Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ντοστογιέφσκι : Οι εκλεκτοί άνθρωποι

 Απόσπασμα απο το βιβλίο του Ντοστογιέφσκι  "Έγκλημα και τιμωρία"
«Σ'όλον τον κόσμο λίγοι μοναχά, μπορούσαν να σωθούν. Προορισμένοι να θεμελιώσουν ένα νέο ανθρώπινο γένος. Όμως κανείς δεν έβλεπε αυτούς τους ανθρώπους. Κανείς δεν είχε ακούσει τα λόγια και την φωνή τους...»   «Ο Ρασκόλνικωφ έμεινε στο νοσοκομείο, όλη την Σαρακοστή και την εβδομάδα του Πάσχα. Στην ανάρρωση, θυμήθηκε τα όνειρα που έβλεπε όταν ήταν στο κρεβάτι, με πυρετό και παραλήρημα. Έβλεπε στον άρρωστο ύπνο του, πως τάχα όλος ο κόσμος, είχε καταδικαστεί να πεθάνει, εξαιτίας μιας τρομερής κι ανύκουστης αρρώστιας, που ερχόταν απ'τα βάθη της Ασίας και κατέκλυζε την Ευρώπη. Όλοι έπρεπε να χαθούν, εχτός από μερικούς. Πολύ λίγους. Εκλεκτούς. Κάποιοι καινούριοι μικροσκοπικοί βάκιλοι, προσβάλλανε το σώμα του ανθρώπου.
Οι βάκιλοι όμως αυτοί, ήταν πνεύματα που είχαν λογικό και θέληση. Οι άνθρωποι που προσβάλλονταν απ'αυτά τα μικρόβια, γίνονταν αμέσως δαιμόνιοι και τρελοί. Ποτέ όμως, ποτέ οι άνθρωποι δεν πίστευαν τόσο ton μυαλωμένο τον εαυτό τους. Ποτέ δεν είχαν πιστέψει τόσο σταθερά πως είχαν βρει την αλήθεια, όσο αυτοί οι προσβεβλημένοι απ'την αρρώστια. Ποτέ δεν είχαν νομίσει πιό ατράνταχτα τα συμπεράσματά τους, τις επιστημονικές θεωρίες, τις ηθικές τους θεωρίες. Ολόκληροι συνοικισμοί, ολάκερες πολιτείες και λαοί μολύνονταν και τρελαίνονταν. Όλοι βρίσκονταν σε ταραχή και δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο. Ο καθένας τους νόμιζε, πως μονάχα αυτός κατέχει την αλήθεια κι υπόφερε κοιτάζοντας τους άλλους. Χτυπούσε το στήθος του, έκλαιγε, και σύστρεφε τα χέρια του. Δεν ξέρανε ποιόν και πως, έπρεπε να κρίνουν. Δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν τι έπρεπε να θεωρούν καλό και τι κακό. Δεν ξέρανε ποιόν να κατηγορήσουν και ποιόν να αθωώσουν. Οι άνθρωποι σκοτώνονταν μεταξύ τους με κάποιο άσκοπο μίσος. Μαζεύονταν ολόκληρα στρατεύματα και ρίχνονταν στους άλλους. Μα κι οι φαντάροι, στην πορεία τους ακόμα, άρχιζαν ξαφνικά να χτυπιούνται, να πετσοκόβονται μεταξύ τους. Η παράταξη χαλούσε, λογχίζανε και σφάζανε, δαγκώνανε και τρώγανε ο ένας τον άλλο. Στις πολιτείες χτύπαγαν όλη μέρα οι καμπάνες. Τους καλούσαν όλους. Μα ποιός τους καλούσε και γιατί τους καλούσε, κανείς δεν το'ξερε κι ήταν όλοι τους ανήσυχοι. Είχαν παρατήσει τα κοινά επαγγέλματα, γιατί ο καθένας πρότεινε μετατροπές και βελτιώσεις που δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Είχε παραμεληθεί και η γεωργία. Εδώ κι εκεί οι άνθρωποι μαζεύονταν μπουλούκια-μπουλούκια, συμφωνούσαν να κάνουν κάτι, ορκίζονταν να μην χωρίσουν ποτέ, αμέσως όμως άρχιζαν κάτι εντελώς διαφορετικό, απ'αυτό που μόλις τώρα, είχαν οι ίδιοι υπολογίσει. Άρχιζαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλο. Έρχονταν στα χέρια και σφάζονταν. Άρχισαν οι πυρκαγιές. Άρχισε η πείνα. Όλοι χάθηκαν. Το παν καταστράφηκε. Η αρρώστια όλο και προχωρούσε. Σ'όλον τον κόσμο λίγοι μοναχά, μπορούσαν να σωθούν. Ήταν οι αγνοί και οι εκλεκτοί. Προορισμένοι να θεμελιώσουν ένα νέο ανθρώπινο γένος και μια καινούρια ζωή. Ν'ανανεώσουν και να καθαρίσουν την γη. Όμως κανείς και πουθενά δεν έβλεπε αυτούς τους ανθρώπους. Κανείς δεν είχε ακούσει τα λόγια και την φωνή τους...». [Πηγή: www.doctv.gr]

Δεν υπάρχουν σχόλια :