Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Ο Κουμπαράς της Μνήμης

-

          Πρόλογος

 «Σαράντα αγριοπερίστερα στον κόρφο σου φωλιάζουν……»
 Έτσι περιγράφει το χωριό του ο Στάθης Βουρνάς.

 Μια αγκαλιά το βουνό για τα σαράντα σπίτια , με τους ανθρώπους, τις ιστορίες, τις μνήμες τους.
Οι μνήμες…Ότι χαράχτηκε και στο δικό του το μυαλό, από λέξεις, τοποθεσίες, χρώματα…
Κυρίως λέξεις, που αποτυπώθηκαν ηχητικά και αποτέλεσαν το υλικό για το βιβλίο αυτό.
Ότι άκουσε το παιδικό αυτί, από τα λόγια και τις συναλλαγές των μεγάλων.
Η φωνή της μάνας στην αυλή, που δίνει τις εντολές στα παιδιά, τα συμβουλεύει. Μιλάει ακόμα και στα ζώα, τους δίνει και όνομα, σ’ αυτούς τους πιστούς συντρόφους στον αγώνα για την επιβίωση.
Φωνές των παιδιών στο δρόμο, παιχνίδια, χαρές, αλλά και μαλώματα, θυμός.
Τα βράδια οι κουβέντες περιείχαν την γνώση των μεγαλύτερων για την ζωή, τις συναλλαγές τους τα πάθη τους.
Ήχοι γύρω, από χαρές, πανηγύρια, μουσικές…Αλλά και ο ήχος της λύπης, ο θρήνος του χαμού, το μοιρολόι.
Και τα έθιμα, όλες οι συνήθειες που κατευθύνουν τις ζωές των ανθρώπων. Οι δεισιδαιμονίες, τα ξόρκια και ο φόβος της κατάρας…
Και τώρα οι «άρασοι καλόγεροι», οι σημερινοί κάτοικοι, φρουροί της παράδοσης, στο όμορφο χωριό.
Εκεί, στα σαράντα σπίτια που κουρνιάζουν σαν αγριοπερίστερα…
                                     Γωγώ Πιτσόκου.


    Εισαγωγή

    Οι βασικοί λόγοι που υπαγόρευσαν αυτή την έκδοση
του «Κουμπαρά της μνήμης» είναι οι εξής:
   α)Η ανεύρεση κι άλλων λέξεων της τοπικής λαλιάς.
   β)Η ανακάλυψη κι άλλων ιδιωματισμών και λαογραφικών στοιχείων.
    Το βιβλίο αυτό δεν είναι λεξικό, ούτε διεκδικεί δάφνες επιστημονικού πονήματος.
    Είναι απλή καταγραφή λέξεων, φράσεων,  ηθών και εθίμων,  καθώς και λαογραφικών στοιχείων που διέκριναν την όλη συμπεριφορά και επικοινωνία των παλαιοτέρων γενεών του Δασοχωρίου.
   Αυτόν τον πλούτο είχα φυλάξει στον κουμπαρά της μνήμης μου και τώρα μου δόθηκε η ευκαιρία να τον παραδώσω στις επόμενες γενιές, ζητώντας την κατανόηση του αναγνώστη για τις ατέλειες και παραλείψεις που θα διαπιστώσει αν μπει στον κόπο να το διαβάσει.
    Το πρώτο μέρος «Δασοχωρίτικο γλωσσάρι» είναι μια καταγραφή χιλίων επτακοσίων και πλέον λέξεων και ιδιωματισμών,  που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι του χωριού στην καθημερινότητα τους.
   Το δεύτερο μέρος του βιβλίου,  περιλαμβάνει  όσα ήθη, έθιμα, θρύλους και δοξασίες  διασώθηκαν από το 1846 που για πρώτη φορά κατοικήθηκε το χωριό.
   Στο τρίτο μέρος αναφέρονται τοπωνύμια, ποτάμια, βουνά, εκκλησίες, βρύσες, μύλοι (νερόμυλοι), γιατροσόφια, παροιμίες, αινίγματα, κατάρες, απειλές, ευρεσιτεχνίες και διάφορα άλλα στοιχεία σχετικά με την διαβίωση και την συμπεριφορά των κατοίκων του χωριού της εποχής εκείνης.
      Σ. Β.


                 ΤΟ ΔΑΣΟΧΩΡΙ

     Σαράντα αγριοπερίστερα
     στον κόρφο σου φωλιάζουν
     βρυσούλες κρυσταλλόνερες
     τα χείλια σου δροσίζουν.

             Υφάντρα η φύση ονειρική
              με  χίλια μύρια χρώματα
              κεντάει τη φορεσιά σου
              και πεταλούδες σεργιανούν
              στα πράσινα μαλλιά σου.

     Στα μικροποταμάκια σου
     αηδόνια τραγουδούνε
     και οι νεράιδες γελαστές
     πάνε για να λουστούνε.

            Το. χειμώνα κάποιες μέρες
            βάζεις άσπρο πανωφόρι
            που συχνά το σιδερώνει    
            το ψυχρό το ξεροβόρι.

     Φρουροί σε κάθε σου μπασιά
     σπαθάτα κυπαρίσσια
     και γλυκοκελαϊδίσματα
     τα γέλια απ’ τα κορίτσια.

           Οι άρασοι καλόγεροι
           που ζούνε πάντα μόνοι
           έχουν τη νύχτα συντροφιά
           το μοιρολόϊ του γκιώνη.

     Άμα θ ’αρχίσω κάποτε
     του τρόμου το σεργιάνι
     να έρθει ο χάρος να με βρει
     στης (Πέρα) Βρύσης το πλατάνι

                                   Στάθης Βουρνάς
                                            2005

ΔΑΣΟΧΩΡΙΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ
                             
                           
                                         Α


Αβορός– Αυλή, ελεύθερος χώρος κοντά στο σπίτι.
Αβράκωτος– Ξεβράκωτος.
Αγανο– Αγκαθωτό μέρος του σταχιού.
Αγαρμπος– Τραχύς, άτσαλος.
Αγγειά– Κουζινικά σκεύη.
Αγκυλώνομαι– Τρυπιέμαι από αγκάθι.
Αγιαντριάς–  Δεκέμβριος.
Αγκομαχάω– Βαριανασαίνω.
Αγκούσα– Κάψα, αγωνία.
Αγναντεύω– Κοιτάζω από ψηλά περιεργάζομαι το τοπίο.
Αγνάντιο– Ξέφωτο, ανοιχτός ορίζοντας.
Αγουρίδα– Κάτι στυφό, ανώριμο, κυρίως για τα φρούτα.
Αγροικάω– Ακούω, αισθάνομαι κάτι πολύ αμυδρά.
Αδελφογάμης– Αιμομίκτης αδελφός.
Αδύναστο – Το φτωχό κορίτσι που ήταν δύσκολη η
                  αποκατάστασή του.
Αερικό–  Αόρατο πνεύμα, φάντασμα.
Αητός– Αετός, ο έξυπνος άνθρωπος.
Αϊντε και ντε– Επαινετική έκφραση κυρίως για τον
                      καλλωπισμό.
Ακάτι–  Κουράγιο,(κουράστηκα δεν έχω άλλο ακάτι).
Ακλαυτος–  Αμοιρολόγητος.
Ακληρος– Αυτός που δεν έχει παιδιά.
Ακομπέτι–  Με το έτσι θέλω, με το ζόρι.
Ακουμπιστήρι– Υπερυψωμένο πεζούλι που ακουμπούσαν
                         δέματα, λαήνια  κ.λ.π.
Ακούτραφας– Το πίσω μέρος του κεφαλιού.
Αλαλιάζω– Χτυπάω, ταλαιπωρώ κάποιον βάναυσα.
Αλάργα– Μακριά, σε μεγάλη απόσταση.
Αλατζάς Φθηνό βαμβακερό ύφασμα.
Αλαφιάζομαι– Αιφνιδιάζομαι, ξαφνιάζομαι.
Αλειτούργηγος– Ανάποδος, ασυνενόητος άνθρωπος.
Αλέτρι– Το άροτρο.
Αλικοντάω– Εμποδίζω, παρακωλύω.
Αλισιβερίσι– Συναλλαγή.
Αλμπάνης–  Πεταλωτής, αλλά και αυτός που δεν κάνει
                  καλά την δουλειά του.
Αλογοκάρφι– Το καρφί για το πετάλωμα.
Αλογοπούλακο–Το πίσω μέρος του ποδιού του αλόγου
                          λίγο πιο πάνω από το νύχι.(θα πνιγεί το
                          αλογο πούλακο στο αίμα αν δε
                          μετανοήσετε έλεγε
                          ο αγύρτης ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ).
Αλογοπούλι–  Το μικρό αλογάκι, το πουλάρι.
Αλογοσούρτης– Το καπίστρι, το σχοινί που τραβάμε το
                         άλογο.
Αλοιμα–  Το παστό (σίγληνο)
Αλουποπορδή–  Μύκητας που μυρίζει άσχημα όταν τον
                        πατάμε.
Αλύχτημα–  Γαύγισμα σκυλιού, υλακή.
Αλωνάρης–  Ο Ιούλιος μήνας.
Αλώνισμα–  Ο αποχωρισμός του καρπού των δημητριακών
                  από τα στάχια.
Αμ δα–  Αμέ.
Αμάδα– Μικρή πλακοειδής πέτρα που παίζουν τα παιδιά.
Αμπακος–  Αχόρταγος.
Αμπάριζα–  Ομαδικό παιδικό παιχνίδι.
Αμπάρι–  Χώρος αποθήκευσης.
Αμποδάω–  Εμποδίζω (κυρίως για βοσκοτόπια).
Αμπράζικο – Κακόγουστο, χονδροειδές.
Αναγελάω–  Σατιρίζω, κοροϊδεύω.
Αναγομή–  Καθαρισμός, αποψίλωση αγρού.
Αναδεξιμιά–  Η βαφτιστήρα.
Αναδεύω Ανακατεύω ελαφρά.
Ανάζω Φοβερίζω κάποιον κραδαίνοντας ένα ξύλο.
Ανακακαψίλα–  Στομαχική διαταραχή, ρέψιμο.
Ανακλαρίζομαι–  Τεντώνομαι.
Ανακούρκουδα–  Οκλαδόν, καθιστός με τον κώλο στο
                         έδαφος.
Ανάλατος–  Χωρίς αλάτι, αδύναμος ωμός.
Αναπιάνω–  Ανακατεύω αλεύρι με μαγιά.
Ανάρια – Αραιά.
Αναχαράζω–  Αναμασάω.
Αναχρική Είδη κουζίνας γενικώς(προικιά).
Ανεβάσταγος–  Ο ανυπόμονος.
Ανέμη–  Ξύλινη συσκευή που ξετύλιγαν τα νήματα.
Ανεμογκάστρι–  Ψευδοεγκυμοσύνη.
Ανεμοχάφτω–  Τρώγω βιαστικά καταπίνοντας και αέρα.
Ανήλιαγη–  Τρίχα από την περιοχή της ήβης.
Ανήλιαγο Το αιδοίο.
Αντάμα–  Μαζί.
Αντάρα–  Καταιγίδα, χαλασμός.
Ανταρεύομαι Φωνάζω δυνατά, κάνω τον ζόρικο.
Ανταφλος–  Αδέξιος, απρόσεκτος.
Αντεροκόβομαι–  Νιώθω πόνο στην κοιλιά.
Αντίδιο–   Βλαπτικό.
Αντί Ξύλινος κύλινδρος για το πανί του αργαλειού.
Αντίσφακο–  Φασκόμηλο.
Αντιφάρμακο–  Οστό σε σχήμα βότσαλου που υπήρχε στο
                       μάγουλο μερικών αλόγων. Το αφαιρούσαν,
                       το έξιναν και τα ρινίσματα τα έδιναν να τα
                       πιούν μαζί με νερό σε όσους αδιαθετούσαν
                       ξαφνικά.
Αντράκλα–  Η γλιστρίδα (χορταρικό που γίνεται σαλάτα).
Αντριεύομαι–  Κάνω τον παληκαρά.
Αουπέρα–  Απέναντι, από πέρα.
Απαγγιάζω–  Στέκομαι σε μέρος που κόβει ο άνεμος.
Απιθώνω Τοποθετώ, ακουμπάω κάτι κάπου.
Απίστομα Ανάποδα, με την πλάτη στο δάπεδο.
Απόβολα–  Παντελώς.
Απογδύμια– Βρώμικα ρούχα φορεμένα.
Απόδαυλο– Απομεινάρι καμένου ξύλου .
Αποκαΐδι– Ότι απέμεινε από μια πυρκαγιά.
Αποκάνω Κουράζομαι.
Αποκλαδούρα Ξεραμένο, ρημαγμένο αμπέλι ή σταφίδα.
Αποκόβω Σταματάω το θηλασμό.
Αποκωρρωμένο– Το φίδι, κάποια κακιά αρρώστια.
Απολειφάδι– Υπόλειμμα σαπουνιού (πλάκας σαπουνιού)
Απομεινάρι Το τελευταίο μέρος ενός συνόλου.
Απόπλυμα–Κάτι που μένει μετά την χρήση, κυρίως για
                  υγρά.
Απορρίχνω– Αποβάλω πρόωρα το έμβρυο.
Αποσπερού Απόψε, σήμερα το βράδυ.
Αποσπόρι–  Το στερνοπούλι.
Αποσταίνω–  Κουράζομαι αποκάνω.
Απόσυκα – Τα υποπροϊόντα της διαλογής των σύκων.
Αποφαγούδια–  Αποφάγια.
Αποχαυρισμένος–Αυτός που τα έχει χαμένα και δεν μπορεί   
                             ν’ αντιδράσει.
Αράδα Σειρά.
Αραδίζω Περνάω, διέρχομαι.
Αράδι–  Πέρασμα, μονοπάτι, (αραδίζω περνάω συχνά).
Αραούζα–  Εύσωμη και αργοκίνητη γυναίκα.
Αραποσάβανη- Δυστυχισμένη γυναίκα.
Αρατος–  Άφαντος (έγινε άρατος, χάθηκε).
Αραχλος–  Συφοριασμένος.
Αρβαλάω–  Κάνω σιγανό θόρυβο, ανακατεύω.
Αρίδα–  Πόδι ανθρώπου (τέντωσε την αρίδα του).
Αρίδι–  Τρυπάνι χειροκίνητο.
Αρκαδιά Μεσαιονική ονομασία της Κυπαρισσίας.
Αρκαδιάς–  Δυτικός άνεμος.
Αρκουμάνης–  Άγαρμπος, αγενής, χοντροκομμένος.
Αρμαθερό– Ποικιλία σύκων που ξεραίνουν για το χειμώνα.
Αρμαθιά – Ντάνα, σωρός ομοειδών πραγμάτων.
Αρμακάς– Σωρός από πέτρες μικρού μεγέθους.
Αρμάρι– Ντουλάπι-ερμάριο.
Αρμη– Η άλμη.
Αρναούτης– Άκομψος χωρίς τάξη και σειρά.
Αρνάρι Ράσπα, Λίμα για λείανση ξύλου.
Αρνόκουρο Μαλλί αρνιού.
Αρούκατος– Άτσαλος, χωρίς λεπτότητα.
Αρουλιέμαι– Οδύρομαι, φωνάζω. 
Αρταίνουμαι– Σταματάω τη νηστεία.
Αρτσέντος Αλμυρός (κυρίως λέγεται για την άλμη).
Αρτσίδι– Μουσκεμένος, βρεγμένος.
Ασβοκοίλης– Ο κοιλαράς.
Ασίκης Λεβέντης.
Ασκοφύσης– Ασθματικός.
Ασπρόγειο– Χωράφι, χώρος γενικά που οι πέτρες και τα
                   χαλίκια είναι άσπρα.
Ασταύρογος– Άθεος, ασυνεννόητος.
Αστέριογος– Ανεπρόκοπος, αυτός που δεν στεριώνει
                     πουθενά.
Αστράχα– Το κενό μεταξύ της στέγης και του τοίχου του
                σπιτιού.
Ατάϊγος Ο νηστικός.
Αταρος– Αδύναμος (άταρο αυγό, αυτό με χωρίς τσόφλι).
Ατός μου– Μόνος μου.
Ατσαλος– Άγαρμπος, χοντροκομμένος, αγενής.
Αυγατάω Προσθέτω πολλαπλασιάζω το βιός μου κ.λ.π.
Αυλακώνω– Οργώνω το χωράφι.
Αυλός Η τάπα (το βούλωμα) της στέρνας ποτίσματος.
Αφουσιά Τα υπολείμματα της τροφής του  μεταξο-
                σκώληκα ( κουκουλιού).
Άφρι Ο αφρός.
Αχαμνά–  Ανδρικά γεννητικά όργανα.
Αχαμνός–  Αδύναμος, ασθενικός.
Αχεριόνα Ο αχυρώνας.
Αχνάρι–  Ίχνος, πατημασιά.
Αχούρα – Επιθυμία κυρίως σεξουαλική.
Αχούρι  Στάβλος, σπίτι ή χώρος βρώμικος.
Αχρόνιαγος–   Κατάρα για κάποιον να μη προλάβει να
                    βγάλει το χρόνο.


                                    Β


Βαγένι–  Βαρέλι κρασιού.
Βακέτα–  Γελαδοπέτσι.
Βαλαντώνω–  Στενοχωριέμαι πολύ, μαραζώνω.
Βάρα–  Τσιμπούρι, κρότων.
Βαρβατσέλι–  Μικρό τραγάκι και το ζωηρό παιδί.
Βαρελίσιος–  Κατευθείαν από το βαρέλι.
Βαρελίτσα–  Μικρό ξύλινο βαρελάκι για μεταφορά νερού.
Βαρικός–  Χώρος με λιμνάζοντα νερά, βούρλα και
               κουνούπια.
Βασανιάρης– Αυτός που υποφέρει από χρόνιο νόσημα (π.χ
                     καρδιακός ).
Βασκαντούρης–  Αμάτιαστος, (αυτός που δεν ματιάζεται).
Βασταγούρι–  Γαϊδούρι.
Βαστάκι–  Μικρό γαντζάκι.
Βάτεμα–  Συνουσία πτηνών γενικώς.
Βατουλιόνα–  Συστάδα βάτων (κυρίως σε φράχτες αγρών).
Βατσίνα–  Το εμβόλιο δαμαλίτιδας (βλαστός βάτου).
Βάψα–  Κακός, μοχθηρός άνθρωπος.
Βεδούρα–  Δοχείο ξύλινο για τη μεταφορά γάλακτος.
Βεζύρης–  Παιδικό παιχνίδι.
Βελάνι–  Βάλανος, βελανίδι.
Βελέντζα– Είδος κουβέρτας που το στημόνι της είναι από
                 νήμα σπάρτου.
Βέργα–  Βίτσα, λούρα.
Βεργάδι Χρονιάρικο αρσενικό κατσίκι.
Βεργατσούλα–  Παράπηγμα πάνω σε πασσάλους πού
                       έφτιαχναν στους αγρούς.
Βεργινάδα–  Νέα κοπέλα με περπατησιά γαζέλας.
Βεργολυγερή– Καλλίγραμμη λυγερή σαν βεργούλα.
Βερέμης– Κιτρινιάρης, αδύνατος, μνησίκακος.
Βερεσιγιέ–  Αγορά με πίστωση.
Βετούλα–  Χρονιάρικο θηλυκό κατσίκι.
Βήκα Στάμνα, λαΐνα.
Βίγλα–  Σημείο τόπος με μεγάλο ορίζοντα.
Βιδέλος–  Χαλασμένο κρασί, ξυδιάς.
Βιλάρι–  Ρολό υφάσματος αργαλειού (τυλιγμένο πάνω στο
            αντί).
Βίσαλο–  Πέτρα που πιάνεται (χωράει μέσα στη χούφτα).
Βισγάντι Έμπλαστρο.
Βίτσα–  Βέργα, λούρα.
Βλάγγο Ξανθοκόκκινο χρώμα, κυρίως για τα άλογα.
Βογγάω–  Υποφέρω και βγάζω κραυγές αγωνίας.
Βολά–  Φορά.
Βολύμι–  Το μολύβι.
Βολοδέρνω – Ταλαιπωρούμαι, υποφέρω.
Βοτανίζω–  Ξεριζώνω τα παρασιτικά φυτά από σπαρμένο
                χωράφι.
Βοτάνι–  Φαρμακευτικό-θεραπευτικό φυτό.
Βουζντίνα–  Γρηγοράδα, τρεχάλα.
Βουκέντρα–Μακρύ ξύλο με σιδερένια αιχμή που τρύπαγαν
                   τα αροτρίωνα ζώα για να πηγαίνουν πιο
                   γρήγορα.
Βούλωμα–  Τάπα.
Βούτα–  Βαρέλι ξύλινο κυρίως για αποθήκευση τυριού.
Βουτούλι–  Ο βόμβυκας του κουκουλιού.
Βουτσέλα–  Βαρελάκι μικρό ξύλινο, φορητό, για νερό.
Βραγιά–  Κομμάτι σπαρμένου ή φυτεμένου χωραφιού.
Βρακί–  Παντελόνι, σώβρακο, κιλότα.
Βρακοζόνι–  Ζωστήρα, σχοινί συγκράτησης του βρακιού.
Βρακόνομαι–  Φοράω το βρακί μου, το παντελόνι μου.
Βρασιά–  Μια μαγειριά.
Βραχιάζομαι–  Γκρεμίζομαι, πέφτω στο βράχο.
Βραχιάζω– Ρίχνω κάποιον στον γκρεμό, στο βάραθρο.
Βραχνοκόκκορας– Ο παράφωνος.
Βρεχτούρα– Λινάτσα βρεγμένη που χρησιμοποιούσαν στα
                   γύφτικα για να μη καίγονται όταν έπιαναν τα
                   πυρωμένα σίδερα.
Βροντάρι– Το κύριο στήριγμα της ξύλινης στέγης του
                 σπιτιού.
Βροντάω Κάνω θόρυβο, χτυπάω για να μου ανοίξουν.
Βροντοκάλος–Παιδικό παιχνίδι ξύλινο που κάνει κρότο.
Βροχαλιά– Θηλιά, βρόγχος.
Βυζαίνω– Θηλάζω.
Βυζανιάρικο– Μικρό παιδί που ακόμη θηλάζει.


                                 Γ


Γαγουλάω – Φέρομαι σαν μωρό, λέω κουταμάρες.
Γαϊδουρολάτης– Ο αγωγιάτης, ο συνοδός του ζώου.
Γαϊδουροπέτσι – Πετσί από δέρμα γαϊδουριού.
Γαϊδουροπούλι– Το νεαρό γαϊδουράκι, το πουλάρι.
Γάλισσα– Το θηλυκό γαλί, ο διάνος.
Γάλος– Το αρσενικό γαλί ο διάνος.
Γανίλα– Ιζημα, στα χάλκινα κυρίως οικιακά σκεύη.
Γανώνω – Καλύπτω με καλάϊ τα χάλκινα δοχεία.
Γατιλάω– Γαργαλάω.
Γελάδι– Το βόδι, αλλά και απαξιωτικός χαρακτηρισμός
            ανθρώπου τιποτένιου (έτσι είχε αποκαλέσει ο μπάρ-
            μπας μου ο Παναγιώτης, έν ενεργεία υφυπουργό
            εμπορίου, ενώπιόν του, πριν από πολλά χρόνια).
Γελαδοκόμματος– Χοντρός σε κορμί και τρόπους,
                             ασουλούπωτος άνθρωπος.
Γελαδοκοπριά – Τα κόπρανα των αγελάδων.
Γελαδοπέτσι – Πετσί από δέρμα αγελάδας.
Γενιάζομαι – Γεννάω για πρώτη φορά.
Γέννημα – Όλα τα δημητριακά (γεννήματα).
Γεννητάτος – Από γεννησιμιού του .
Γεννοβολάω – Κάνω πολλές γέννες.
Γεντέκι – Ξυλοφόρτωμα απειλή για κάποιον.
Γεράνιο – Μαύρο χρώμα.
Γεροκομάω – Φροντίζω, βοηθάω ηλικιωμένους.
Γητειά – Θεραπεία με μαγγανείες.
Γιάτρα – Κοίτα.
Γιδοβύζι– Το πουλί αιγοθήλης (ο θρύλος λέει πως  
               βυζαίνει τις γίδες, λάθος βέβαια).
Γιδοφούσκι – Κοπριά από τα κόπρανα των γιδιών.
Γινάτι – Πείσμα, εκδίκηση.
Γιόμα – Μεσημέρι.
Γιοργάδα– Ειδικός καλπασμός αλόγου εκπαιδευμένου.
Γιορτάνι– Το καλό φουστάνι.
Γιούκος – Ντάνα κλινοσκεπασμάτων.
Γιουρντί– Ολόμαλλο υφαντό γυναικείο παλτό, χωρίς
               μανίκια.
Γκάβαλο – Κόπρανα αλόγων και γενικά υποζυγίων.
Γκαμάσα – Άγαρμπη, άχαρη γυναίκα.
Γκανιάζω– Διψάω πολύ, αλλά και κλαίω ασταμάτητα.
Γκάρισμα– Φωνή γαϊδάρου.
Γκεζεράω –  Γυρίζω, αλητεύω άσκοπα.
Γκέρι – Θρεμμένο γουρουνάκι.
Γκεσέμι Το τραγί που οδηγεί το κοπάδι, του φοράγανε
              και το πιο δυνατό κουδούνι.
Γκέστησα –  Κουράστηκα, απογοητεύτηκα.
Γκιούλι – Κουβάρι σπάγκου.                           
Γκιούλμπασι – Μπούτι κρέας ψητό γεμισμένο με σκόρδο.
Γκλαφουνάω – Γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι.
Γκοβέτσω – Γυναίκα χοντροκομμένη στο σώμα και το
                  χαρακτήρα.
Γκοβίνα – Μεγάλη κουράδα.
Γκοζιά – Σωρός από σκατά.
Γκονάς – Ο εγγονός.
Γκοργκόσα – Μεγάλη ψείρα  (μεγάλο καρύδι).
Γκορτζογελαδάκι– Το μικρόσωμο βοϊδάκι.
Γκορτσέλα – Περιοχή με πολλές γκορτσιές.
Γκόρτσο – Καρπός αγριαχλαδιάς, γκορτσιάς.
Γκουμούλα – Μεγάλη κουράδα ανθρώπου.
Γκουφάκι – Κομμάτι ξύλου για τη φωτιά .
Γκουφή – Η κλείδωση του μηρού, το εμπρός μέρος.
Γκρεμίλα – Βράχος, απότομο μέρος, βάραθρο.
Γκριτζιάλα – Ξύλινο οδοντωτό εργαλείο για εκκοκκισμό.
Γλαρώνω – Αρχίζω να νυστάζω.
Γλεντοκοπάω –Διασκεδάζω και αδιαφορώ για τα πάντα.
Γλίνα – Γκρίζα λάσπη που βγαίνει  σε υγρά μέρη.
Γλουτσούγλισμα – Ο θόρυβος του κυματισμού των υγρών
                             μέσα στα δοχεία.
Γλυκερήθρα – Ποικιλία σταφυλιού.
Γλυφοσαγάνης – Τσανακογλύφτης, γλύφτης γενικώς.
Γλυφούτσος – Αυτός που γλύφει τις κατσαρόλες και τα
                      πιάτα από λαιμαργία.
Γλωσσοκοπάνα – Γλωσσού, κουτσομπόλα.
Γνέθω – Μετατρέπω το μαλλί  ή το βαμβάκι σε νήμα.
Γνέμα – Νήμα (κυρίως σε κουβάρια) για πλέξιμο.
Γογγύλι– Θρεμένος, καλοπερασάκιας.
Γολόζα – Γυναίκα αχόρταγη φαγού.
Γομάρι – Γαϊδούρι, βρισιά μεταξύ των ανθρώπων.
Γορδόνι– Το κορδόνι.
Γούβα – Λάκκος.
Γούβης – Μεγάλο νυκτόβιο πουλί που κυνηγάει και τρώει
             τα γατιά.
Γουβί – Λάκκος για το φύτεμα δέντρων.
Γούβρισμα – Ο ερωτικός οίστρος γατιών και γουρουνιών.
Γούζι – Ξύλινος σύνδεσμος μεταξύ ζυγού και αλετριού.
Γούπατο – Λάκκος, χαμηλό μέρος.
Γουρλώνω – Ανοίγω φοβισμένος, έκπληκτος τα μάτια μου.
Γούρνα – Στέρνα.
Γουρνοπέτσι – Το δέρμα από τομάρι γουρουνιού.
Γουρουνίτσα – Παιχνίδι όπως το χόκεϋ επί χόρτου, που
                       παιζόταν με ξύλινα μπαστούνια.
Γουστέρνα – Σαύρα.
Γούτος– Το αρσενικό περιστέρι.
Γράβαλος – Η τσουγκράνα (απροσδιόριστος σιγανός
                  θόρυβος).
Γραδάρισμα – Μέθοδος που μετρούσαν τους βαθμούς του
                      κρασιού ρίχνοντας ένα αυγό μέσα στο καζάνι
                      με το μούστο και ανάλογα  με το βύθισμα του
                      αυγού τους υπολόγιζαν.
Γράνα – Αυλάκι βρόχινου νερού.
Γραποκολιέμαι – Έρχομαι στα χέρια με κάποιον.
Γραπώνω –Αρπάζω, πιάνω στο χέρι μου κάτι.
Γρέκι – Καλύβα βοσκών κοντά στο στάβλο του κοπαδιού.
Γριγκυλίδι – Μικρό κουδουνάκι (κυρίως για σκύλους).
Γριμπίλι – Θρεμμένος, παχύς.
Γροθάρι – Φυτεία ελιάς  για  μεταφύτευση.
Γρουμπούλι – Σβώλος, καρούμπαλο.
Γυρίστρα – Ξύλινο εργαλείο όπου έφτιαχναν τις
                  μαγκούρες.
Γύφτος – Σιδεράς, αθίγγανος, απολίτιστος άνθρωπος.
Γυφτοφάσουλα– Τα μαυρομάτικα φασόλια.


                                          Δ


Δαμάλι – Ενός έτους μοσχάρι, θηλυκό- δαμάλα.
Δανεικαριά – Αλληλοβοήθεια κυρίως στις αγροτικές
                    εργασίες.
Δασύς – Ο πολύ πυκνός.
Δαυλί – Ξύλο λιανό,  που έχει μισοκαεί, αλλά και ο
           μεθυσμένος (έγινε δαυλί, μέθυσε).
Δεκριάνι – Το δίκρανο, το δικράνι.
Δεμάτι – Δέσμη χερόβολων (βλέπε λέξη χειρόβολο).
Δέση – Μικρό φράγμα.
Δημοσιά – Ίσωμα, αμαξιτός δρόμος.
Διάκα – Επήγα.
Διακονιάρης – Ζητιάνος.
Διασέλι – Τρόχισμα και διευθέτηση των δοντιών του
              πριονιού.
Διάσελο –Ξέφωτο.
Διάτανος – Διάβολος.
Διβολίζω – Οργώνω για δεύτερη φορά το χωράφι.
Δίβουλος – Διστακτικός αναποφάσιστος.
Διπλάρα – Αυτή που γεννά δύο παιδιά (κυρίως λέγεται για
                τα ζώα).
Διπλό –  Ξύλινο εργαλείο με το οποίο χτυπούσαν τα χερό-
            βολα για να αποχωριστεί ο καρπός απ’ τα στάχια.
Διπότι– Ειδικός καλπασμός αλόγου μετά από εκπαίδευση.
Δισάκι –Μεγάλο σακούλι, ταγάρι.
Διχάλα – Εργαλείο του οποίου οι δυο βραχίονες έχουν
             σχήμα  V.
Δοβλέτι – Περιοχή όπου κάποιος είχε απόλυτη εξουσία.
Δόγα – Τα πλευρικά τοιχώματα των ξύλινων βαρελιών.
Δραγκώνω –Μουδιάζω σε κάποιο σημείο του σώματος.
Δραγουμάνος – Αγροφύλακας.
Δραξούλι– Ξεβλαστωμένη πόα.
Δρασκελιά – Απόσταση ίση με ένα βήμα.
Δριβάλα – Μεγάλη πλάκα πάνω στην οποία έτριβαν το
               αλάτι.
Δριμόνι – Κόσκινο που χρησιμοποιείται για τα
              δημητριακά.
Δρολάπι – Χιονόνερο.
Δροτσίλα – Ερεθισμός του δέρματος κυρίως από ιδρώτα.
Δρούγα – Ξύλινη βέργα γύρω από την οποία τυλίγεται η
              κλωστή κατά το γνέσιμο.
Δυναμάρι– Ξύλινο καδρόνι στήριξης σκεπής σπιτιού.


                                         Ε


Εβελο – Πολύ βαρύ αντικείμενο.
Εγκομος – Εύσωμος, γιγάντιος.
Εγκωσα –Λιγώθηκα, χόρτασα.
Εδεκεί– Σε κείνο το μέρος.
Ειδεμή – Αλλιώς, διαφορετικά.
Είναιτος – Υπάρχει ζει.
Εκα – Στάσου, περίμενε (έκα –δευτού περίμενε).
Εμπατή – Είσοδος (πόρτα εισόδου του σπιτιού).
Ερμιά – Μοναξιά, απογοήτευση.
Ερμος – Μόνος, χωρίς κανέναν άλλο.
Εύλογο – Σωστό, ορθό.
Εδεκεί πανά- Εκεί κοντά, σε ένα ορισμένο σημείο.
Ενί –Το υνί.
Εντος – Νάτος, φάνηκε.
Εργατιά – Συλλογική εργασία των χωρικών στον τρύγο,
               τον θερισμό κ.λ.π.



                                        Ζ


Ζαβολιάρης – Κλέφτης απατεώνας στα παιχνίδια.
Ζαγάρι – Πιστό σκυλί (επί ανθρώπων, εκείνος που
              υπακούει τυφλά σε κάποιον).
Ζαλιά – Φορτίο που κουβαλούσαν οι γυναίκες στην πλάτη.
Ζαλώστρα – Πεζούλι που βοηθάει στο ζάλωμα των
                   γυναικών.
Ζαμπλαρώνω – Χτυπάω κάποιον πολύ δυνατά.
Ζαμπουνεμένος – Αδιάθετος, πιασμένος, άκεφος.
Ζάπι – Κατόρθωμα, επίτευγμα (επιτέλους το έκανα ζάπι).
Ζαπλιάζω – Πατάω ή πιέζω κάτι και το λιώνω.
Ζάρα – Μεγάλο πήλινο κιούπι (ρυτίδα προσώπου).
Ζαυλακωμένος – Ζαλισμένος, χαμένος,
                          αποπροσανατολισμένος.
Ζβερδίγκλα – Το πέος του τράγου.
Ζγάρτσα – Βρωμιά διαρκείας (κυρίως του σώματος).
Ζγκαρλεύω– Σκαλίζω (το λένε κυρίως για το σκάλισμα
                    που κάνει η κότα με τα πόδια της στο χώμα).
Ζγουρνί – Χοιροστάσιο, χώρος βρώμικος.
Ζγούφτω – Σκύβω, κυρτώνω.
Ζγράπα – Μικρή τρύπα χαραμάδα, κρύπτη.
Ζεματάω – Καίω (κυρίως αναφέρεται για τα υγρά όταν
                 βράζουν).
Ζεμπερέκι – Μηχανισμός (μοχλός) χειροκίνητος για το
                   άνοιγμα της πόρτας.
Ζερβά – Αριστερά.
Ζερβοκουτάλας – Ο αριστερόχειρας.
Ζευγολάτης– Ζευγάς, αυτός που κατευθύνει τα ζώα κατά
                    το όργωμα.
Ζευζέκι – Πειραχτήρι.
Ζεύλα Ξύλινο εξάρτημα για το ζέψιμο των ζώων.
Ζητάει – Λέγεται για τις φοράδες και τις γαϊδούρες όταν
             βρίσκονται σε ερωτικό οίστρο.
Ζιάγκλα Μάγκλα – Ακαθόριστη κίνηση ( Ζίκ  ζάκ).
Ζιαμουράω – Πιέζω, βασανίζω απαλά.
Ζιαπάτα– Ξεγοφιασμένη γυναίκα που περπατά δύσκολα.
Ζιόγκι –Καρούμπαλο, εξόγκωμα.
Ζιομπόλι– Γρουμπούλι, σφαιρικό εξόγκωμα του δέρματος.
Ζιούκου-ζιούκου – Ύποπτη και αργή προσέγγιση.
Ζούδι – Λαγός, μικρό θήραμα.
Ζουζούνι – Μικρό  έντομο , άνθρωπος αεικίνητος,
                ενεργητικός.
Ζουλάπι –Άγριο ζώο γενικά (πονηρός άνθρωπος).
Ζουλάω – Πιέζω ελαφρά (κλέβω με πονηριά).
Ζουπάω – Πατάω, συνθλίβω.
Ζούρλια – Τρέλα, παλαβομάρα.
Ζυγιά – Ορχήστρα – λαϊκών οργάνων που έπαιζε στα
           πανηγύρια.
Ζυγούρι – Δίχρονο αρσενικό πρόβατο.
Ζυμαρόκωλη – Ωμή, άχαρη, αργοκίνητη γυναίκα.
Ζυμογαλιά – Οκνηρή, ανίκανη γυναίκα.
Ζωνάρι της καλόγριας – Το ουράνιο τόξο.
Ζωντίμι – Άγριο μικρό ζώο κυρίως ερπετό.

                         
                                         Η


Ημεράδι – Είδος βελανιδιάς, που με τους καρπούς της
               τρέφουνε τους χοίρους.
Ημερομήνια–Ορισμένα καιρικά φαινόμενα συγκεκριμένων
                     ημερομηνιών από τα οποία οι παλαιότεροι
                     προέβλεπαν εμπειρικά τον καιρό του έτους.



                                        Θ


Θάμα – θαύμα.
Θανατικό – Θάνατος (τους βρήκε θανατικό).
Θαρεύτικα– Εμπιστεύτηκα ότι κάποιος θα τα καταφέρει σε
                   κάτι που του ανέθεσα, και διαψεύστηκα.  
Θέλημα – Εξυπηρέτηση, διευκόλυνση.
Θεληματάρης – Αυτός που κάνει θελήματα,
                         εξυπηρετήσεις.
Θεριακομένος – Πολύ εύσωμος, πελώριος.
Θεριό – Θηρίο, τέρας, δυνατός άνθρωπος.
Θεριστής – Ο Ιούνιος μήνας και ο άνθρωπος που θερίζει.
Θέρμη – Πυρετός (ελονοσία).
Θηκάρι – Θήκη μαχαιριού, σπαθιού.
Θηλύκι – Υποδοχή που πιάνει το κουμπί του ρούχου.
Θημωνιά – Σωρός δεμάτων θερισμένων δημητριακών.
Θολούρα – Ζάλη, ανακάτεμα.
Θράκα – Χωνεμένη φωτιά.
Θρασίμι – Δειλός, ύπουλος, άνθρωπος.
Θράσιος – Ο χαμένος – θυσιασμένος άδικα.
Θρευτό – Το γουρούνι που έτρεφε κάθε οικογένεια το
              οποίο έσφαζε τις αποκριές.
Θρεφτάρι – Παχύ σφάγιο (ειρωνικά ο παχύς άνθρωπος).
Θροΐλα – Ανία, μοναξιά (με έφαγε η θροΐλα ).
Θρονιάζομαι – Πηγαίνω επίσκεψη και δεν λέω να φύγω.
Θυμιά – Ευθυμία (όνομα) γυναικείο.


                                           Ι


Ιδιάζω – Τοποθετώ το υφάδι και το στημόνι στις υποδοχές
             του αργαλειού για να αρχίσει η ύφανση.
Ιδιάστρα – Ξύλινο διάτρητο εργαλείο σε σχήμα ρακέτας,
                που χρησιμοποιούσαν για την ετοιμασία των
                νημάτων για τον αργαλειό.
Ιμπρέτι – Πείσμα, επιμονή .
Ισκα – Μύκητας που προσκολλάται πάνω σε κορμούς
           δένδρων (μετά από ειδική επεξεργασία,
           χρησιμοποιείται για το άναμμα του πυριόβολου-
           τσακμακιού).


                                         Κ

.
Καβούκι – Το καύκαλο της χελώνας, του σαλιγκαριού
               κ.λ.π.
Καβουρντιστήρι- Ειδική συσκευή (κύλινδρος με οπή) που
                            καβούρντιζαν τον καφέ.
Καγιανάς – Φαγητό με παστό και αυγά  (που γίνεται στο
                 τηγάνι).
Καγιάρι – Καθαρό, γνήσιο (το λένε κυρίως για το μέλι).
Κάδη – Σωληνωτό ξύλινο εργαλείο μέσα στο οποίο
           έδερναν το γάλα για να πάρουν το βούτυρο.
Καζαντάω – Αποκτώ κερδίζω.
Καθίγκλα –Κάθισμα γενικώς.
Καϊλα – πάθημα γκάφα, χουνέρι.
Κακαβολίθι – Μόνιμη θέση του καζανιού για ζέσταμα
                     νερού για μπουγάδα.
Κακαβώνω – Βάζω να μαγειρέψω.
Κακαϊδούλης – Αδύναμος, μικρόσωμος.
Κακαράντζα –Κόπρανο αιγοπροβάτων.
Κακαρώνω– Πεθαίνω.
Κακίστρω– Κακιά, μοχθηρή γυναίκα.
Κακοντέλης–Ατυχος,  κακομοίρης.
Καλαμιώνας – Φυτεία καλαμιού.
Καλαμοβύζα– Η γίδα που έχει στενόμακρα μαστάρια.
Καλαμποκάνι– Εργαλείο ετοιμασίας των νημάτων του
                       αργαλειού για την ύφανση.
Καλαμωτή – Απλώστρα φτιαγμένη από καλάμια.
Καλιάζω – Ξεκινάω, αρχίζω (κάλιασε το χιόνι, άρχισε να
                το στρώνει).
Καλιγοψύλης – Έξυπνος, (καλιγώνει ψύλλο).
Καλιγώνω – Πεταλώνω.
Καλικώτσια – Καβάλα στο σβέρκο κάποιου.
Καλντερίμι - Λιθόστρωτος δρόμος.
Καλόγερος – Δοθιήνας.
Καλοσκαιρίζω – Δοκιμάζω για πρώτη φορά.
Καμιζόλα – Είδος γυναικείας ζακέτας.
Καμοδέρνω – Βασανίζομαι (να καμοδέρνεις σε όλη σου τη
                     ζωή).
Καμουτσί – Το καμτσίκι, το μαστίγιο.
Καμούφι – Στρίφωμα, ρέλι.
Καμπανέλια – Τα γεννητικά ανδρικά όργανα.
Κάνιστρο – Καλαμένιο καλάθι για τα δώρα της νύφης.
Καντάρι – Στατήρας, εργαλείο ζυγίσματος.
Καντήλα – Φουσκάλα, σπυράκι στο δέρμα.
Καντηλήθρα – Το φυτίλι του καντηλιού.
Καντινάτσος – Ξύλινο στήριγμα στο εσωτερικό φύλλο της
                       πόρτας.
Καπερόνι – Στρώμα φτιαγμένο από μαλλί γιδιών.
Καπηνιάρης – Φουκαράς, δυστυχής.
Καπινιά – Η αιθάλη .
Καπιστριάνα –Τα ηνία των υποζυγίων.
Καπίτσα – Βρώμα λόγω μακροχρόνιας απλυσιάς.
Καπλάτι – Ύφασμα με το οποίο κάλυπταν τα παπλώματα.
Καπόνι – Καλοθρεμμένος κόκκορας.
Καπότα Η κάπα.
Καπρί – Αρσενικό βαρβάτο γουρούνι.
Καπροδόντης – Αυτός που έχει προεξέχοντα και στραβά
                        δόντια.
Καραβάνα – Κοριτσίστικο  παιχνίδι (κουτσό με εμπόδια).
Καραβώνω – Φράζω τη ροή  του νερού στο αυλάκι.
Καραμάνικο – Πρόβατο καλής ράτσας.
Καραμαυλάνης – Αλλαζόνας, προκλητικός, αδιάφορος
                           νεαρός.
Καραμούζα – Πνευστό μουσικό όργανο που έφτιαχναν
                     από καλαμιά.
Καραμουντζαχείλης – Αυτός που έχει χοντρά και
                                   χάσκοντα χείλη.
Καραούλι – Παρατηρητήριο.
Καραπαφίλιας- Ασουλούπωτος, άγαρμπος, ακοινώνητος.
Καρελάω – Κατρακυλάω.
Καρκάτσελος – Ολόγυμνος.
Καρλαύτης – Αυτός που έχει μεγάλα και πεταχτά αυτιά.
Κάρμα – Το ψόφιο ζώο.
Καρμίρης – Τσιγκούνης, γκρινιάρης.
Καρμπούσι – Το αποξηραμένο βλαστάρι της λειχήνας (του
                     σφερδουκλιού).
Καρναβίτσα – Ελιές του δέρματος κυρίως στα χέρια.
Καρούντζος – Λάρυγγας.
Καρσιντέβω – Πετυχαίνω ακριβώς το στόχο.
Καρτεριέμαι– Συγκρατούμαι.
Κασάρι – Κοπτικό αγροτικό εργαλείο για κοπή θάμνων.            
Κασόνι – Ξύλινο έπιπλο μεγάλων διαστάσεων, αποθήκη
              δημητριακών.
Καστραβέτσι – Το αγγούρι.
Καταβολάδα – Τρόπος πολλαπλασιασμού φυτών, κυρίως
                      των κλημάτων.
Καταπίτης – Ο οισοφάγος.
Καταράχι – Λόφος, σημείο με θέα στον γύρω ορίζοντα.
Κατασάρα – Κατακάθι (κυρίως του λαδιού).
Κατεβασιά – Ορμή χειμάρρου .
Κατουραγκάθω –Γυναίκα ναζιάρα, προκλητική,  
                            φιγουραντζού.
Κατουροπάνι – Πανί βουτηγμένο σε φρέσκα ούρα (το
                       έβαζαν πάνω στα κοψίματα).
Κατράκι – Γκάφα, χαζομάρα, ρεζιλίκι.
Κατσαρέλια –Νάζια, σκέρτσα.
Κατσάρια – Φθαρμένα παπούτσια που τα φορούσαν για
                   παντόφλες.
Κατσαφάνας – Άνθρωπος με πυκνό μαλλί αλλά αχτένιστο.
Κατσιαμπούλα – Πεταλούδα.
Κατσιβίτσης – Μεγάλος σκαραβαίος που πετάει.
Κατσιγανιά – Κατεργαριά ύπουλη ενέργεια.
Κατσικάδα – Χρονιάρα γίδα.
Κατσικαδερό  – Κατσικίσιο, γίδινο .
Κατσικογέννα – Κατσίκα που γέννησε προτού χρονίσει.
Κατσικώνω – Εκνευρίζω, ερεθίζω κάποιον.
Κατσίλα – Περίττωμα, σκατό γουρουνιού (γουρνοκατσίλα)
Κατσιούλα – Τσουβάλι που μετατρέπεται σε κάπα.
Κατσιφάρα – Καταχνιά
Κατσόμαλλο – Λίγα κοντά και αραιά μαλλιά.
Κατσόπλο – Μικρό γατί.
Κατσούλι – Το γατί.
Κατώϊ – Το υπόγειο του αγροτικού σπιτιού.
Κατωχεριάζω – Χτυπάω κάποιον προσβλητικά.
Καύκαλο – Η νεκροκεφαλή.
Καυκιά –Ξύλινο βαθύ πιάτο.
Καυλέας – Χαλασμένο κρασί.
Κάϋμα – Κάψιμο.
Καΰπικος – Αυτός που χάνεται άδικα ( πήγε καΰπικος).
Κάφυρο – Ρουθούνι.
Καψάλα – Καμένη περιοχή.
Καψαλήθρα – Σημάδια κόκκινα στα πόδια που γίνονταν
                      από την συνεχή παραμονή των γυναικών
                      κοντά στο τζάκι.
Καψαλιστό– Φέτα ψωμιού που την βάζουν κοντά στην
                   θράκα κι όταν καψαλιστεί της βάζουν λάδι κι  
                   αλάτι και γίνεται ένα νόστιμο κολατσιό.
Καψάλι – Συσκευή από ξύλο που έβαζαν στο στόμα
                αρνιών και κατσικιών για να μη βυζαίνουν.
Καψερός– Ο φουκαράς, ο κακομοίρης.
Καψημάνης- Αυτός που συνεχίζει το παιχνίδι που
                     προσωρινά είχε αποκλεισθεί.
Καψώνω – Εκνευρίζομαι, πεισμώνω.
Κελεπούρι – Ευκαιρία, δώρο απρόσμενο.
Κεντίδι – Σχέδιο πάνω κυρίως σε ύφασμα.
Κεντράδι – Μπόλι, μόσχευμα.
Κεντρώνω – Μπολιάζω.
Κενώνω– Σερβίρω το φαγητό στα πιάτα.
Κερατόσπορος – Παιδί κερατά, διαβολεμένο.
Κερατούκλης – Μικρό ζωηρό παιδί.
Κέτικος– Τέτοιος, τόσος.
Κιβούρι – Τάφος.
Κικίδι – Μικρό καρύδι.
Κιντινάρι – Μάτσο από καλάμια.
Κιόνι – Άγουρο.
Κιοτής – Λιγόψυχος, δειλός.
Κιούπι – Πήλινο πιθάρι που διατηρούσαν το παστό.
Κιώνω – Τελειώνω.
Κλαμπανοβαράω – Τεμπελιάζω, αδιαφορώ.
Κλαμπάτσα – Αρρώστια των αιγοπροβάτων.
Κλαρίζω – Κόβω τα περιττά κλαδιά από τα οπωροφόρα
                δένδρα για να τα καθαρίσω και να ταΐσω τα ζώα.
Κλαψοπούλι–Νυχτόβιο πουλί που λαλάει σαν να κλαίει.
Κλειδοστομιάζω Δεν έχω όρεξη, δεν τρώω.
Κλεφτοφάναρο – Φανάρι για να μεταφέρουν το άγιο φως
                          τη νύχτα της λαμπρής.
Κλικέρα – Σιδερένιος κρίκος, δακτύλιος.
Κλίτσικας – Παιδικό παιχνίδι με ξύλινα  παίγνια.
Κλιτσινάρα – Το πίσω μέρος της κλείδωσης του γόνατος.
Κλούβιος –Άχρηστος, άμυαλος άνθρωπος, αυγό κλούβιο.
Κλωνά Kλωστή.
Κογιόνης – Καταφερτζής εύστροφος.
Κοιμήσης – Χαζός, αργόστροφος .
Κοκαλοραχιά – Η σπονδυλική στήλη.
Κοκάνι – Καλοπέραση (την πέρασα κοκάνι).
Κοκάρι – Μικρό κρεμμυδάκι για φύτεμα, σπόρος.
Κοκεύω – Εντοπίζω κάτι που έψαχνα.
Κοκκινιά – Αρρώστια των δημητριακών.
Κοκόβι – Ο όρχις.
Κοκολόγια – Απομεινάρια που έμεναν μετά το μάζεμα της
                    ελιάς.
Κοκοράκι – Το κυκλάμινο.
Κοκορολαίμης – Αυτός που έχει μακρύ λαιμό.
Κοκόσια – Τα καρύδια, (τον φίλεψε κοκόσιες η γιαγιά
                του).
Κολαϊνά – Δύσκολα ( δε θα τα καταφέρω).
Κολάνι – Δερμάτινη ζώνη για τη συγκράτηση του
              σαμαριού.
Κολάστρα – Είδος κρέμας που παρασκευάζεται από το
                   γάλα των πρώτων ωρών μετά τη γέννα των
                   αιγοπροβάτων.
Κολιάνισσα – Συχνή αφόδευση, κόψιμο.
Κολιτσάκι – Χειρολαβή για να στηρίζεται ο καβαλάρης.
Κολιτσαριαστός– Ο αγκαλιαστός χορός π.χ. το τανγκό.
Κολιτσίδα – Άνθρωπος φορτικός, αγκάθι των αγρών.
Κολιτσόγιο –Σκληρό και άγονο έδαφος.
Κολόκουρο –Μαλλί που προέρχεται από την περιοχή γύρω
                     από τα γεννητικά όργανα των προβάτων.
Κολορίζια – Εκβλαστήσεις γύρω από τη ρίζα δένδρου.
Κολοσουφρίδα- Ο πρωκτός.
Κολώνω – Οπισθοχωρώ, φοβάμαι.
Κόμπι– Η κλείδωση (με πονάν τα κόμπια μου).
Κόνιδα – Τα αυγό της ψείρας.
Κοντεμίρι – Μικρό λιανόξυλο.
Κοντοβάτσανος – Μικρόσωμος και παχουλός.
Κοντόγιομα – Το χρονικό διάστημα πριν από το μεσημέρι.
Κοντόγιομο – Μισογεμάτο.
Κοντοζυγώνω – Πλησιάζω, προσεγγίζω .
Κοντοπίθαρος–Ο κοντός άνθρωπος (με κοντά  πόδια).                       
Κοντοποδαρούσα – Το αχλάδι κοντούλα.
Κοντοραχούλα – Χαμηλός και ομαλός λοφίσκος.
Κοντόσσα – Κουτσομπόλα, γλωσσού.
Κοντύλι – Είδος μολυβιού που γράφανε παλιά στην πλάκα.                              
Κόπανος – Ξύλινο εργαλείο που κοπάναγαν τα ρούχα,
                αλλά και ο χαζός άνθρωπος.
Κοπετίνα – Χιλιομπαλωμένο ρούχο.
Κοπρίζω- Ρίχνω ζωϊκή κοπριά στα χτήματα.
Κοπρισιόνα – Χώρος αφόδευσης, χεσίματος.
Κόρακας – Ασθένεια των πουλερικών.
Κοράτσα – Βρώμα πάνω στο δέρμα.
Κόρδιασμα –Σταδιακός σταβλισμός του κοπαδιού σε
                    διάφορα σημεία των χωραφιών με σκοπό την
                    λίπανση όλης της επιφανείας τους.
Κορδωμένος– Ο ευθυτενής, το πέος σε στύση.
Κορδοπάτης – Αυτός που περπατάει στητός κορδωμένος.
Κόριζα – Ασθένεια των πουλερικών.
Κορκολίκι – Κάτι πολύ πικρό στη γεύση –δηλητήριο.
Κορκοσέλι – Το χαλάζι.
Κορκοφίνι – Κρέμα πού γίνεται από το γάλα του
                   πρώτου αρμέγματος.
Κορύτα – Η γούρνα της πέτρινης βρύσης.
Κορύτος–Ξύλινη ταΐστρα γουρουνιού, βρώμικος άνθρωπος
Κορφιάζω – Ανεβαίνω στην επιφάνεια.
Κορφιάς – Το κεντρικό δοκάρι που στηρίζεται η στέγη.
Κορφολογάω – Κόβω τις κορυφές στα κλήματα, για να
                       δέσουν καρπούς.
Κόσσα – Σιδερένιο εργαλείο που έκοβαν  ξύλα.
Κοτάω – Τολμάω.
Κοτρώνι – Μεσαίου μεγέθους πέτρα.
Κότσαλο – Το απομμεινάρι του σταχιού μετά το αλώνισμα.
Κοτσαύτης – Αυτός που έχει κομμένα αυτιά.
Κοτσιόβολο – Μικρό πετραδάκι και γενικώς κάθε μικρό σε
                     μέγεθος πράγμα.
Κοτσίρια – Τα ρεβίθια.
Κοτσομάνα – Μικρομάνα, γυναίκα άξια, δραστήρια.
Κοτσομύτης – Αυτός που του έχει κοπεί η μύτη.
Κουβέλι – Η κυψέλη των μελισσών.
Κούγελο – Χαζός, βλάκας, (έτσι μ’ έλεγε ο πατέρας μου).
Κουδουνάκια – Τα μικρά τσαμπάκια που μένουν πάνω στα
                        κλήματα μετά τον τρύγο.
Κούκλα – Ο καρπός του καλαμποκιού (το λούκι).
Κουκουβάγια – Ο κοκκίτης .
Κουκούλι – Ο βόμβυκας του μεταξοσκώληκα.
Κουκούνισμα – Αφηνίασμα των βοδιών.
Κουλούκι – Στραβός.
Κουλούπα – Σκεπασμένος ολόκληρος μέχρι και το κεφάλι.
Κουλουριάζομαι – Διπλώνομαι στα τέσσερα από τον πόνο.
Κουμανταρίζω – Τακτοποιώ φροντίζω .
Κουμάσι – Χώρος που έβαζαν τα γουρούνια, αλλά και ο
                 άνθρωπος  ο ύπουλος, ο κακός.
Κουμούτσι – Μεγάλο κομμάτι ψωμιού που έδιναν στα
                    μνημόσυνα.
Κουμπάνι– Ομάδα ανθρώπων.
Κουμπουρώνω–Φεύγω, αποχωρώ αδιάφορος και
                          νευριασμένος. (Το κουμπούρωσε για το
                           πανηγύρι ο Χ).                        
Κουραδομπούρμπουνας – Ο κοπροσκαραβαίος (στη
                                        Θεσσαλία τον λένε σκατοκήλη ).
Κούρβουλο – Σβησμένο κούτσουρο (πιασμένος,
                     ασάλευτος άνθρωπος).
Κουρεμάδα – Κούρεμα γουλί.
Κουρεμπάτσι –Ποικιλία σταριού.
Κούρμπενο – Αναρριχόμενο φυτό (τα ζώα που το έτρωγαν
                     κατέβαζαν πολύ γάλα)
Κουρμπέτι – Περιπλάνηση (βγήκε στο κουρμπέτι έγινε
                    πόρνη).
Κούρνια – Νυχτερινό κατάλυμα πουλερικών, κοτέτσι.
Κουρούνα – Δυστυχισμένη γυναίκα (η καρακάξα).
Κουρούπα – Κουρεμένος γουλί, καραφλός.
Κουτομόγιας – Χαζός, βλάκας.
Κουτούλι – Ξύλινο δοχείο με χερούλι που έβαζαν γάλα.               
Κουτρούλι – Πυραμιδωτός σωρός χώματος (κουτρούλι
                   αμπελιού).
Κουτσοπίνω – Πίνω σιγά- σιγά  με παρέα.
Κουτσουμπέλι – Μικρό κομμάτι ξύλου για το τζάκι.
Κουτσουμπόραχος – Καμπούρης, ραχιτικός.
Κουτσουμπός– Σκυφτός, γυρτός.
Κουτσούνα – Η κούκλα των κοριτσιών.
Κουτσουνίδα– Η τσουκνίδα.
Κούτσουρο – Χοντρό ξύλο για το τζάκι (κακός μαθητής).
Κουφάλα – Δέντρο με κούφιο κορμό, χαλασμένο δόντι.
Κουφοσιαμπάνης – Θεόκουφος.
Κόφα – Μεγάλο καλαμένιο καλάθι κυρίως για τη
            μεταφορά σταφυλιών.
Κοφίνι – Πλεγμένο με καλάμι και βέργα λυγιάς καλάθι.
Κόφτρα – Μεγάλο πριόνι με δύο χειριστές (με αυτό
               έσχιζαν τους κορμούς σε τάβλες).
Κοψαντερήθρα – Μικρό ζωύφιο που ζει στα στάσιμα
                           νερά.  
Κράνη – Μανία για φαγητό, τον έπιασε κράνη.
Κρασοκανάτα – Ο μπεκρής.
Κρεμανταλάς – Εύσωμος, άχαρος άνθρωπος.  Ξύλινος
                        στύλος που κρέμαγαν οι τσοπάνηδες τα
                        ταγάρια τους.
Κρεματζούλα–  Πεσμένο πέος.
Κρέμαση– Μικρός καταρράκτης.
Κρεμμυδομάνα – Το κρεμμύδι που κρατάνε για σπόρο.
Κριαρομύτης– Γαμψομύτης.
Κρισσάρα – Πολύ ψιλό κόσκινο.
Κριτσανίδα – Χόνδρος κρέατος, τραγανό.
Κριτσιανάω – Τρώω κάτι τραγανό και κάνω θόρυβο.
Κρίτσικας – Αρσενικός γάιδαρος.
Κυπαρισιόνα – Δάσος με κυπαρίσσια.
Κυρούλα  Η Κυρά, η γιαγιά.
Κυτάρι – Το ύστερο.
Κωλοκάθομαι – Λυγίζω, πέφτω κάτω με τον κώλο.
Κωλομούτρης–Χοντρομούρης.
Κωλόπανα – Τα πανιά που άλλαζαν τα κατουρημένα
                    παιδιά.
Κωλοφτερνιάζω– Στραβοπατάω τα παπούτσια μου.

Κωλοφωτιά – Η πυγολαμπίδα.
-------------------------------------------------------------------------------------------
Έργα του ιδίου:

1) Ο Κουμπαράς της μνήμης, Α έκδοση 2005.
2) Η Πήρα, ποιήματα 2006.
3) Αληθινά Παραμύθια (εύθυμες και θλιβερές μικρές
   ιστορίες)  2007.
4) Ο Κουμπαράς της μνήμης, Β έκδ. εμπλουτισμένη2008.    
5) Ρωγμή στο μίσος, μυθιστόρημα 2012.
6) Ο ίσκιος του μέλεγου, μυθιστόρημα 2015.
  
Απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, αντιγραφή και χρησιμοποίηση του συνόλου, ή μέρους του περιεχομένου του παρόντος βιβλίου χωρίς την γραπτή άδεια του συγγραφέα Στάθη Κ. Βουρνά.

       Για κάθε επικοινωνία τηλ. 210-2618458
      Κιν.6979393010
      Διευθ –Χρυσολωρά 10
      ΙΛΙΟΝ –Αττικής
       ΤΚ-13121 
                         Αφιερώνεται στην
                      αγαπημένη μου Σοφία
                      που έφυγε πρόωρα.
Ευχαριστίες

    Ευχαριστώ θερμά τη Γωγώ Πιτσόκου, που  προλόγισε, έκανε τα σκίτσα και επιμελήθηκε
την όλη δομή και εμφάνιση αυτού του βιβλίου.
   Θέλω να ευχαριστήσω και τον Κώστα Καλοβυρνά, επίσης την γυναίκα του Βούλα Καλοβυρνά - Μεντή, πρόεδρο Τ.Σ. Ίσσαρι 
Δ.  Μεγαλόπολης Αρκαδίας, για την  βοήθεια
που μου προσέφεραν, προκειμένου να εμπλου-
τισθεί το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου σε λαογραφικά στοιχεία.
   Ευχαριστώ και την Μάρω Κατσίρη - Ρούπα,
η οποία με επιστολή της, μου θύμισε λέξεις που


δεν  είχα συμπεριλάβει στην πρώτη έκδοση.
H συνέχεια την επόμενη εβδομάδα 

3 σχόλια :

Nis είπε...

Παρακαλώ μην δημοσιεύετε άσχετα με το θέμα σχόλια και σεβαστείτε την φιλοξενία αυτού του βιβλίου

Ανώνυμος είπε...

Νις που πωλείται?

Ανώνυμος είπε...

Βιβλιοπωλείο Πιτσιλος Σοφοκλέους 4 Αθήνα (διπλα στο παλιό Χρηματιστηριο )