Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Ιστορικά γλωσσολογικά στοιχεία της Πελοποννήσου

Νικόλαος Παντελίδης
Επίκουρος Καθηγητής Γλωσσολογίας
Πανεπιστήμιο Αθηνών

     Η    ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΗ   ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

1. Εισαγωγή.

Κάθε γλώσσα μιλιέται κατά τόπους διαφορετικά. Αυτές οι κατά τόπους παραλλαγές της ονομάζονται διάλεκτοι. Οι διάλεκτοι αποτελούν σημαντικότατο και αναπόσπαστο στοιχείο του τοπικού πολιτισμού, όπως οι χοροί και τα τραγούδια, η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τα έθιμα κ.λπ., γι’ αυτό επιβάλλεται να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο σεβασμό, με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις υπόλοιπες εκφάνσεις του πολιτισμού αυτού.
Η δημιουργία τοπικών διαλέκτων είναι μία περίπλοκη διαδικασία που συνδέεται με ποικίλους παράγοντες (κοινωνικούς, ιστορικούς, καθαρά γλωσσικούς κ.ά.).
Οι τοπικές διάλεκτοι δεν ούτε «καλύτερες» αλλά ούτε και «χειρότερες» από την επίσημη γλώσσα. Είναι απλά διαφορετικές, γέννημα των τοπικών κοινωνιών και το αποτέλεσμα απόλυτα φυσιολογικών διαδικασιών που ανέκαθεν συνέβαιναν σε όλες τις γλώσσες, και σε καμία περίπτωση δεν είναι «παραφθορές» της γλώσσας. Συνηθίζουμε να θεωρούμε τις διαλέκτους κατώτερες από την επίσημη γλώσσα. Για την επιστήμη της γλώσσας όμως, τη γλωσσολογία, η αντίληψη αυτή είναι εντελώς λανθασμένη. Ας αναλογιστούμε ότι σε διαλέκτους όπως η Κρητική έχουν γραφτεί αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας όπως ο Ερωτόκριτος. Οι Κρητικοί είναι περήφανοι για την πολιτιστική τους κληρονομιά, που περιλαμβάνει και την κρητική διάλεκτο, την οποία θεωρούν ουσιαστικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Το ίδιο συμβαίνει και στην Κύπρο, όπου η τοπική διάλεκτος είναι η κύρια ομιλούμενη γλώσσα στην καθημερινή ζωή, ενώ και σε πολλές περιοχές της βόρειας Ελλάδας, όπου εγκαταστάθηκαν Πόντιοι πρόσφυγες η ποντιακή διάλεκτος εξακολουθεί να μιλιέται. Το ίδιο περήφανοι λοιπόν δικαιούνται να είναι και οι Πελοποννήσιοι. Δυστυχώς η επιστημονική έρευνα για τη διάλεκτο του Μοριά υπήρξε για πολλές δεκαετίες εξαιρετικά πενιχρή, και αυτό οφείλεται στο μεγαλύτερο μέρος του στο γεγονός ότι οι ειδικοί πίστευαν ότι η κοινή Νέα Ελληνική (η Δημοτική) βασίστηκε στη μοραΐτικη διάλεκτο, η οποία επομένως δεν θα έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και επομένως δεν θα παρουσιάζει ενδιαφέρον για το γλωσσολόγο. Μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να υπάρχει ερευνητικό ενδιαφέρον για αυτήν και να αναγνωρίζεται η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της που μπορεί να της δώσει μια ισότιμη θέση ανάμεσα στις υπόλοιπες ελληνικές διαλέκτους.
Στις ελληνικές διαλέκτους (ποντιακά, κρητικά, κυπριακά, ρουμελιώτικα, ηπειρώτικα, μοραΐτικα, μανιάτικα, τσακώνικα, ελληνικά των ελληνόφωνων χωριών της Κάτω Ιταλίας κ.λπ.) αποτυπώνεται η ιστορία της γλώσσας μας, της Νέας Ελληνικής. Άρχισαν να διαμορφώνονται κατά τη βυζαντινή εποχή, ενώ την εποχή της άλωσης της Πόλης η διαδικασία διαμόρφωσής τους είχε πλέον ολοκληρωθεί. Έτσι, αρκετά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των διαλέκτων της Νέας Ελληνικής είναι πολύ παλιά, εμφανίστηκαν δηλαδή πριν από αρκετούς αιώνες, ακόμη και πολύ πριν από την τουρκοκρατία. Οι διάλεκτοι διασώζουν επίσης πολλές αρχαίες ελληνικές λέξεις που δεν υπάρχουν στην επίσημη Κοινή Νέα Ελληνική. Από το 14ο-15ο αιώνα έχουμε και τα πρώτα κείμενα (από την Κρήτη και την Κύπρο) γραμμένα σε γλώσσα που έχει και διαλεκτικά στοιχεία. Σε ό,τι αφορά την Πελοπόννησο, έχουμε το «Χρονικόν του Μορέως», ένα ποίημα χιλιάδων στίχων που αφηγείται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους, γραμμένο από άγνωστο συγγραφέα το 14ο αιώνα σε γλώσσα η οποία περιέχει αρκετά στοιχεία που υπάρχουν μέχρι σήμερα στη μοραΐτικη διάλεκτο.
Παλαιότερα μία διάλεκτος ήταν η μόνη σχεδόν μορφή γλώσσας που γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν οι τοπικές κοινωνίες. Όταν όμως πολλές περιοχές άρχισαν να βγαίνουν από την απομόνωση με τη διάνοιξη δρόμων, τη δημιουργία σιδηδρομικών γραμμών, όταν άρχισαν να αποκτούν σχολεία, στα οποία φυσικά διδασκόταν η εκάστοτε επίσημη γλώσσα, και όταν αργότερα ήρθαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ραδιόφωνο-τηλεόραση), άρχισε η βαθμιαία υποχώρηση των περισσότερων διαλέκτων. Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και οδηγεί σταθερά στην εξαφάνισή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και ηλικιωμένα άτομα διασώζουν μόνο υπολείμματα των παλαιών διαλέκτων στο λόγο τους. Γι’ αυτό και είναι επιτακτική η ανάγκη να συλλεχθεί και να καταγραφεί το γλωσσικό υλικό προτού χαθεί οριστικά. Και όταν λέμε «γλωσσικό υλικό» δεν εννοούμε μόνο τις τοπικές λέξεις και τις τοπικές εκφράσεις, αλλά και τις ιδιαίτερες προφορές και τους ιδιαίτερους γραμματικούς τύπους κ.λπ.
Ειδικά στην Πελοπόννησο η διαδικασία εξαφάνισης της διαλέκτου και αντικατάστασής της από την Κοινή Νεοελληνική (τη «Δημοτική») έχει ξεκινήσει από νωρίς και ίσως αυτός να είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους οι Πελοποννήσιοι συχνά δεν έχουν συνείδηση του γεγονότος ότι η λαλιά τους διέφερε από την επίσημη γλώσσα, ότι, με άλλα λόγια, υπήρχε πελοποννησιακή διάλεκτος με τη δική της ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Ο Μοριάς υπήρξε η πρώτη περιοχή που απελευθερώθηκε, ήταν κοντά στην πρωτεύουσα, απέκτησε νωρίς σχολεία, είχε από παλιά μεγάλες (για τα δεδομένα της εποχής) πόλεις με εμπορικές και άλλες επαφές με την πρωτεύουσα και το εξωτερικό, όπως η Πάτρα και η Καλαμάτα, απέκτησε ήδη από τα τέλη του 19ου αι. σιδηρόδρομο κ.λπ. Όλα αυτά είναι παράγοντες που ευνόησαν την υποχώρηση της πελοποννησιακής διαλέκτου, ειδικά στους μεγαλύτερους οικισμούς και τις πόλεις. Υπάρχει μαρτυρία του έτους 1918 ότι στα Καλάβρυτα ήδη την εποχή εκείνη είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται από το λόγο των κατοίκων στοιχεία της τοπικής διαλέκτου. Μία άλλη μαρτυρία αφορά την Τριπολιτσά: Παλαιότερα στο λόγο των κατοίκων της, όπως και στο λόγο πολλών περιοχών της Αρκαδίας, υπήρχε το φαινόμενο του τσιτακισμού, της προφοράς του κ δηλαδή σε ορισμένες περιπτώσεις ως «παχέος»  τσ, π.χ. φατσή =φακή, παιδάτσι = παιδάκι, τσαι = και κ.λπ. Υπάρχει μαρτυρία ότι ήδη γύρω στα 1890-1900 η προφορά αυτή ακουγόταν πλέον πολύ σπάνια μέσα στην πόλη (είχε αρχίσει επομένως να εγκαταλείπεται), ενώ την εποχή της απελευθέρωσης (γύρω στα 1830) ήταν ακόμη πολύ συνηθισμένη. Μέσα σε 60 περίπου χρόνια δηλαδή χάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από το λόγο των Τριπολιτσιωτών ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της παλαιότερης προφοράς τους, η οποία προσαρμοζόταν σιγά-σιγά στην επίσημη γλώσσα.
Η πελοποννησιακή διάλεκτος δεν ήταν παντού ίδια, είχε τοπικές παραλλαγές. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να εντοπίσει αρκετές διαφορές ανάμεσα στη διάλεκτο της Γορτυνίας και στις διαλέκτους της (εκτός Μάνης) Λακωνίας. Στην περιγραφή που ακολουθεί παρατίθενται τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά της πελοποννησιακής διαλέκτου, με έμφαση φυσικά στη Γορτυνία.
           
2. Τα χαρακτηριστικά της πελοποννησιακής (και ειδικότερα της γορτυνιακής) διαλέκτου.

(α) Στοιχεία φωνητικής – προφορά:

(1)   Τα σ, τσ και ζ προφέρονταν σε πολλές περιπτώσεις «παχιά» όπως τα αγγλικά sh, ch και το γαλλικό j αντίστοιχα: εshύ, κορίchι, προjύμι κ.λπ. Επίσης οι συλλαβές σια, τσια και ζια προφέρονταν «παχιά» σαν shα, chα και jα σε περιπτώσεις όπως κεράshα, κορίchα, τραπέjα (=κεράσια, κορίτσια, τραπέζια).

(2)   Σε άλλες περιπτώσεις προφερόταν ένα ι μετά από το σ ή το τσ: Βάσιω, τσιοπάνης, τζιάμι, τζιάκι κ.λπ.

(3)   Σε πολλές περιοχές της Αρκαδίας αλλά και της υπόλοιπης Πελοποννήσου (ιδιαίτερα στην Κορινθία) το κ προφερόταν σαν «παχύ» τσ πριν από τα φωνήεντα i και e (ανεξαρτήτως του πώς αποδίδονται αυτά στην ορθογραφία). Το φαινόμενο ονομάζεται τσιτακισμός: τσαι = και, παιδάτσι = παιδάκι, φατσή = φακή, ετσείνος = εκείνος, τσιουλιά = κοιλιά κ.λπ.

(4)   Το υ είχε σε μερικές περιπτώσεις την προφορά ου ή ιου: άχιουρο = άχυρο, χιούνω = χύνω, σκιούβω ή σκιούφτω ή σγούφτω = σκύβω, τρούπα = τρύπα, τουραγνιέμαι = τυραννιέμαι, βασανίζομαι, θουρίδα = θυρίδα (μικρό άνοιγμα στον τοίχο) κ.λπ. Και το οι είχε μερικές φορές την προφορά ιου: κιουμάμαι (ή τσιουμάμαι με τσιτακισμό) = κοιμάμαι, κιουλιά (ή τσιουλιά με τσιτακισμό) = κοιλιά, πρικιούλι = προκοίλι κ.λπ.

(5)   Σε λίγες λέξεις το ω προφερόταν ου: χούμα = χώμα, χουματένιος = «χωματένιος», δηλ. πήλινος, πούμα = πώμα, ούρμος ή γούρμος = ώριμος.

(6)   Αντί του i πρόφεραν σε μερικές περιπτώσεις e: δεμοσιά =δημοσιά, ελικία = ηλικία, θεμωνιά = θημωνιά, έσυχος = ήσυχος, ετιά = ιτιά, ενί = υνί, αντρόγενο = αντρόγυνο, δεκριάνι = δικράνι (γεωργικό εργαλείο), πλερώνω = πληρώνω, άκλερος = άκληρος κ.λπ.

(7)   Σε μερικές λέξεις το φωνήεν μεταβαλλόταν σε δίφθογγο: λεϊμόνι = λεμόνι, χαϊμός = χαμός, χαϊμένος = χαμένος, κλάιμα =κλάμα κ.λπ.

(8)   Ανάμεσα σε σύμφωνα αναπτυσσόταν συχνά ένα φωνήεν ι ή ου: καπινός = καπνός, βαθιμός = βαθμός, σταθιμός = σταθμός, βαλιμένος = βαλμένος, βγαλιμένος = βγαλμένος, πινίγω = πνίγω, μπαλουκόνι = μπαλκόνι, πιριόνι =πριόνι, σουφραΐδα = σφραγίδα (με την οποία σφραγίζουν τα πρόσφορα), τσ(ι)ατουμάς = τσατμάς (είδος ελαφρής τοιχοποιΐας), φρέσικος = φρέσκος, χέρισος = χέρσος κ.λπ.

(9)   Στην αρχή της λέξης προσετίθετο συχνά το φωνήεν α: απαρατάω, απηδάω, αβοηθάω, αδρασκελάω, αλαίρμαγος = λαίμαργος, αλησμονάω, αστάχυ κ.λπ. Σε μερικές λέξεις προσετίθετο το φωνήεν ε: ετότες ή ετότενες = τότε, ετώρα ή ετώρανες = τώρα, εσήμερα, ετόσος. Αντίθετα σε άλλες περιπτώσεις χανόταν το φωνήεν στην αρχή της λέξης, π.χ. κοσιμίνια = εικοσιμία, κόνισμα = εικόνισμα, τοιμάζω = ετοιμάζω, γούμενος = ηγούμενος, κ.λπ.

(10)    Όταν συναντιόταν το φωνήεν ου με το φωνήεν ε στο όριο δύο λέξεων τότε προέκυπτε το φωνήεν ο: πόρχεται = που έρχεται, πόχεις = που έχεις, τοφάνη = του εφάνη (=του φάνηκε).

(11)    Ανάμεσα στο φωνήεν i (όπως και αν γράφεται στην ορθογραφία) και σε άλλο φωνήεν προφερόταν ένα γι: η γι-Ελένη, οι γι-άλλοι κ.λπ.

(12)    Πολλές φορές χανόταν το γ, όταν βρισκόταν ανάμεσα σε φωνήεντα: επήε =πήγε, έφαε =έφαγε, πααίνω = παγαίνω, δηλ. πηγαίνω, λέανε = λέγανε, τραΐ = τραγί κ.λπ.

(13)    Στο σύμπλεγμα γμ χανόταν το γ: στιμή = στιγμή, φυλαμένος = φυλαγμένος, τράβημα = τράβηγμα, πινιμένος = πνιγμένος κ.λπ. Επίσης το σύμπλεγμα χν προφερόταν γν: διώγνω = διώχνω, αγνάρι = αχνάρι, λιγνάω = λιχνίζω κ.λπ.

(14)    Το μ καμιά φορά μεταβαλλόταν σε μπ: χαμπηλός = χαμηλός, κορόμπηλο =κορόμηλο, καλαμποκάνι =καλαμοκάνι κ.λπ.

(15)    Φράσεις όπως π.χ. ο πατέρας μου προφέρονταν ο πατέρα μου (χωρίς το –ς).

(16)    Ακολουθούν μερικές λέξεις με τη μορφή που είχαν στην Πελοπόννησο (και ειδικότερα στη Γορτυνία ή σε τμήματα της Γορτυνίας):
αγουριέμαι (από το αρχαίο ωρύομαι) ή αρουλιέμαι = ουρλιάζω, Άγουστος = Αύγουστος, ανεμοστρόφιλος ή ανεμοστρόφιλας = ανεμοστρόβιλος, αντίδερο = αντίδωρο, άντρωπος = άνθρωπος, βρικόλος ή βιρκόλος ή βουρκόλος = «βουκόλος» (=τσοπάνης), βόιδα = βόδια, βολύμι =μολύβι, γλέπω = βλέπω, γούλα = ούλα, δυάσμος = δυόσμος, δεκριάνι ή δικριάνι = δικράνι, θελός = θολός, καθεράω = «καθαρίζω», καραμούντζα = καραμούζα, κόσσυβας = κότσυφας, λελούδι ή λαλούδι = λουλούδι, λιτριβιό ή λιουτριβιό ή λιτρουβιό =ελαιοτριβείο, λοκάνικο = λουκάνικο, μαναχός = μοναχός, μόνος, μαναστήρι = μοναστήρι, μοιριολόι = μοιρολόι, νέθω = γνέθω, νέμα = νήμα, νουρά = ουρά, ξινάρι ή ξινιάρι = αξίνα, ολπίζω, ολπίδα = ελπίζω, ελπίδα, όμπυο =πύον, ούλος =όλος, πανεθύρι ή παρεθούρι = παράθυρο, περβατώ ή πορπατώ = περπατώ, πλάστρης ή πλάστρι = πλάστης, πρικοίλι ή πρικιούλι = προκοίλι, μεγάλη κοιλιά, ρεντάω = ραντίζω, Σεμιτέβρης = Σεπτέμβρης, σιουράω ή σφουράω = σφυρίζω, σκάλτσα =κάλτσα, σκολαρίκια  = σκουλαρίκια, σούγλα =σούβλα, συγκέσιο = συνοικέσιο, ταβούλι = νταούλι, ταμιτέλα ή ταμουτέλα = δαντέλα, τειάφι και τειαφίζω = θειάφι θειαφίζω, τινιάζω = τινάζω, τούβουλο = τούβλο, φάντιασμα = φάντασμα, φούρνιαρης = φούρναρης, χιούτη = χαίτη, χοχλάζω ή χουχλάζω = κοχλάζω (και χόχλος ή χούχλος = βράση) κ.λπ.

(β) Στοιχεία της γραμματικής:

(1)  Άρθρο:
τουν ή του = των, π.χ. του γυναικώνε, του σκυλιώνε, τουν παιδιώνε = των γυναικών, των σκυλιών, των παιδιών.
Οι τύπος τις και της του θηλυκού άρθρου μερικές φορές έπαιρναν τη μορφή τς (χωρίς φωνήεν) ή και τη μορφή τσι, τση:
τς αδερφής μου, τση μάνας μας, τσι γυναίκες (=τις γυναίκες).

(2)  Η γενική πτώση στον πληθυντικό είχε την κατάληξη –ωνε ή και –ουνε: τουν αντρώνε (=των αντρών), του μανάδωνε (=των μανάδων), τουν πατεράδωνε (=των πατεράδων), τουν αργάτουνε (=των εργατών), του ζώνε (=των ζώων), ουλουνώνε τουν πεθαμένουνε = όλων των πεθαμένων, του δυονώνε (=των δύο), τα παιδιά τουν αλλουνώνε = τα παιδιά των άλλων.

(3)  Ο πληθυντικός μερικών θηλυκών ουσιαστικών σε –ή και –ά σχηματιζόταν με την κατάληξη –άδες: νυφάδες, αδερφάδες, νοικουράδες, γιορτάδες, Κυριακάδες.

(4)  Ο πληθυντικός μερικών αρσενικών ουσιαστικών σε –ης –της και -ας έληγε σε –άδες ή και –ηδες:
ο πραματευτής = οι πραματευτάδες
ο πατέρας = οι πατεράδες ή οι πατέρηδες
ο μπάρμπας = οι μπαρμπάδες
ο κλέφτης = οι κλέφτες ή οι κλέφτηδες

(5)  Αρκετά αρσενικά σε –ας σχημάτιζαν τον πληθυντικό σε –οι (αντί σε –ες):
ο μήνας = οι μήνοι
ο φύλακας = οι φυλάκοι
ο μάρτυρας = οι μαρτύροι
ο δαίμονας = οι δαιμόνοι
ο άρχοντας = οι αρχόντοι

Τα ουσιαστικά αυτά κλίνονταν ως εξής: οι δαμόνοι, του δαιμόνωνε, τους δαιμόνους. Στην επίσημη Κοινή Νέα Ελληνική κλίνονται ως εξής: οι δαίμονες, των δαιμόνων, τους δαίμονες.

(6)  Τα ουσιαστικά ο γονής (=ο γονιός), ο συγγενής και η μαμμή είχαν πληθυντικό οι γονήδες (και οι γοναίοι), οι συγγενήδες και οι μαμμήδες.

(7)  Τα αρσενικά ουσιαστικά σε –ιάρης σχημάτιζαν τον πληθυντικό με την κατάληξη –αίοι:
ο διακονιάρης = οι διακονιαραίοι, του διακονιαραίουνε ή διακονιαραίωνε (=οι διακονιάρηδες, των διακονιάρηδων)
      ο λιτριβιάρης = οι λιτριβιαραίοι
      κ.λπ.

(8)  Μερικά ουδέτερα σε –ο (π.χ. το όνειρο) σχημάτιζαν πληθυντικό σε –ατα:
το άλογο = τα αλόγατα
το όνειρο = τα ονείρατα
το έθιμο = τα εθίματα
το βούτυρο = τα βουτύρατα

(9)  Το ουσιαστικό το πρόβατο κλινόταν ως εξής:

το πρόβατο
του προβατιού
το πρόβατο

τα πρόβατα
του(ν) προβατιώνε
τα πρόβατα

Έτσι κλίνονταν και λέξεις όπως π.χ. το πράμα: το πράμα, του πραματιού, τα πράματα, τουν πραματιώνε κ.λπ.

(10)   Τα θηλυκά σε –ού σχημάτιζαν τον πληθυντικό σε –ούδισσες:
η κουρελού = οι κουρελούδισσες
η γλωσσού = οι γλωσσούδισσες

(11)   Μερικά επίθετα και μερικές αντωνυμίες (π.χ. πολύς, ψηλός, μονάχος, ούλος, τόσος, λίγος κ.λπ.) σχημάτιζαν το θηλυκό και σε -ια:
πολύς = πολλιά, π.χ. πολλιά ώρα = πολλή ώρα
αψηλός = αψηλιά, π.χ. αψηλιά γυναίκα
μονάχος = μοναχιά = μόνη
ούλος = ούλια, π.χ. ούλια τη νύχτα = όλη τη νύχτα
τόσος = τόσια = τόση, π.χ. τόσια φασαρία = τόση φασαρία
λίγος = λίγια, π.χ. λίγια ζάχαρη = λίγη ζάχαρη

Επίσης χρησιμοποιούσαν στην αιτιατική πτώση την κατάληξη –νε, π.χ. βγάνει καπινό πολύνε = βγάζει καπνό πολύ, επήρε άντρα καλόνε, έβανες πολλήνε = έβαλες πολλή (π.χ. ζάχαρη) κ.λπ.

(12)   Τα επίθετα σε –ύς (π.χ. βαρύς, παχύς, μακρύς κ.λπ.) σχηματίζονταν στην πελοποννησιακή διάλεκτο ως εξής στο αρσενικό και στο ουδέτερο γένος:
παχιός, παχιό = παχύς, παχύ (π.χ. παχιό αρνί)
μακριός, μακριό =μακρύς, μακρύ (π.χ. μακριό ξύλο)
βαριός, βαριό = βαρύς, βαρύ (π.χ. βαριός τέτζερης, βαριό πράμα)

Αντίστροφα το επίθετο αραιός λεγόταν στην Πελοπόννησο αρύς.

(13)   Ο συγκριτικός βαθμός αρκετών επιθέτων σχηματιζόταν και με την κατάληξη –ύτερος αντί –ότερος:
τρανός = μεγάλος = τρανύτερος = μεγαλύτερος
ογλήγορος = ογληγορύτερος = γρηγορότερος
έμορφος = εμορφύτερος = ομορφότερος

Η λέξη πολύς έχει συγκριτικό περ’σσότερος. Παλαιότερα όμως χρησιμοποιούσαν και τα πλειότερος και πολύτερος, π.χ. παγαίναμε πολύτεροι τότενε στο πανηγύρι = πηγαίναμε περισσότεροι τότε στο πανηγύρι.

(14)   Αντωνυμίες και αριθμητικά:
-          αυτούνος ή ευτούνος ή φτούνος = αυτός.
Για περισσότερη έμφαση προσέθεταν το επίρρημα ευτού: ευτούνος ευτού = αυτός εκεί.

-          όγιος = όποιος, π.χ. όγιος δεν μπόρειγε, δε μίλαε = όποιος δεν μπορούσε, δε μιλούσε. Στη γενική χρησιμοποιούσαν και τον τύπο ότινος ή ότινους, π.χ. ότινους πέσει το φλουρί = οποιανού πέσει το φλουρί (π.χ. θα είναι ο τυχερός).

-          τέτοικος = τέτοιος, π.χ. εμείς τότενε δεν ηξέραμε τέτοικα πράματα.

-          Η αντωνυμία ποιος είχε και γενική τίνος ή τίνους ή τούνος, π.χ. τίνους είσαι εσύ ή τούνος είσαι εσύ; = ποιανού είσαι εσύ;

-          Το θηλυκό της λέξης ένας ήταν νια (π.χ. νια βολά = μια φορά) ή μίνια (π.χ. μίνια γυναίκα).
Στη γενική πτώση ήταν:
ενού = ενός (π.χ. ενού παιδιού)
μιανής = μιας (π.χ. μιανής γυναίκας).

-          Το κανείς / κανένας κλινόταν ως εξής:
κανείς ή κανένας
κανενού = κανενός
κανείνε ή κανένανε (π.χ. δε έχω κανείνε να με βοηθήκει = δε έχω κανέναν να με βοηθήσει)

Το θηλυκό ήταν κανιά (π.χ. κανιά βολά = καμιά φορά) ή καμίνια (π.χ. καμίνια γυναίκα)

Παρόμοια σχηματιζόταν και το καθένας:
καθένας
καθενού = καθενός
καθεμίνια = καθεμιά
καθεμιανής = καθεμιάς

-          Η αντωνυμία κάποιος είχε γενική καποιανού αλλά και κάτινος ή κάτινους = κάποιου, π.χ. κάτινους το είπε = καποιανού το είπε.

-          Η αντωνυμία τόσος έχει τα εξής υποκοριστικά («χαϊδευτικά»):
(ε)τοσούλης, (ε)τοσούλα, (ε)τοσούλι
τοσουλάκης, τοσουλάκι.
Στην Κοινή Νέα Ελληνική χρησιμοποιείται το τοσοδούλης.

-          έντος, έντη, έντο = να τος, να τη, να το. Λεγόταν επίσης και έντονε (αρσενικό), έντηνε (θηλυκό), έτονε (ουδέτερο). Π.χ. έντηνε πόρχεται = να την που έρχεται.

-          τίποτας, τίποτες και τίποτις = τίποτα.

-          ατός μου, ατή μου = εγώ ο ίδιος, τον εαυτό μου, π.χ. εκάηκα ατός μου ή απατός μου = κάηκα μόνος μου.

-          συνατοί μας ή αναμετάξυ μας ή συναμετάξυ μας = μεταξύ μας, ο ένας τον άλλον, π.χ. αγαπιόμαστε συνατοί μας ή συναμετάξυ μας.

-          τίλογος, τίλογια, τίλογο = τι λογής, τι είδους; Π.χ. τίλογο φουστάνι πήρες;

-          ο πασάνας ‘ο καθένας’. Επίσης: πάσαν ώρα = όλη την ώρα, συνεχώς.

-          Ο τύπος τέσσερις στην επίσημη νέα ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται και για το αρσενικό και για το θηλυκό, π.χ. τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες. Στη μοραΐτικη διάλεκτο υπάρχουν ξεχωριστοί τύποι, π.χ. τέσσεροι άντρες και τέσσερες γυναίκες.

-          συδυό = ανά δύο, δύο-δύο, συντρείς = ανά τρεις, τρεις-τρεις, π.χ. παγαίναμε συντρείς = πηγαίναμε τρεις-τρεις.

-          Για περισσότερη έμφαση προσέθεταν διάφορα στοιχεία όπως τα –έ, -γιά, -δά κ.λπ.:
έντος = να τος = έντοσ-έ ή έντοσες ‘να τος αυτός εκεί’
ευτούνος = αυτός = ευτουνοσ-έ = αυτός ακριβώς
τούτη = τούτη-γιά ή τούτη-δά = τούτη εδώ

-          Σε μερικές φράσεις οι καταλήξεις των αντωνυμιών αποβάλλονταν:
κείν’ τα χρόνια = εκείνα τα χρόνια (αντί: κείνα τα χρόνια)
φτούν’ τουν παιδώνε = αυτών των παιδιών (αντί: φτούνωνε τουν παιδιώνε)

(15)  Ο τύπος είναι του ρήματος είμαι είχε παλαιότερα στη διάλεκτο της Πελοποννήσου τη μορφή έναι, π.χ. πού έναι φτούνος; = πού είναι αυτός;
Το είναι στην επίσημη νεοελληνική γλώσσα (όπως και το έναι στη μοραΐτικη διάλεκτο) χρησιμοποιείται και για τον ενικό και για τον πληθυντικό αριθμό, π.χ. πού είναι αυτός; αλλά και: πού είναι αυτοί; Σε αρκετές περιοχές της Αρκαδίας όμως (π.χ. στα Λαγκάδια, στο Βαλτεσινίκο κ.α.) χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για τον ενικό αριθμό τον τύπο έναι, ενώ για τον πληθυντικό αριθμό τον τύπο είνιαι, π.χ. έναι αφτηνή (= είναι φτηνή), αλλά είνιαι αφτηνές (= είναι φτηνές).
Η ίδια διάκριση γίνεται και στους τύπους που εκφράζουν το παρελθόν: ήτανε (ενικός), αλλά ήσαντε (πληθυντικός), π.χ. ήτανε ακριβή αλλά ήσαντε ακριβές.

(16) Η μορφή που είχαν ορισμένα ρήματα στην πελοποννησιακή διάλεκτο:
ακώ = ακούω
βάνω = βάζω
βγάνω = βγάζω
ψένω = ψήνω
ντένομαι = ντύνομαι
γδένομαι = γδύνομαι
χτίνω ή χτένω = χτίζω
σκίνω ή σκιώ = σκίζω
σβένω ή σβιώ = σβήνω
ρίνω = ρίχνω
φέγω = φεύγω
ψάχω = ψάχνω
μεινέσκω = μένω
πρήσκομαι = πρήζομαι
ξυώ = ξύνω (στην παθητική φωνή: ξυέμαι = ξύνομαι, προφερόταν με «παχύ» σ: κshώ κshέμαι). Κλινόταν ως εξής:  ξυώ, ξεις, ξει, ξυούμε, ξείτε, ξούνε. Στην παθητική φωνή κλινόταν ως εξής:  ξυέμαι, ξυέσαι, ξυέται, ξυόμαστε, ξυέστε, ξυούνται)
λυώ = λύνω (στην παθητική φωνή: λυέμαι = λύνομαι)
κλειώ = κλείνω (στην παθητική φωνή: κλειέμαι = κλείνομαι)
σειώ = κουνάω, σαλεύω (στην παθητική φωνή: σειέμαι = κουνιέμαι)
φτυώ = φτύνω
θάφτω, σκάφτω, σκύφτω ή σγούφτω, κλέφτω κ.λπ. = θάβω, σκάβω, σκύβω, κλέβω κ.λπ.
φιλιώ = φιλώ. Κλινόταν ως εξής: φιλιώ, φιλείς, φιλεί, φιλιούμε, φιλιούτε, φιλιούνε.
καλιώ = καλώ
λαλιώ = λαλώ
κοσκινάω = κοσκινίζω
γιομάω = γεμίζω
(α)μουδιάω = μουδιάζω, π.χ. μουδιάει το πόδι = μουδιάζει το πόδι.
κουρνιάω = κουρνιάζω, π.χ. οι κότες κουρνιάνε στο κοτέτσι = οι κότες κουρνιάζουν στο κοτέτσι.
               
(17)  ή- αντί ε- σε παρελθοντικούς τύπους, π.χ.:
ήφερνα = έφερνα
ήφερα = έφερα
ήπρεπε = έπρεπε
ήγλεπα = έβλεπα

  (18)  Σε μερικά ρήματα η κατάληξη του πρώτου προσώπου στον ενικό αριθμό   είναι -ου:
αγαπάου = αγαπάω
θα φάου = θα φάω
πάου = πάω
λέου = λέω
τρώου = τρώω
Τα περισσότερα από αυτά λέγονταν και χωρίς την κατάληξη –ου:
δε σ’ αγαπά’ = δε σ’ αγαπάω
άμα πεινά’, θα φά’ = άμα πεινάω θα φάω
φτούνο που σου λέ’ = αυτό που σου λέω

(19)      Στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου στο δεύτερο πρόσωπο στον  πληθυντικό αριθμό χρησιμοποιούσαν την κατάληξη –ουτε αντί της κατάληξης –ετε ή -είτε:
έχουτε = έχετε
μπορούτε = μπορείτε
καλιούτε = καλείτε
θα ειπούτε = θα πείτε
θα ανεβούτε = θα ανεβείτε
να δώκουτε = να δώσετε
να χαθούτε = να χαθείτε

(20)       Παθητική φωνή. Παραδείγματα τύπων:
έρχουμαι = έρχομαι
καθόστε = καθόσαστε (π.χ. τι καθόστε ευτού και τηράτε; = τι καθόσαστε εκεί και κοιτάζετε;)
κάθουνται ή καθόνται = κάθονται
ντενόσαντε = ντυνόντουσαν
αγαπιόσαντε = αγαπιόντουσαν

(21)      Ο παρατατικός των ρημάτων σε –άω  (π.χ. αγαπάω, περνάω κ.λπ.)  σχηματιζόταν ως εξής:

αγάπαγα  = αγαπούσα
πέρναγα = περνούσα
κ.λπ.

Κλινόταν ως εξής:

αγάπαγα
αγάπαγες ή αγάπαες
αγάπαγε ή αγάπαε
κ.λπ.

Ο παρατατικός των ρημάτων σε –ώ (π.χ. μπορώ, φορώ, βαρώ, καλιώ, λαλιώ, φιλιώ, λυώ, ξυώ, φτυώ κ.λπ.) σχηματιζόταν ως εξής:
μπόρειγα ή μπόρ’γα ή μπόραγα = μπορούσα
φόρειγα ή φόρ’γα = φορούσα
βάρειγα ή βάρ’γα = βαρούσα
κάλειγα = καλούσα
λάλειγα = λαλούσα
φίλειγα = φιλούσα
έξυγα = έξυνα. Κλινόταν ως εξής:  έξυγα, έξυγες, έξυγε, (ε)ξύγαμε, (ε)ξύγατε, (ε)ξύγανε.
έλυγα = έλυνα
έκλειγα = έκλεινα
έφτυγα = έφτυνα

Το μπόρειγα (=μπορούσα) π.χ. κλινόταν ως εξής:

μπόρειγα
μπόρειγες ή μπόρειες ή μπόρ’γες
μπόρειγε ή μπόρειε ή μπόρ’γε
μπορείγαμε
μπορείγατε
μπόρειγαν ή μπορείγανε

Αόριστος σε –κα αντί σε -σα:
έδωκα = έδωσα (μέλλοντας: θα δώκω)
άφηκα = άφησα (μέλλοντας: θα αφήκω)
καβάληκα = καβάλησα (μέλλοντας: θα καβαλήκω)
ροβόληκα = ροβόλησα (μέλλοντας: θα ροβολήκω)
απήδηκα = πήδησα (μέλλοντας: θ’ απηδήκω)
βόηθηκα = βοήθησα (μέλλοντας: θα βοηθήκω)
απόλυκα = αμόλησα (μέλλοντας: θα απολύκω, π.χ. θα απολύκουτε τα πρόβατα στο βουνό = θα ξαμολήσετε τα πρόβατα στο βουνό)

Διάφοροι τύποι χρόνου αορίστου:
γίνηκα ή γένηκα = έγινα
ήβρα = βρήκα
έμασα = μάζεψα
έφτιασα = έφτιαξα
κ.λπ.

        Ο αόριστος πήγα λεγόταν και εδιάκα ή διάκα και κλινόταν ως εξής:
(ε)διάκα
(ε)διάκες ή εδιάης
(ε)διάκε ή εδιάη
(ε)διάκαμε
(ε)διάκατε
(ε)διάκανε

(22)     Ο μέλλοντας σχηματιζόταν μερικές φορές με το μόριο θελα, κυρίως όταν είχε τη σημασία του ‘πρόκειται να, είναι να’:
Θελα ’ρθεί ταχιά = Πρόκειται να έρθει αύριο.

(23)     Αντί για το θα χρησιμοποιούσαν το θελα ή ηθελα σε περιπτώσεις όπως οι παρακάτω:
Αχέ του το γύρευα, θελα μου το ’δινε = Αν του το γύρευα, θα μου το ’δινε.
Στους γάμους ήθελα ’ρχότανε ούλο το σόι της νύφης = Στους γάμους ερχότανε όλο το σόι της νύφης.

(24)     Οι χρόνοι που στη γραμματική ονομάζονται παρακείμενος και   υπερσυντέλικος (π.χ. έχω κάνει, είχα κάνει) σχηματίζονταν στην πελοποννησιακή διάλεκτο ως εξής (παραδείγματα):

Εγώ δεν τα είχα κανωμένο (ή: καμωμένο) τούτα τα πράματα = εγώ δεν τα είχα κάνει τούτα τα πράγματα.
Δεν τις έχεις ιδωμένο (ή: ιδωμένες) ποτέ σου τις νεράιδες; = δεν τις έχεις δει ποτέ σου τις νεράιδες;
Είναι φερμένος από άλλο χωριό = έχει έρθει από άλλο χωριό.
Ήσαντε παγαιμένες στην Αθήνα = είχανε πάει στην Αθήνα.
Είναι γεννημένη = έχει γεννήσει (δηλ. είναι λεχώνα)
Έχουτε παρμένο λεφτά = έχετε πάρει λεφτά.
Δεν το ’χω παθημένο ποτέ φτούνο = Δεν το έχω πάθει ποτέ αυτό.
Ήμαστε βγαλιμένοι = είχαμε βγει

(25)       Προστακτική, δηλαδή οι τύποι του ρήματος με τους οποίους εκφράζουμε εντολές:
πέσε = πες, π.χ. πέσε μου = πες μου.
πιε = πιες, π.χ. πιε το κρασί σου = πιες το κρασί σου.
φάι = φάε, π.χ. φάι και πιε = φάε και πιες.
αφήτε ή άφτε = αφήστε, π.χ. άφτε τα ευτούνα ευτού = αφήστε τα αυτά εκεί.

Τα ρήματα σε –ώνω σχημάτιζαν την προστακτική σε –ω  -ώτε, π.χ. γλίτω = γλίτωσε, γλιτώτε = γλιτώστε, σκότω = σκότωσε, σκοτώτε = σκοτώστε, φόρτω = φόρτωσε, φορτώτε = φορτώστε κ.λπ., π.χ.:

γλιτώτε με = γλιτώστε με
ξιφόρτω τα σακιά! = ξεφόρτωσε τα σακιά!

(26)     Η μετοχή σε –οντας ή –ώντας είχε στην πελοποννησιακή διάλεκτο κατάληξη –οντα ή –ώντα:
Μπαίνοντα (=μπαίνοντας) ο Νοέμβρης, αρχινάγαμε να μαζώνουμε τις ελιές.
Ερχόσαντε τραγουδώντα = ερχόντουσαν τραγουδώντας.

(27)     Τα επίθετα του τύπου π.χ. αξύριστος, ακούρευτος, αβάφτιστος σχηματίζονταν συχνά με την κατάληξη –γος ή απλά –ος (αντί –τος):
αξύριγος = αξύριστος
αβάφτιγος = αβάφτιστος
αμπάλωγος = αμπάλωτος
ακούρευος = ακούρευτος
              άτριβος = άτριφτος (π.χ. πιπέρι άτριβο)
              άσκαβος ή άσκαφος = άσκαφτος (π.χ. άσκαβο χωράφι)
                      
(γ) Άκλιτες λέξεις (επιρρήματα, σύνδεσμοι):

            Επιρρήματα:
          
            απάνου, κάτου, χάμου = απάνω, κάτω, χάμω
            απέ = κατόπιν
            απού πάνου (ή απού πά’ ), απού κάτου (ή απού κά’ ) = από πάνω, από κάτω
αυτού ή ευτού = εκεί
ούθε ή όθε = όπου (ή από όπου ή προς όποια κατεύθυνση), π.χ. πάαινε ούθε θέλεις = πήγαινε όπου θέλεις.
ολούθε ή ουλούθε = παντού, ή από παντού ή προς όλες τις κατευθύνσεις
ύστερις ή στερνά = ύστερα
σήμερις ή (ε)σήμερα = σήμερα
(ε)τότες ή (ε)τότενε ή (ε)τότενες = τότε
(ε)τώρα ή (ε)τώρανε ή (ε)τώρανες = τώρα
πολληώρα (ή πολληώρανε ή πολληώρανες) = προηγουμένως
αποσπερού = απόψε
αποβραδιού = αποβραδίς, από το προηγούμενο βράδυ
πλια = πια
μάτα = ξανά (και σε σύνθετες λέξεις: δε θα ματαρθώ = δε θα ξαναρθώ)
ταχιά = αύριο
(ε)χτε ή ψε(ς) = χτες
πάλε = πάλι
μπονόρα = νωρίς το πρωΐ
σούρπα = νωρίς το πρωΐ
αχάραγο ή αφώτιγο = πριν το ξημέρωμα
τίλογα = πώς; με ποιο τρόπο; Π.χ. τίλογα τα σκίνεις τα σκουτιά σου; = πώς τα σκίζεις τα ρούχα σου;
λιγούλι = λιγάκι
μπίτι ή μπίτου = καθόλου ή εντελώς, π.χ. δεν τηνε γλέπω μπίτι = δεν την βλέπω καθόλου, μπίτι παλιός = εντελώς, δηλαδή πολύ παλιός

Για έμφαση χρησιμοποιούσαν σε μερικά επιρρήματα και το στοιχείο εδε-:
έδεκει = εκεί ακριβώς
έδευτου = εκεί ακριβώς
εδεπά = εδώ σε αυτό το σημείο

Επίσης χρησιμοποιούσαν το στοιχείο σα- (με «παχύ» σ-) για να δηλώσουν κατεύθυνση ή για να δείξουν προς κάποια κατεύθυνση: shαπάνου, shακάτου, shαπέρα.

Τα επιρρήματα μπορούσαν να έχουν και υποκοριστικά («χαϊδευτικά»):
παρακατ-ίτσα = παρακάτω
εδεκεί-λια (από το έδεκει)= εκεί ακριβώς (λεγόταν επίσης και εδεκείλιανες)
εδευτού-λια (από το έδευτου) = εκεί ακριβώς
μπονορούλια = νωρίς το πρωΐ (από το μπονόρα)

Σύνδεσμοι:
            όντας ή όντα ή όντες ή όντε ή σίντα ή σίντας κ.λπ. = όταν, π.χ. όντας έρθεις, θα φύγουμε.
            φόντα ή φόντας ή φόντε = όταν, αφότου, αφού, από τότε που.
            μπρου ή πριχού = πριν, προτού, π.χ. θα φύγουμε πριχού (ή μπρου) φωτίσει.
            μάιτε ή μάιδε = μήτε, π.χ. μάιδε να σειστώ δεν μπορώ = δεν μπορώ μήτε να κουνηθώ.
            είτε = ούτε, π.χ. είτε νια μέρα δεν έμεινε = ούτε μια μέρα δεν έμεινε.
τίγαρις ή τιγάρις ή τίγας κ.λπ. = μήπως; σάματι; Π.χ. τιγάρις τα θέλω κι εγώ; = σάματι τα θέλω κι εγώ;



Δεν υπάρχουν σχόλια :