Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Το ναυάγιο

 Κόντευαν Θεοφάνεια. Η Φροσύνη σηκώθηκε χαράματα κι άναψε την παραστιά. Το ψηλοτάβανο δωμάτιο μοσχοβολούσε ανθόνερο, γλυκό κουταλιού δαμάσκηνο και χειμωνιάτικο πεπόνι. Τα ρόδια στο κεφάλι της, αλλού κιτρίνιζαν κι αλλού τα είχε βάψει η ζέστη κατακόκκινα. Στόλιζαν την κουζίνα έτσι όπως κρέμονταν από τα ξύλινα δοκάρια. Παραμέρισε την πλεγμένη κόμπο κόμπο με το βελονάκι κουρτίνα κι έριξε μια ματιά στο παράθυρο. Απβραδίς χιόνισε. Ένα ασημένιο δίχτυ είχε καλύψει τα παρτέρια, τις ξερές μπουκαμβίλιες, τα δέντρα του περιβολιών, τις πεζούλες. Το νησί είχε ασπρίσει. Παραφύλαξε για ελάχιστα λεπτά στο προσκέφαλο των παιδιών της. Προσευχήθηκε σιωπηλά και μέτρησε τις μέρες. Εφτά τις έβγαλε. Η φωτογραφία του της χαμογέλασε από την πιατοθήκη. Φορούσε την πατατούκα του κι έναν τεράστιο με γούνινα αυτιά σκούφο, πίσω του στην ομίχλη ξεπρόβαλε το λιμάνι και τα πανύψηλα κτίρια της Νέας Υόρκης, μα αυτή τα μαύρα μάτια του έβλεπε και τίποτα άλλο.
Τέσσερεις, πέντε, έξι, συνέχισε να μετράει. Στις εφτά αναστέναξε. Θα τον έσφιγγε ξανά στα δυο της χέρια. Θα τον έπλενε με σαπούνι από βότανα και μελισσοκέρι. Θα τον χτένιζε. Θα του ψαλίδιζε το μουστάκι. Και θα τον φιλούσε. Αχ. Τυλίχτηκε σε μια πατανία και βγήκε στο χιονιά να αρμέξει τις αίγες. Σε λίγο θα ξυπνούσαν τα κούτσικα κι ήθελε να προφτάσει να βράσει ρυζόγαλο και να κοπανήσει την κανέλα…

Η Έφη φώναξε από την κουζίνα.

“Γιαγιάκα θες κανέλα στην κρέμα σου;”

Η γιαγιά της σιχαινόταν την κανέλα. Όμως της άρεσε να την πειράζει. Δεν πήρε απάντηση. Τέντωσε το λαιμό και είδε τη Φροσύνη να έχει γείρει στην πολυθρόνα και να έχει αποκοιμηθεί δίπλα στο τζάκι. Δεν την ξύπνησε. Σπάνια την έπαιρνε καθιστή ο ύπνος. Σπανιότερα χαμογελούσε. Η γιαγιά της ήταν ιδιάζουσα περίπτωση. Ήταν από εκείνους τους διάφανους, διακριτικούς ανθρώπους που δεν ήσουν ποτέ απολύτως σίγουρος αν ζουν ή αναπνέουν. Που ένιωθες την ανάγκη να κολλήσεις το μάγουλο στο στήθος τους για να αφουγκραστείς τη ψυχή τους. Έβαλε μια γενναιόδωρη δόση κανέλας σε όλα τα πιάτα εκτός από ένα και ρούφηξε μια βαθιά ανάσα βανίλιας και ευτυχίας. Ο γιος της έπαιζε στα πόδια της κοιμισμένης γυναίκας και ο άντρας της θα σχολούσε από ώρα σε ώρα και θα επέστρεφε σπίτι. Πήγε και κάθισε οκλαδόν, πλάι στο στολισμένο με μπάλες και γιρλάντες δέντρο. Παρακολουθούσε τα ρόδινα μάγουλα του παιδιού καθώς φούσκωναν, εγκλωβίζοντας τον θερμό αέρα και εκτόξευαν κραυγούλες, σάλια και γέλια. Στο ένα χέρι κρατούσε μια ξύλινη μαριονέτα ντυμένη με ναυτικά ρούχα και στο άλλο ένα πολύχρωμο καραβάκι που διέσχιζε αγέρωχο τον ωκεανό του χαλιού.

Τα βλέφαρα της γριούλας με τα αγορίστικα λευκά μαλλιά τρεμοέπαιξαν. Τα γυαλιά της από ταρταρούγα γλίστρησαν χαμηλά στα ρουθούνια. Κάτι έλαμπε ανάμεσα στις βλεφαρίδες της, κάτι που πολεμούσε να δραπετεύσει, να σκεπάσει τις θλίψεις και να καταπνίξει τις θύμησες. Κάτι που αντανακλούσε τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια όπως άναβαν κι έσβηναν ασταμάτητα. Ένα δάκρυ.

Αγαπημένη μου μην κλαις…

Δυο μάτια κάρβουνα την ξύπνησαν, πυρπόλησαν την καρδιά της. Δεν τα κατάφερε να ξανακοιμηθεί. Ξυπόλητη, με το λευκό της νυχτικό, σωριάστηκε μπροστά στο εικονοστάσι. Ξέπλεξε τις κοτσίδες της και τούφα τούφα έκοψε τα μαλλιά της. Ήξερε πριν το μάθει. Το πρωί έφτασε το τηλεγράφημα. Το φορτηγό «Αγγελής» εβυθίστη αύτανδρο στον Ατλαντικό. Ουδείς διεσώθη. Ψυχές και σώματα ντύθηκαν στα μαύρα. Κλείστηκε στην κάμαρά της. Αγάπη μου δεν κλαίω, έγραψε με μεγάλα, καλλιγραφικά γράμματα σε μια κόλλα χαρτιού αλληλογραφίας. Τη δίπλωσε και τη σταυροφίλησε. Άρπαξε το τσίπουρο από τη τζακόταβλα, ήπιε μια γουλιά, πλάνταξε και την έφτυσε, έχυσε το υπόλοιπο στο νεροχύτη. Το σούρουπο κατέβηκε στο γιαλό, πέταξε μήνυμα και μπουκάλι. Το είδε να αναπηδά δυο, τρεις, τέσσερεις… εφτά φορές σαν αφρόψαρο πριν απομακρυνθεί για πάντα. Σφάλισε τα βλέφαρα. Τα δάκρυα, μια θάλασσα αλμυρή, φυλακίστηκαν μέσα της κι έπνιξαν τη Φροσύνη.


Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια :