστόρων. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν την άσκηση της «αγαρηνής τέχνης», για να αναπαράγουν δηλαδή την εργατική τους δύναμη, έπρεπε να σιτίζονται καλά (ποιοτικά και ποσοτικά). Αυτό το πετύχαιναν κυρίως όταν τις δαπάνες διατροφής τους αναλάβαιναν οι εργοδότες τους. Στις περιπτώσεις αυτές μάλιστα οι χτίστες επινοούσαν διάφορα τεχνάσματα για να εξασφαλίζουν όσο το δυνατό καλύτερη τροφή. Για να αναγκάσουν λ.χ. τη νοικοκυρά (κυρά την έλεγαν) να τους φτιάξει νόστιμες λαλαγγίδες (= τηγανίτες) έλεγαν στο πιο μικρό μαστορόπουλο να κάνει πως κλαίει για να το δει η κυρά. Κάποτε η κυρά το 'βλεπε και ρωτούσε για την αιτία που έκαμε το παιδί να κλαίει. «το 'χει βλέπεις, καλομαθημένο η μάνα του το παλιόπαιδο και θέλει λαλαγγίδες», απαντούσε ο χτίστης. «Και δεν το λες τόση ώρα, μάστορη, για να φτιάξω του παιδιού λαλαγγί- δες)). έλεγε η κυρά. «Και μήπως το φτάνουνε δυο-τρεις. Αυτό θέλει να φάει ένα τεψί και μ' ένα σωρό μέλι», έσπευδε να προ- σθέσει ο μάστορης, από φόβο μήπως η νοικοκυρά φτιάξει λίγες. Η κυρά όμως καταλάβαινε το νόημα των λόγων του μάστορη κι έφτιαχνε τηγανίτες για ολόκληρο το μπουλούκι.
 Άλλοτε πάλι για να υπενθυμίσουν στη νοικοκυρά ότι στο τραπέζι δεν έφερε κρασί ή ρακί, κλωτσούσαν κάτω από το τραπέζι τη γάτα δυνατά για να πονέσει και να νιαουρίσει. Με έκπληξη, τάχα, ο μάστορης που την κλώτσησε παρατηρούσε: «Φτου, να χαθείς! και νόμισα πως πάταγα το παγούρι με το ρακί!». Ντροπιασμένη η κυρά σηκωνόταν αμέσως και έφερνε κρασί ή ρακί στο τραπέζι.
 Ακόμα και τις προλήψεις των ανθρώπων εκμεταλλεύονταν οι χτίστες προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους. Κατά τη θεμελίωση του σπιτιού, ο νοικοκύρης, ακολουθώντας παλιό έθιμο, έπρεπε να σφάξει πετεινό ή πρόβατο ή γίδι. Στους μαστόρους συνέφερε βέβαια να σφάξει αυτός γίδι ή πρόβατο και όχι κόκορη. Με τρόπο λοιπόν πλησίαζαν τη νοικοκυρά και της έλεγαν: «Για όνομα του Θεού! μη σφάξετε κόκορη, δεν κάνει. Ο κόκορης είναι αερικό, ξωτικό και θα φέρει γρουσουζιά στους νοικοκυραίους. Αν δεν έχετε σφαχτό, μη σφάζετε τίποτα». Η κυρά το 'λεγε στον άντρα της και κείνος, για «καλό και για κακό», έσφαζε για «τα καλορίζικα» πρόβατο ή γίδι, προς μεγάλη χαρά των μαστόρων που θα χόρταιναν «κριάς».
Τους τσιγκούνηδες εργοδότες δεν τους συμπαθούσαν πολλές φορές μάλιστα τους εκδικούνταν1 και τους «κουβέντιαζαν» (= κουτσομπόλευαν ). Μερικοί εργοδότες όμως που γνώριζαν ότι η σίτιση μιας ομάδας χτιστών στοίχιζε ακριβά, δεν δέχονταν να αναλάβουν τις δαπάνες διατροφής των μαστόρων. Οι τελευταίοι αναγκάζονταν τότε να «πάρουν τη δουλειά σύψωμο», δηλαδή με «ούλα τα έξοδα δικά τους». Στις περιπτώσεις αυτές οι χτίστες από καλοφαγάδες γίνονταν λιτοδίαιτοι στο έπακρο . Φασόλια, ρέγγες,  «Κολοκύθια μας τάισες», ψιθύριζαν, «κολοκύθια σπίτι θα σου φτιάξουμε» . Σε τέσσερα χωριά της Τριφυλίας λ.χ., οι Λαγκαδινοί είχαν επισημάνει ότι τα «αφεντικά» ήταν άνθρωποι τσιγκούνηδες. Και σε αυτά τα χωριά το pot ( = λαδικό) δεν είχε... ροή. Για να εκφράσουν οι μαστόροι την τσιγκουνιά των κατοίκων των παραπάνω χωριών έλεγαν:
 Ραφτόπουλο και Ντάρα Κλώνι και Λευτεκάδα
το ροΐ δε βγάνει στάλα
. Η αποταμίευση και το λιτοδίαιτο ήταν βασικές αρχές των μαστόρων, κυρίως των Λαγκαδινών, που για το λόγο αυτόν τους θεωρούσαν τσιγκούνηδες. Ο Εμμ. Ρέπουλης σημειώνει (Αρκαδική Επετηρίς (1903), σ. 35) ότι όταν οι λαγκαδινοί χτίστες αναχωρούσαν από το χωριό τους για δουλειά, άφηναν στις οικογένειές τους «το σιτάρι τους, ολίγον κρασί, ολίγα κρεμμύδια, ολίγα όσπρια και 2, το πολύ 3 τάλιρα, ευρίσκοντες τουλάχιστον το εν όταν επιστρέφουν !».
Οι μεγάλοι επέπλητταν τους νεότερους, όταν οι τελευταίοι σπαταλούσαν τις πενιχρές τους οικονομίες. Κάποτε που ένας λαγκαδινός μάστορης πληροφορήθηκε ότι τα παιδιά του, που δούλευαν στη Βουρλιά της Λακωνίας, σπαταλούσαν άσκοπα το προϊόν του μόχθου τους :
Γράμμα κάθεται και φτιάχνει μεσ' την πόρτα του Αγιάννη
να το στείλει στη Βουρλιά στα παιδιά του τα κουτά.
Αλεύρια χρειώνται τα χαζά και ταΐζουν τα σκυλιά.
 Φακές, κρεμμύδια, ελιές, τυρί ήταν τα συνηθισμένα φαγητά τους. Το μαγείρεμα αναλάβαινε συνήθως ένα μαστορόπουλο ή κάποιος μάστορης που εκτελούσε χρέη οικονόμου-επιμελητή. Το πλύσιμο των πιάτων, τα ψώνια, την καθαριότητα και γενικά όλες τις υπηρετικές δουλειές τις έκαναν τα μαστορόπουλα. Και το φτωχό αυτό φαγητό δεν το χόρταιναν οι μαστόροι και κυρίως τα μαστορόπουλα. Πολλές φορές για να πετύχουν συμπληρωματική τροφή κατέφευγαν, με τα γνωστά τεχνάσματά τους, στα κεράσματα και το κολατσιό που τους πρόσφερνε κάποια καλή κυρά. Και στη διανομή του φαγητού οι μαστόροι αδικούσαν τα μαστορόπουλα, πολλές φορές μάλιστα, όπως σημειώνει ο Αθ. Θ. Φωτόπουλος , δεν έδιναν σε αυτά ούτε την απαραίτητη για τη στοιχειώδη συντήρηση τους τροφή . Κλασική έχει μείνει στα μαστόρικα χρονικά η ακόλουθη φράση που αποδίδεται σε κάποιο μαστορόπουλο:
 «Πότε θα γίνω μάστορης να φα' τσεφάλι πράσο» .
3.       ΟΙ  ΕΡΩΤΙΚΟΙ  ΔΕΣΜΟΙ
Η έλλειψη της γυναίκας ήταν ένα άλλο, οξύ και δυσεπίλυτο πρόβλημα. Τα αυστηρά και πατριαρχικά ήθη που επικρατούσαν παλιότερα στην ελληνική κοινωνία, κυρίως στην επαρχία, δεν επέτρεπαν τη σύναψη σεξουαλικών σχέσεων πριν από το γάμο, που και που βέβαια κάποιος νεαρός χτίστης κατόρθωνε να συνάψει τέτοιες σχέσεις με κάποιο κορίτσι ή κάποια χήρα. Οι σχέσεις αυτές κατέληγαν συνήθως στο γάμο. Πολλές φορές οι μεστωμένοι νέοι του μπουλουκιού, που επιδίωκαν τον ερωτικό δεσμό, αντιμετωπίζονταν από το άλλο φύλο περιφρονητικά:
Της λυγερής γειτόνισσας εγύρεψα τα χείλη
 κ' εκείνη μου είπε μια βρισιά: Χάσου ρε λασποκοίλη .
Η κουραστική εργασία, η κακή σίτιση, η διαμονή σε ανθυγιεινά οικήματα, οι μετακινήσεις από τόπο σε τόπο ήταν παράγοντες που υπονόμευαν τη ζωή των χτιστών. Ανασφάλιστοι, χωρίς γιατρούς και φάρμακα και μακριά από τους δικούς τους, αντιμετώπιζαν τις ασθένειες με πρωτόγονα μέσα. Μερικοί έμεναν ανάπηροι από τα ατυχήματα που γίνονταν στις οικοδομές. Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που μαστόροι άφηναν την τελευταία τους πνοή μακριά από τις οικογένειές τους. Ένα λακωνικό γράμμα έφτανε τότε στο χωριό για να αναγγείλει το θλιβερό μαντάτο και να διαλύσει όνειρα κι ελπίδες μιας ολόκληρης οικογένειας . Η βασανιστική αυτή ζωή ανάγκαζε πολλούς νέους του μπουλουκιού να εκπατρίζονται και να παντρεύονται στα ξένα. Γίνονταν «σώγαμπροι». Οι ντόπιοι τους έλεγαν Λαγκαδινούς, Καλαβρυτινούς, Ρεκουνιώτες, Σολιώτες, ανάλογα με τον τόπο της καταγωγής τους. Σιγά σιγά συνήθιζαν και οι ίδιοι το καινούριο τους όνομα και το 'παιρναν οριστικά ως επώνυμο.
                                                         ΘΑΝΑΣΗΣ  Β. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ
                                                 ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ  ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ


3 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Καλός μάστορας ο Ανάστος ,μοναχά που θέλει ενα άνθρωπο να τον ορμηνεύει έλεγε ο Φλεφάρης

Ανώνυμος είπε...

ΜΙΑ 45ΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΒΑΛΕ ΕΧΩ ΝΑ ΔΩ ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ

Ανώνυμος είπε...

ΕΓΩ ΕΞΗΝΤΑ