Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

¨Τα μπινιάρια¨

Στην Τρίπολη μεταβαίνει αύριο Σάββατο το ΔΣ του Συλλόγου Αθήνας για να συζητήσει με το Σύλλογο της Τρίπολης θέματα που αφορούν το χωριό.
Τέτοια συνάντηση είχαν πάλι στο τέλος του περασμένου Νοέμβρη όπου είχαν συζητήσει και συναποφασίσει για την αίθουσα του σχολειού που προορίζεται .
για ταβέρνα –εστιατόριο. Απο τότε δυστυχώς αδυναμίες λειτουργίας του συλλόγου της Τρίπολης άφησε το θέμα στάσιμο και έτσι μια εκ νέου συνάντηση πιστεύουμε να το διεκπεραιώσει. Προφανώς με την ευκαιρία θα συζητήσουν και για αλλά θέματα του χωριού. Όποιος συμπατριώτης θέλει μπορεί να παρευρεθεί και να παρακολουθήσει .

.
Γράφει ο Παλιοπυργήσιος
Άιντε πάλι μ’ aυτόν τον «Παλιοπυργήσιο». Ανοίγει τα χρονοντούλαπα του παππούλη του και του προσπαππούλη του, ανασύρει και χρησιμοποιεί κάτι λέξεις, όπως ¨ανεσμίδα¨ νωρίτερα, μπινιάρια τώρα κ. α. που δεν ξέρω τη σημασία τους και μετά άιντε να διαβάσεις τα κείμενά του και να τα κατανοήσεις.
Έτσι εκφράστηκε ο μικρός Γιωργάκης στη μητέρα του και μάλιστα με αρκετή δυσαρέσκεια.
Κι ο «Παλιοπυργήσιος» του απαντάει:
-Γιωργάκη, μη στεναχωριέσαι, μη δυσανασχετείς και μη βιάζεσαι, εγώ κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω ό,τι σε δυσκολεύει. Δε λες που εσύ, τη σημερινή εποχή, είσαι τυχερός, όπως όλοι οι συνομήλικοι σου, γιατί σε αυτά τα θέματα είναι σε θέση να σε βοηθήσουν οι γονείς σου, αν όχι αυτοί, ο παππούλης σου. Ναι, ο παππούλης σου που είναι πρόθυμος να σε βοηθήσει σε οτιδήποτε και σου παρέχει την αστείρευτη του αγάπη, όπως ο κάθε παππούλης. Μάλιστα, σε σχετικές συζητήσεις που κάνουμε, τακτικά μου θυμίζει την παροιμία: «Του παιδιού μου το παιδί, το ‘χω δυο φορές παιδί».
Και βέβαια αυτό είναι πολύ σωστό και πολύ πρέπον για πολλούς λόγους. Γιατί βοηθάει το εγγονάκι του, γιατί του παρέχει την αγάπη του ξέροντας ότι αυτός που δίνει σε κάποιον, νιώθει περισσότερη χαρά και ικανοποίηση από αυτόν που δέχεται. Άσε που αργότερα, σαν θα μεγαλώσει το εγγονάκι, θα διατυπώσει και αυτό και θα εφαρμόσει τη δική του παροιμία: «Του πατέρα μου τον πατέρα τον έχω δυο φορές πατέρα». Μπορείς όμως να κάνεις και χρήση του ερμηνευτικού σου λεξικού για κάθε άγνωστη λέξη. Ρωτάς κι εμένα, που όταν ήμουν στην ηλικία σου τότε, 10-12 χρονών, όπως όλοι οι συνομήλικοί μου, δεν είχα καμιά βοήθεια σε τέτοια θέματα. Σιγά μην ήταν σε θέση οι γονείς μου ή ο παππούλης μου να με βοηθήσουν. Δεν ήξεραν, αλλά και αν ήξεραν δεν άδειαζαν. Σιγά να μην υπήρχε πουθενά ερμηνευτικό λεξικό. Τότε, Γιωργάκη, μέσα στο τραστούλι μας (ένα μικρό υφαντό μάλλινο τραστάκι, η σχολική μας τσάντα τότε) είχε το αλφαβητάρι, την πλάκα και το κοντήλι. Α, ναι, στο δικό μου τραστούλι, επειδή ερχόμουνα ας πούμε από τον Παλιόπυργο, είχε μέσα ένα ξακρίδι μαύρο κριθαρένιο ψωμί (ολικής αλέσεως το λένε τώρα και μερικοί κάνουν «κρα» για δαύτο γιατί είναι πολύ υγιεινό) κι ένα σβωλάκι τυρί, τυλιγμένα σε μια μπόλια (πάνινη υφαντή πετσετούλα, έργο φτιαγμένο στον αργαλειό με τα ευλογημένα χέρια της μάνας μου, που την έχω και τη φυλάω ως πολύτιμο κειμήλιο). Κι αυτό γιατί τότε τις μέρες που είχαμε και πρωινό και απογευματινό σκολειό (Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή) ήμουνα υποχρεωμένος να μείνω όλη μέρα στο χωριό, επομένως έπρεπε να έχω μαζί μου φαγητό για να μη γουργουλάνε τ΄άντερά μου.
Ναι, συναντούσαμε τότε πολλές, μα πάρα πολλές άγνωστες λέξεις που μας δυσκόλευαν. Για παράδειγμα εγώ κάποτε άκουσα (και θα σου πω πότε, πού και πώς) τη λέξη «πουλόβερ» κι έμεινα σύξυλος ή άλλη φορά τη λέξη «πρεσβύτερος» και εσάστισα.
Αλλά πριν αναφερθώ στις δυο άγνωστες μου τότε λέξεις θα σου εξηγήσω ότι μπινιάρια είναι τα δίδυμα αδέρφια και σ' αυτά θα αναφερθούμε αναλυτικά πιο κάτω. Ήταν λοιπόν τότε Πέμπτη, την ώρα που σχόλαγε το απογιοματινό σχολείο. Πήγαινα αν θυμάμαι καλά στην Πέμπτη τάξη. Μετά που σχόλασε το σχολείο οι μαθητές (130 περίπου, χώρια άλλοι πενήντα που ήταν γραμμένοι αλλά δεν φοιτούσαν για διάφορους λόγους, ιδίως κορίτσια) σκορπίστηκαν για τα σπίτια τους προς όλους τους μαχαλάδες, Παπαδέικα, Γιαννέικα, Πολυδερέικα, Παλιόπυργο, ΑγιοΘόδωρο κ.λ.π. μερικά παιδιά πήγαν στου Παπαντώνη τον κήπο κι άρχισαν να παίζουν την «Τουρκοκαβάλα». Άλλα άρχισαν να παίζουν μπροστά στην εκκλησία τους βώλους με τις γουβίτσες (μην νομίζεις ότι είχαμε γυάλινους βώλους, είχαμε βελανίδια από πουρνάρι ή δεντροβέλανα και συναγωνιζόμαστε ποιος θα έχει τα πιο στρογγυλά και τα πιο μεγάλα). Κάτι άλλα το στήσανε στο χορό και στο τραγούδι στου Γάκη την αυλή. Το κάνανε συχνά αυτό. (Εκεί άκουσα για πρώτη φορά από τον Πανούδα το τραγούδι:
Τσοπάνος εκοιμότανε τρία χρόνια στο ραβδί του. Στα τρία χρόνια ξύπνησε και το ραβδί ρωτάει -Ραβδί μου, που 'ν τα πρόβατα, ραβδί μου που 'ν τα γίδια.....................
Τραγούδαγε & τραγουδάει πολύ καλά ο Πανούδας γιατί έλεγε το τραγούδι πιο πολύ με την καρδιά & λιγότερο με το στόμα). Αλλά, ρε Γιωργάκη, με συγχωρείς, ξέφυγα από το θέμα, θα ξαναγυρίσω στην ώρα που σχόλαγε το απογιοματινό σχολείο, αλλά βλέπεις με παρασύρουν οι θύμισες & με πάνε όπου αυτές θέλουν. Ά, εδώ θα σου πω εκείνο που είπε ο λόγιοςΔημήτρηςΒερναδάκης. <<Οι αναμνήσεις είναι η βακτηρία του γήρατος ενώ οι ελπίδες τα φτερά τηςνεότητος>>. Δυστυχώς, σήμερα, ελπίδες να βοηθήσουν τους νέους μας για να φτερουγίσουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους δεν υπάρχουν ή είναι ελάχιστες. Τις έχουν, βλέπεις, ξεπαστρέψει οι πολιτικοί μας και τα πολιτικά τους συστήματα, αλλά για να είμαστε και λίγο δίκαιοι, σ’ αυτό έχει συμβάλει η συγκυρία της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Πάντως δεν πρέπει ν’ απογοητεύονται οι νέοι μας γιατί, ας έχουν υπόψη τους, ότι το μυθικό ιερό πουλί των αρχαίων Αιγυπτίων από τη στάχτη του αναγεννιόταν. Αναμνήσεις όμως για τους γέροντες πολλές. Αυτές τους στηρίζουν ψυχολογικά, όπως η μαγκούρα στηρίζει το κουρασμένο και βαρυφορτωμένο από το χρόνο σώμα τους. Αμ, τί νομίζεις, κάτι ξέρει ο Μπρουκλόγιαννης, που θυμάται τόσα πολλά , τα διηγείται με ωραίο και εντυπωσιακό τρόπο, δε σταματάει καθόλου, δεν αφήνει άλλον να ειπεί κάτι, άσε που πρέπει να τον κοιτάς στα μάτια, διαφορετικά θυμώνει αλλά...........δε σταματάει.
Επιτέλους, Γιωργάκη, γυρίζω στο θέμα μας, τότε που σχόλασε το απογιοματινό σχολείο. Ακριβώς πάνω από το προαύλιο του σχολείου μας ο γέρο-Μητσιέλας έχτιζε ένα μέρος της ξερομάντρας του κήπου του που είχε γκρεμιστεί. Εκείνη τη στιγμή μια μεγάλη πέτρα του πλάκωσε το δάκτυλο του χεριού του, άρχισαν να τρέχουν αίματα, ο ίδιος χλώμιασε κι άρχισε να ... θεοκαλιέται. Μαζευτήκαμε εκεί γύρω μερικά παιδιά και η δασκάλα μας η κυρία Δήμητρα Κογιώνη, που κατευθυνόταν για το σπίτι της. (Έμενε στο σπίτι του Πόταγα). Εκεί μέσα στη σύγχυση άκουσα τη δασκάλα μας απευθυνόμενη στο γέρο-Μητσιέλα, να λέει.
-Κυρ-Μήτσιο....κυρ-Μήτσιο....το πουλόβερ.....το πουλόβερ.... λερώσατε το πουλόβερ.
Εγώ στάθηκα σύξυλος, αμήχανος, τι να ήθελε να του ειπεί, τι να εννοούσε με τη λέξη << πουλόβερ >> !!!Το μισοκατάλαβα όμως όταν είδα αίματα στο κόζινο (από γιδίσιο μαλλί) γελέκο του γέρο-Μητσιέλα. Μάλλον το γελέκο θα είναι το πουλόβερ, είπα μέσα μου. Μου έμεναν πάντως αμφιβολίες. Διαλογιζόμουν: Μια τόσο ωραία λέξη να χρησιμοποιείται και να χαραμίζεται για το κόζινο γελέκο του γέρο-Μητσιέλα!!! Μέσα στη παιδική μου αφέλεια δεν μπορούσα να κάνω τη σωστή εκτίμηση και να κατανοήσω ότι κείνο το γελέκο ήταν επενδυμένο με το μόχθο, την αγωνία και τον ιδρώτα του κάθε τίμιου εργάτη, του κάθε συμπαθέστατου χωρικού και του άξιζε όχι μια αλλά πολλές ωραίες λέξεις.
-Μα καλά, μου λέει ένας συνομήλικος μου, τότε, γιατί τη θεωρείς ωραία αυτή τη λέξη, με τι κριτήρια τις κατατάσσεις;
-Μα την είπε η δασκάλα μας, την άκουσα από το στόμα της δασκάλας μας, μπορεί να μην είναι ωραία;
Άιντε βγάλτα πέρα, Γιωργάκη, με τα παιδιά εκείνης της εποχής, που είχαν τότε τη δική σου ηλικία. Αναλογίσου το γνωστικό τους επίπεδο!!
Ενώ μετά από μερικά χρόνια, όταν δασκάλα στο σχολείο του χωριού μας ήταν η κ. Βασιλική Ντάνου, μια μαθήτρια, που δεν ήταν καθόλου προσεγμένη στο θέμα της καθαριότητας, η δασκάλα της την αντιμετώπισε κάπως έτσι :
-Να το αλλάξεις αυτό το φουστανάκι που φοράς, είναι πολύ λερωμένο.
-Δεν έχω άλλο κυρία, της απαντάει η μαθήτρια.
-Κι εγώ δεν έχω άλλο από αυτό που φοράω της λέει η δασκάλα, αλλά αυτό που έχω το βγάζω το πλένω και το ξαναφοράω.
-Αχ πουτανίτσα, πουτανίτσα, τίνους τα λες αυτά, που δεν έχεις εσύ άλλο.

Κόκκαλο !! που ‘λεγε ο γέρο-Διαμαντής.Ενώ τα σημερινά παιδιά, από την κούνια τους ακόμα ξέρουν όλα τα προγράμματα όλων των καναλιών της τηλεόρασης.
Πάμε τώρα, Γιωργάκη, στη λέξη <<πρεσβύτερος>>. Ήμουν στην Έκτη τάξη Δημοτικού. Είχε μπει το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου. Είχαν αρχίσει οι κάψες. Όλοι ετοιμάζονταν για το θέρισμα του σιταριού. Εμείς οι μαθητές του Σχολείου κάναμε μισοβδόμαδα τη γιορτή του Κατηχητικού Σχολείου στην εκκλησία. Απαγγείλαμε ποιήματα και τραγουδήσαμε τραγούδια θρησκευτικού περιεχομένου. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου σώζονται ακόμα μερικοί στίχοι από ένα τραγούδι
..........Τίποτε στο δρόμο δε μας σκιάζει
Ούτε η μπόρα, ούτε το χαλάζι.
Έχουμε μαζί μας το Χριστό
Σύντροφο χαράς, πατέρα και αδερφό.........
Την Κυριακή κάναμε τη γιορτή στο προαύλιο του σχολείου για τη λήξη των μαθημάτων εκείνου του σχολικού έτους με μερικά γουστόζικα θεατρικά έργα και με απαγγελία μερικών συγκινητικών αποχαιρετηστήριων ποιημάτων. θυμάμαι μερικούς στίχους από ένα ποίημα που απάγγειλα εγώ :
.......χρόνια μου μοσχομύριστα, μαθητικά μου χρόνια,
βραγιές με τριαντάφυλλα, κλωνάρια με τ΄ αηδόνια.........
Αχ και να ξαναγυρίζανε κείνα τα χρόνια!!! << Καααλά >> που έλεγε ο γέρο-Διαμαντής, <<μπαμ >> <<κόκκαλο >>.
Όλοι οι μαθητές πήραν το απολυτήριο τους στα χέρια, ανεξάρτητα από τάξη (ενδεικτικά ή τίτλους σπουδών δεν ξέραμε ) αποχαιρετιστήκανε και φανερά συγκινημένοι σκορπιστήκανε για τα σπίτια τους.
O δάσκαλος Ζαφειρόπουλος Ιωάννης από Τοπόρτσα (Θεόκτιστο) φώναξε τον πατέρα μου που ήταν πρόεδρος της σχολικής επιτροπής, να μπούνε στο σχολείο να υπογράψουν κάτι διαχειριστικά βιβλία. Από κοντά και εγώ με θάρρος, δε με μάλωνε ο δάσκαλος γιατί μεγάλωσα πια, είχα τελειώσει το σχολείο!! και γιατί ήμουν γυιός του προέδρου της σχολικής επιτροπής!, βλέπεις. Φτάσαμε στη πόρτα του σχολείου. Άνοιξε ο δάσκαλος κι έκανε ένα βήμα πίσω να περάσει ο πατέρας μου.
-Πέρασε εσύ, δάσκαλε.
-Όχι, εσύ πέρασε, είσαι πρεσβύτερος, επιμένει ο δάσκαλος.
<< Πρεσβύτερος >> τι να σημαίνει πάλι αυτό, σαστίζω, μένω για λίγο σκεφτικός και ακούνητος, νευριάζω, γυρίζω και φεύγω. Ούτε ξέρω πότε αργότερα κατάλαβα τη σημασία της λέξης αυτής. Πάντως ακόμα και τώρα δεν τη συμπαθώ. Όταν χρειάζεται να τη χρησιμοποιήσω προτιμώ τη συνώνυμη φράση : <<Πέρασε, είσαι πιο μεγάλος >>
Δεν ξέρω τώρα Γιωργάκη αν σε δυσκόλεψα με τα γραφόμενα μου. Πάντως όπουδυσκολεύεσαι να με ρωτάς.
Τώρα ας μας απασχολήσουν λίγο τα μπινιάρια του χωριού μας, όσα ξέρουμε: Μπινιάρια είναι δύο εγγονάκια του Χοβαντώνη, της κόρης του παιδιά, ένα κοριτσάκι την Ελένη κι ένα αγοράκι τον Αντώνη. Αυτά όταν τελειώνουν τα μαθήματα τον Ιούνιο δεν κρατιόνται με τίποτα. Καταφτάνουν στο χωριό και κάθονται ως το Σεπτέμβρη που θα αρχίσουν πάλι τα σχολεία. Όλη τη μέρα δεν έχουν στασιό. Παίζουν με τ' άλλα παιδιά του χωριού, τρέχουν στη πλατεία και στους δρόμους χαίρονται, ξεφωνίζουν και χαίρεσαι να βλέπεις και να τα καλοτυχίζεις. Πού και πού φτάνει η γιαγιά τους να ιδεί που βρίσκονται. Πιο πολύ τα επιβλέπει ο θείος τους ο Μπατέβας.Τρέχει από κοντά με μια ψηλή γκλίτσα και δίνει την εντύπωση, σε κάποιον ξένο που δεν ξέρει, ότι κάποιος τσοπάνης τρέχει να κωλώσει <<τα στέρφα>> μην μπούνε στο φύτρο του γείτονα. Ας είναι καλά!
Μπινιάρες είναι οι δύο κόρες της Ξάνθης, η Γιώτα και η Μαρία, που πρόσφατα έκαναν μερικές δωρεές << στη μνήμη του πατέρα τους Γουλιέλμου >>.
Μπινιάρες είναι δύο κόρες του Τασιουκλή, η Γιώτα και η Ανάστω (Νυν παρθενία, μοναχή στην Ι.Μ. Κερνίτσας) , που η μάνα τους ήταν αδερφή του Τσιότσιολα και του Τσαγκαρόγιαννη που ήσαν και αυτοί μπινιάρια. Ο Τσιότσιολας ( Γεώργιος Χρ. Μποσμής ) ήταν πατέρας του Κιτσιούλη, αυτουνού που παίζει τετράδα πολύ καλή δηλωτή, μόνο που όταν τον ρωτάει ο σύντροφος του <<ποιος κάνει χαρτιά >> απαντά <<εγώ κάνω μου τι το θες >> κι έτσι έμμεσα μαρτυράει ότι δεν τον έχει το Ρήγα κι επομένως πρέπει να φυλάγεται ο σύντροφος του να μην τους κάνουν ξερή. Ο Τσαγκαρόγιαννης ( Ιωάννης Χρ. Μποσμής ) είχε παντρευτεί σώγαμπρος στην Κερπινή. Είχαν αδερφό τον Τάκη ( Κων/νο Χρ. Μποσμή ) δηλαδή τον πατέρα του Τακογιώργη, του υποδειγματικού αυτού κτηνοτρόφου, που δεν ντώνει καθόλου το κοπάδι του και που, όπως ο ίδιος δήλωσε σε κάποια εκδήλωση <<της Κουράς>>, είναι ένας από αυτούς <<που φυλάνε Θερμοπύλες>>. Είχαν αδερφή τη Γιούλα, που ήταν η μάνα του Βαγγέλη…αυτουνού μωρέ που πρόσφατα χαρακτηρίστηκε «Ο Παπαδιαμάντης» του χωριού μας. Είχαν αδερφό και τον Παναζιούλη ( Παναγιώτη Χρ. Μποσμή ) που ήταν πατέρας εκείνου του λόγιου δάσκαλου, του Χρήστου, αυτού μωρέ που εκφωνεί τους συγκινητικούς επικήδειους λόγους ( φτου....φτού, μακριά από κοντά μας ..πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανείς...Θεός φυλάξει… κι ας μην φέρνει έργο ο λόγος).
Ο Παναζιούλης όπως και ο Γουλιέλμος (Λάκης) που προαναφέραμε καθώς και οι άλλοι 45 περίπου νέοι και νέες του χωριού μας είναι τα αθώα θύματα του Εμφυλίου σπαραγμού,0 ή μάλλον τα αθώα θύματα των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων των λεγομένων φίλων-συμμάχων μας που, πάντοτε, όταν έβλεπαν ότι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα τους, είχαν θετική τοποθέτηση στα εθνικά μας θέματα, αντίθετα, όταν έβλεπαν να θίγονται τα συμφέροντα τους, είχαν αρνητική τοποθέτηση, αδιαφορώντας για τα οδυνηρά αποτελέσματα για τη χώρα μας και το λαό μας.
Γιωργάκη, τα μπινιάρια, ιδίως όταν είναι του ιδίου φύλου, έχουν καταπληκτική ομοιότητα στην εμφάνιση, στη μιλιά τους, στην έκφραση τους στο χαρακτήρα και σ ʼ όλα τους. Τόσο πολύ μοιάζουν που δύσκολα πολλές φορές τα ξεχωρίζεις.
Να πως ξεγέλασε και τι παιχνίδι έπαιξε σ' ένα μικρό παιδί αυτή η καταπληκτική ομοιότητα των διδύμων. Ήταν τότε τεσσάρων περίπου χρονών. Αν δεν κάνω λάθος πρέπει να ήταν ο Γιάννης του Μαγκο-Θανάση. Ένα πρωί μπήκε στο αυτοκίνητο μαζί με τον πατέρα του να πάνε στη Κερπινή. Φεύγοντας από το χωριό άφησαν στην πλατεία τον Τσιότσιολα με μερικούς άλλους. Στην Κερπινή που έφτασαν, μπροστά στο μαγαζί του Πλαστήρα, είδαν να κάθεται, εκτός από μερικούς άλλους, ο Τσαγκαρόγιαννης. Το παιδάκι για μια στιγμή έμεινε άφωνο, σαστισμένο. Θαρρετούλικο όμως όπως ήταν πλησιάζει τον Τσαγκαρόγιαννη και του λέει :
-Παππούλη ( έτσι τους φώναζε όλους τους γέρους, όμως τον είχε και πραγματικά παππούλη, γιατί, νομίζω, ήταν πρώτος ξάδερφος του παππούλη του Μαγκόγιαννη ) παππούλη .... δε...δε σ' αφήναμε στο χωριό, πώς .... πώς βρέθηκες εδώ; Κι ο Τσαγκαρόγιαννης, μ’ εκείνο το πάντα πρόσχαρο ύφος και χαμογελαστό πρόσωπο, μ' εκείνη την καλοπροαίρετη διάθεση για χωρατά προς μικρούς και μεγάλους, του λέει :
-Βλέπεις, Γιαννάκο, εσείς με το αυτοκίνητο κι εγώ με τα πόδια, σας πέρασα, ήρθα πρώτος κι ας είμαι γέρος. Γέλασαν όλοι και το παιδάκι κοίταζε γύρω γεμάτο απορία. Ο ίδιος όμως ο Τσαγκαρόγιαννης του εξήγησε τρυφερά-τρυφερά, μετά του χάιδεψε το κεφαλάκι και το φίλεψε και μια δραχμή καραμέλες.


17 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Σ' ευχαριστώ......

χψ

Ανώνυμος είπε...

να σαι καλά παλιοπυργύσιε,γιατί μας ΜΕΡΚΕΛΗΣΑΝΕ πια.

Ανώνυμος είπε...

μμμμμ.....μοσχοβολαει γλανιτσια ρε παιδι.....gerolykos

Ανώνυμος είπε...

μια προειδοποιηση κατι καλοπαιδα ετοιμαζονται να ψησουν τον ανιψιο του μπαντεβα να δηλωσει παναθηναικος.......γia ναχουμε το νου μας...gerolykos

Ανώνυμος είπε...

καλημέρα .Θα παρακαλέσω σχόλια επι της συγκεκριμένης ανάρτησης
Νις

Ανώνυμος είπε...

Nίκο, (πατέβας)με αφορμή από το κείμενό " είναι λερωμένο το φουστανάκι που φοράς" μήπως μπορείς να μας θυμίσεις το περιστατικό με με την τσιγαρίδα στην τσέπη σου. κάπου το άκουσα και έπεσα κάτω από τα γέλια

Ανώνυμος είπε...

μήπως γνωρίζει το περιστατικό κανένας άλλος;

Ανώνυμος είπε...

Παλιοπυργήσιε, μου θύμισες τη Γλανιτσιά που μ' έμαθαν από παιδί, σε ηλικία μικρότερη του Γιωργάκη, να θαυμάζω και ν' αγαπώ. Επίσης πέτυχες να συναντηθώ "ηλεκτρονικά" με φιλικά και συγγενικά μου πρόσωπα.
Νάσαι καλά να μας χαρίζεις όμορφες, ζεστές, ζωντανές ανθρώπινες στιγμές.
Με ή χωρίς μνημόνιο, όλοι τόχουμε ανάγκη.
Γερόλυκε, είδες που το πρωτογενές πλεόνασμα έχει κι άρωμα?

Γιάννα
Υ.Γ. και πολύ θάθελα να ξέρω ειδικά για σένα και τον γερόλυκο ποιοί είστε,αλλά, έστω κι έτσι, αυτή η επικοινωνία είναι απολαυστική !!!

Ανώνυμος είπε...

.....τα φιλια μου ΓΙΑΝΝΑ....gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Έχασα φάσεις φαίνεται. Με το που είδε να υπάρχω....αφήνιασε μάλλον. Πόσα του διέγραψες??? (αν και ξέρεις ότι διαφωνώ με λογοκρισία κλπ).....Πάντως εγώ το ποίημα τό ΄μαθα απόξω κι΄ανακατωτά....μην το σβήνεις γιατί θα το λησμονήκω...

Κάτι οι διαγραφές, κάτι οι ζέστες δε μας βλέπω ....καλά....

εεεεεειιιεεειιι και που να σφίξουν κι' άλλο....εεεειεεειιειιιεειι...

Ένα ευχαριστώ (σαν προσκύνημα στον παλιοπυργίσιο) είπα ο μαύρος και μάλλον έγινε ο κακός χαμός.....άλλα τόχασα δεν πειράζει..

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ... και μια φορά το μήνα ας είμαι καλά να λέω παρών, ή κι αυτό σας πειράζει....., αλλά ας είστε και σεις καλά να τα ...ψέλνετε ο ένας στον άλλο...

Ανώνυμος είπε...

ΠΑΛΙΟΠΥΡΓΗΣΙΕ ΥΠΟΚΛΕΙΝΟΜΕΘΑ ΣΤΑ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΛΟΓΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΜΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ

Ανώνυμος είπε...

11;13 ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΗΜΟΠΑΝΟΥ

Ανώνυμος είπε...

Να το γκιολέψω λιγουλάκι...????

Γορτύνιος - ΙΣΒ είπε...

Στους έξυπνους, στους άριστους ,τα παινέματα θα είναι λίγα, τους έχει παινέψει η φύση!
Είχα φίλους, συμμαθητές, στο γυμνάσιο στα Λαγκάδια από το χωριό σας και ξέρω την αξιοσύνη τους και την παλληκαριά τους.
Ωραία αυτά που εδώ γράφεις!... Ξυπνάνε μνήμες…
Οι άλλοι θρέφονται από τα φρούτα της Γης τους και οι Γορτύνιοι, από τους καρπούς του μυαλού τους….

Ανώνυμος είπε...

Είναι σοβαρό πράγμα να είσαι μπλόγκερ και να μην είσαι....Γιανναίος....

Ανώνυμος είπε...

παρακάλεσα σ αυτήν την ανάρτηση να είστε όλοι επι του θέματος.
Μα... είναι σοβαρό να μην καταλαβαίνεις μπήτι αν δεν είσαι Γιανναίος?
Νις

ΑΡΗΣ (ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ) είπε...

ΓΟΡΤΥΝΙΕ ΙΣΒ 10.09 ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΕΙΧΑΜΕ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΟΥ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΤΑ ΛΑΓΚΑΔΙΑ ΑΞΙΟΙ ΚΑΙ ΠΑΝΕΞΥΠΝΟΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΧΙΣΩ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΩΤΕΨΑΝ ΚΑΙ ΒΓΗΚΑΝ ΑΞΙΟΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΧΕΙΑΣ ΕΜΕΙΣ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ. ΑΥΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΘΥΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ 10 ΕΤΙΑΣ......