Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Στην πνύκα της Γλανιτσιάς

ΦΩΤΟ 24.8.13                                                      ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 
Η ζέστη της πρωτεύουσας με έδιωξε και φέτος για το χωριό μου και είδα εκεί ακέραιο το πρόσωπο του καλοκαιριού. Στο καφενείο πέρναγα απρόσμενα καλά. Ήμουν  ευχαριστημένος και χαιρόμουν  τους ανθρώπους του, που κουβέντιαζαν, έπιναν, γελούσαν και διασκέδαζαν.  Μα! είναι δύσκολο να καταγράψω πιστά τους έξυπνους και βαθυστόχαστους διαλόγους τους.

Κόντευε να βραδιάσει και προς την δύση φαίνονταν ακόμη λίγες κόκκινες πινελιές. Απόψε είναι όμορφη τούτη η ώρα. Θα σμίγαμε πάλι λογής λογής αυτόκλητοι συζητητές στον γνωστό μακρόστενο προαύλιο χώρο του καφενείου. Κάτω από το άπλετο φως των προβολέων της πλατείας, ενισχυμένον  και τον φωτισμό των καφενείων. Εκεί αναπτύσσονταν συχνά διάλογοι και συζητήσεις πάνω σε ποικίλα θέματα , μερικά πολύ σοβαρά και ενδιαφέροντα
 Όπως στην αρχαία  Αγορά των Αθηνών, σχολίασε σκωπτικά κάποιος, που έτυχε να παρακολουθήσει μια τέτοια συζήτηση..
Με το μούρτσωμα, πέρναγε από κοντά μου, έβαζε μια φωνή και φεύγαμε παρέα για το καφενείο. Έτσι σχεδόν γινότανε κάθε μέρα με τον Μάγκα και μένα. Απόψε ήταν  μαζί μας και ο Ζιολής.
Ήταν ώρα που διασχίζαμε σιωπηλοί την πλατεία. Περνάγαμε κάτω από τα πλατάνια και τις ακακίες. Ένας δυνατός αέρας φύσηξε απότομα. Κούνησε  τα κλαδιά των δέντρων  και τ’ αδύνατα φύλα, πέφτανε πάνω στα κεφάλι μας. Κοιτάξαμε για λίγο το φεγγάρι που φώτιζε γύρω μας και ένα μεγάλο σύννεφο  έτρεχε να το σκεπάσει.
 Φτάνοντας στο καφενείο πρότειναν να μας κεράσουν καφέ. Ο Μπρουκλόγιαννης χαμογελαστός, με κάποια ειρωνεία, δεν έδιωχνε τα μάτια του από πάνω μας. Με το χέρι του μας έκανε νόημα να κάτσουμε κοντά του.
__Απορώ με σας τους δυο! Μας κοίταγε και χαμογέλαγε.
__Ποια είναι η απορία σου Γιάννη; Τον ρώτησε ο Μάγκας.
__Σήμερα το πρωί ήσαστε στο Σύμπαινο, το απόγιομα σκαπετήσατε στις Ράχες και  τώρα ήρθατε μαζί στο καφενείο! Το βράδυ χωρίζετε ή κοιμόστε μαζί; Είπε και έσκασε στα γέλοια.
__Έχουμε δουλειές και τις κάνουμε μαζί, είπε ο Μάγκας κι εγώ συμπλήρωσα:
__Τώρα, Γιάννη, ψηφίστηκε το σύμφωνο συμβίωσης, ότι θέλουμε κάνουμε. Και γελάσαμε
__Στο Σύμπαινο που γυρίζατε, είδατε τίποτε;
__Τι να ιδούμε! Ο τόπος είναι άβρεχτος και  διψασμένος και οι δρόμοι σκονισμένοι και άσκημοι.
Καθώς πίναμε τον καφέ μας ακούγονται βήματα των καθυστερημένων βοσκών και το ακούμπισμα της γκλίτσας που έρχονται κοντά μας. Έτσι σχεδόν συμπληρώθηκε η σύναξη.
Όξω από το μαγαζί του Θανάση του Μαγκόγιαννη, ανά δύο, ανά τρείς, καθόμαστε στα τραπεζάκια, πίνουμε κάτι και  ζωντανεύουμε παλιές ιστορίες, πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Αριστερά, ούτε τριάντα μέτρα μακριά, ξεχωρίζει ο ασημένιος κουμπές( τρούλος) της εκκλησίας μας. Μόλις ξεσκέπασαν τα σύννεφα τ’ ολόγιομο φεγγάρι και κείνο άπλωσε τις ακτίνες πάνω του.
Ο Δήμος του Λεγάκη πίνει καφέ με τον Ζιολή και ρωτάει τον Γιώργη του Βάγγου, που κάθεται στο διπλανό τραπεζάκι αδιάφορα δήθεν:
__Πώς τα ‘χει τα πρόβατα ο Γιάννης, ο κουνιάδος σου;
(Ο Γιώργης έχει πάρει γυναίκα την αδελφή του Γιάννη και τα μαντριά τους είναι κοντά το ένα με το άλλο. Έχουν αλισβερίσια και ξέρει ο Γιώργος.)
__Καλά, καλά, του λέγει εκείνος παραξενεμένος. Γιατί δεν ρωτάς για τον Γιάννη;
__Τον Γιάννη τον είδα από μακριά  και ξέρω.
Τον Δήμο ενδιέφερε να πηγαίνουν καλά τα ζώα του Γιάννη. Και γάλα να πιάνει και τα ζυγούρια  του να μην έχουν πάθει καμία ζημιά.
Είχε το λόγο του και δεν πήγε στο μυαλό κανενός,  η σκέψη του Δήμου.
Ο Δήμο στο Κούτσουρο είχε μεγάλο αγρόκτημα και το έδωσε για λιβάδι στο Γιάννη να βόσκει τα πρόβατά του. Μέχρι τώρα όμως ουδέν είχε εισπράξει. Άλλα χρόνια, μπαίνοντας ο Σεπτέμβρης, εισέπραττε το ενοίκιο και έκανε κι αυτός τις δουλειές του. Τώρα ήρθε Οκτώβρης και δυο φορές που συναντήθηκε μαζί του, καμία νύξη δεν του ‘κανε για το ενοίκιο.
Στο ακρινό τραπεζάκι, άλλος ένας Γιώργης,( Γιάννηδες και Γιώργηδες η πλειοψηφία στο καφενείο), μουσικολόγος, έπλεε σε πελάγη ευθυμίας και ευτυχίας, ακούγοντας δημοτική μουσική από την ανοιχτή ακρόαση του τηλεφώνου του.
Στρίβει το τσιγάρο του τελετουργικά, το σαλιώνει και απολαμβάνει μια το τραγούδι και μια το φουμάρισμα.
__Με το θάρρος Γιώργη, τον ρωτάει κάποιος. Τι σκοπός είναι αυτός; Εσύ αλλιώς το τραγούδαγες!
__Είναι παραλλαγή! Έτσι το τραγουδούν οι Στερεολλαδίτες, απάντησε κείνος με αίσθηση ευρυμάθειας και έκλεισε τα μάτια του να φέρει τον ήχο στο μυαλό του και με τα χείλη του και την φωνή του, προσπαθούσε να μιμηθεί τον τραγουδιστή. Η φωνή του ακούστηκε ξεθωριασμένη και  ένας βήχας έκατσε στο λαιμό του.
__Ωραία το λέγει ο Γιώργης, τον παίνεψαν από το διπλανό τραπεζάκι, περισσότερο για να τον πειράξουν και χαμογέλασαν ειρωνικά.

__Ήρθε ο δικός σου, που ρώταγες για τα πρόβατα, του σφύριξε στο αυτί του Δήμου ο Ζιολής.
Ήρθε στο καφενείο ο Γιάννης τελευταίος να δώσει το παρόν. Έριξε ολόγυρα μια ματιά στα τραπέζια και είπε σε όλες τις παρέες  μια καλησπέρα.  Προτού καθίσει η παραγγελιά είχε δοθεί.
__Θανάση, φέρε στον Γιάννη ένα καφέ να ξαστερώσει το κεφάλι του, φώναξε ο Γιώργης, ο μουσικόφιλος. Κι εκείνος προτίμησε να κάτσει κοντά του που έπαιζε η μουσική.
Άθελά του με το δεξί πόδι, έσπρωξε το τραπεζάκι και το ποτήρι, γεμάτο νερό, έκανε παλμικές κινήσεις, έγειρε, όλο το νερό που χύθηκε και κατάβρεξε το τηλέφωνο!  Πάει η μουσική και τα άσματα.
__Είπαμε αμάν ν’ ακούσουμε μουσική και τώρα συ μας χάλασες την διασκέδαση, του είπαμε.  Γέλασε ο Γιάννης.
__Θα τα βάλει πάλαι τα τραγούδια ο Γιώργης, εκεί μέσα είναι δεν πάθανε τίποτα.
__Ναι!  αλλά ο Γιώργης θα συνεχίσει, που είχε μερακλωθεί, να τραγουδάει;
__ Θα μας την κάνει αυτή την χάρη.

Το φεγγάρι έκανε παιγνίδια με τα σύννεφα. Μια κρυβόταν και μια  νίκαγε  και φαινόταν ολόφωτο. Εμείς ψάχναμε να βρούμε παλιές ιστορίες και προφητείες.
__ Ακούστε τι σας λέγω εγώ! Ακούστηκε η φωνή του Λαγιόγιαννη. Το φεγγάρι δεν  έδειχνε  βροχές φέτος.
Στο άκουσμα αυτό ο Μάγγας απάντησε:
__Τι σχέση έχει το φεγγάρι με τις βροχές στη γη! Τήρα μην ενδιαφέρεται για μας το φεγγάρι. Μη λέτε κουταμάρες!
__Ότι παρατηρούσαν οι παλαιοί, το έλεγαν και ήταν όλα σωστά. Συμπλήρωσε ο Γιάννης. Φέτος είναι κακός καιρός. Φαινότανε στο φεγγάρι, που δεν θα είχαμε φέτος νερά.  Τα φασολάκια χαλάσανε,  οι αγγουριές και οι κολοκυθιές  δεν γεννήσανε αγγούρια και κολοκύθια. Άρχισαν όλοι να παίρνουν μέρος στην συζήτηση αν θα βρέξει  ή δεν θα βρέξει και αν το φεγγάρι έδειχνε σημάδια.
__Το φεγγάρι φταίει; Ξαναείπε ο Μάγγας και χαμογέλασε ειρωνικά.
__Αν δεν βρέξει να γίνει χορτάρι, τα γίδια και τα πρόβατα δεν μυτίζουν χάμω. Πεινάνε!  Αυτά έλεγε βαριεστημένα ο Βαγγογιώργης, και ο Γιάννης ο Ηλιόπουλος συμπλήρωσε:
__Πέρυσι έριξε πολλά νερά. Φέτος το γαϊδούρισε ο καιρός. Ούτε εγώ ξέρω τι θα απογίνουν τα ζωντανά μας με την ξεραΐλα. Τόπους τόπους δεν βλέπεις σημάδια ζωής.  Πλαϊνά, αν πάει ο καιρός έτσι, θα διψάσουμε ζα κι ανθρώποι.
__Φέτος δεν είναι χρονιά για τους τσοπάνηδες, είπε o άλλος Γιώργης, που τον απέλασε από το σπίτι η γυναίκα του και κατέφυγε στο καφενείο. Και ο Ηλιόπουλος συμπλήρωσε:
__Πάνε οι επιδοτήσεις και όλα. Σε μας τους τσοπάνηδες δεν μένει τίποτε. Ο μπακάλης δεν πλερώνει το γάλα, η γη δεν γεννάει χορτάρια και τα λιβαδιάτικα  πολλά!   Άιντε να τα βγάλεις πέρα.
 Τότε ο Ζιολής  πήρε το λόγο και πρόσθεσε  με νόημα: (σκυφτά στο αυτί του Δήμου του Λεγάκη του ψιθύρισε)
__Καλά τα λέει ο Γιάννης, και κοίταγε τον Δήμο χαμογελαστά, σαν να του έλεγε. Μην περιμένεις ενοίκιο από το κτήμα σου.
__Και τι θα κάνει, απόρησε ο Δήμος!
__Τι θα κάνει;  Θα στο πληρώσει με ξινόγαλο.
__Καλό είναι κι αυτό από το ολότελα, και γέλασαν.

Στα τραπεζάκια κάθονταν και συμμετείχαν στη συζήτηση οι Γιώργηδες: Μαγκογιώργης, Ζιολής, Βαγγογιώργης, Καγιογιώργης, Μπουρεκογιώργης, Μαρογιώργης και απουσίαζαν ο Μπαρουνογιώργης, ο Τακογιώργης  ο Γουνογιώργης και ο παπαγιώργης. Ήταν και πολλοί Γιάννηδες: Λαγιόγιαννης Βελιοτόγιαννης, Μπρουκλόγιαννης, Μπαζόγιαννης. Λιόγιαννης Αγγελετόγιαννης και ο Βαλαγγόγιαννης.  Οι άλλοι παρευρισκόμενοι Βαγγέληδες, Πάνηδες, Βασίληδες κλπ μικρές μειοψηφίες είμαστε και  αριά και που παίρναμε τον λόγο.  Όλοι πάντως λογογράφοι, ρήτορες πολιτικοί, φιλόσοφοι αποτελούν παρελθόν. Τα καφενεία έχουν  υποστεί μείωση των σοβαρών πνευματικών θαμώνων  που δίνανε τροφή με  χιούμορ με καλαμπούρια με ανέκδοτα  και πραγματικές ιστορίες.
               
Μια πραγματική ιστορία θα μας διηγηθεί με αυτό το χρονογράφημα ο Γιώργης Δημητρακάς (ΖΙΟΛΗΣ).- 
                                                Ο Ζιολής και η Κλώσα.

__Ήταν θεριστής. Τ’ ασπροσίτια ήταν γινωμένα και έτοιμα για θέρο. Η Βγένω, η γυναίκα μου, έφυγε πρωί πρωί για την Αγία Παρασκευή στο χωράφι μας για να θερίσει. Εγώ, μιας και δεν τα κατάφερνα καλά στο θέρο, παρέμεινα πιο πίσω να κουμανταρίσω  (συγυρίσω) τα ζωντανά.
__Γιώργη, να δέσεις την κλώσα, μου είπε η γυναίκα μου φεύγοντας. Πάει στην φωλιά και δεν αφήνει τις κότες να γεννήσουν.
__Θα την συγυρίσω, της είπα. Μείνε ήσυχη, και κείνη έφυγε.
Έκανα όσες δουλειές έπρεπε να γίνουν και έμεινε το δέσιμο της κλώσας. Την πήρα από την φωλιά που κλωσούσε και σκεπτόμουν τί να την κάνω! Κοντά στο σπίτι μας είχαμε τον φούρνο. Τότε δεν είχε το κάθε σπίτι τον φούρνο του. Σε αυτόν τον φούρνο , φούρνιζαν ψωμί και γειτόνισσες που δεν είχαν φούρνο, όπως ήταν η Γιωργούτσαινα, η Μπουρνοβήνα κλπ. Συνεννοούντο πρώτα!
__Θα φουρνίσεις μωρή αύριο; Να ρίξω εγώ λίγο ψωμί στο φούρνο σου; Ρώταγε την νοικοκυρά.
Αν δεν ήθελε κείνη να φουρνίσει ή δεν της είχε ειπεί κάποια άλλη γειτόνισσα, τότε  έδινε την άδεια.
Ξέρετε τι καλές γυναίκες ήσαντε τότε!  Σε κάθε φούρνισμα έφτιαναν και κουλούρες. Σε φίλευαν μια κουλούρα ζεματιστή με τυρί και έτρωγες και ευφραινόσουν. Εφτούνες τις πίτσες που φτιάνουν τώρα από τις κουλούρες τις δικές μας πήραν μαθήματα.  Ή κόβανε μια αγκωνή από μια πουγανιά που ήταν μαλακό και φρέσκο ψωμί και στο δίνανε να το φάς.  Όχι βέβαια για πληρωμή αλλά από υποχρέωση που ψένανε στο φούρνο και από καλοσύνη.
Εγώ σαν εύκολη λύση για την κλώσα βρήκα να την βάλω μέσα στο φούρνο. Την έβαλα στο φούρνο έκλεισα και την είσοδο με του πούμα (σιδερένιο σκέπαστρο της εισόδου του φούρνου)  και η κλώσα  όπως υπολόγισα ήταν ασφαλής.
Από βραδύς η Μπουρνοβήνα (Σταθούλα του Μπουρνά) είχε κάψει τον φούρνο, έβγαλε το ψωμί και ο φούρνος ήταν ζεστός.
Χωρίς να το καταλάβω έκλεισα  γρήγορα  γρήγορα την κότα στο φούρνο και βιαστικός έφυγα, για την Αγιοπαρασκευή που θέριζε η γυναίκα μου.
Η κότα άρχισε να φτερακάει μέσα στο φούρνο. Η Καλλιόπη η Γιωργούτσαινα, γειτόνισσα κι εκείνη, άκουσε το φτέρακο (πέταγμα) της κότας, ίσως και τα κακαρίσματα. Μα δεν την έβλεπε και δεν ήξερε τι γινόταν.
Η κότα μετά από λίγο, φαίνεται ψόφησε και ψήθηκε με τα πούπουλα. Όταν γύρισα και πήγα στο φούρνο να ανοίξω της κλώσας και να την ταΐσω την βρήκα να θέλει αλάτι και πιπέρι για να νοστιμίσει το κρέας της.  Μπράβο Ζιολή του είπε ένας από τους Γιάννηδες . Μόνο εγώ θα λέγω  τις γκάφες μου και εσείς θα γελάτε.
__ Ζιολή!  Σ’ ευχαρίστησε η Βγένω που συγύρισες την κλώσα;
__Μου είπε με το μυαλό που είχε καλά τα ‘παθε.
     B GIRAKAS  3.1.2016








3 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...


Όπως φαίνεται ήταν μια εύθυμη κι ευχάριστη βραδιά στο καφενείο του χωριού, σε ρομαντικό περιβάλλον. Ζωντανή συζήτηση, με καθημερινά ενδιαφέροντα θέματα, που εξελίσσεται χαρούμενα και με ζωντάνια. Μπράβο στους πατριώτες που στήνουν τη δική τους "Πνύκα."
Παραδόξως δεν υπήρχε πολιτική ενότητα στην όλη συζήτηση! Προς έπαινό τους.

Ανώνυμος είπε...

Ωδή στον Ιερό Λόχο
.
Ανδρέας Κάλβος

Ας μη βρέξει ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μή σκορπίση
το χώμα το μακάριον
που σας σκεπάζει.

Ας το δροσίση πάντοτε
με τ' αργυρά της δάκρυα
η ροδόπεπλος κόρη·
και αυτού ας ξεφυτρώνουν
αιώνια τ' άνθη.

Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα· ψυχαί που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
καύχημα νέον·

σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην,
και από μυρτιά σας έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
στέφανον άλλον.

Αλλ' άν τις απεθάνη
δια την πατρίδα, η μύρτος
είναι φύλλον ατίμητον
και καλά τα κλαδιά
της κυπαρίσσου.

Αφ' ου εις του πρώτου ανθρώπου
τους οφθαλμούς η πρόνοος
φύσις τον φόβον έχυσε
και τας χρυσάς ελπίδας
και την ημέραν

επί το μέγα πρόσωπον
της γης πολυβοτάνου,
ευθύς το ουράνιο βλέμμα
βαθυσκαφή εφανέρωσε
μνήματα μύρια.

Πολλά μεν σκοτεινά·
φέγγει επ' ολίγα τ' άστρον
το της αθανασίας·
την εκλογήν ελεύθερον
δίδει το θείον.

Έλληνες της πατρίδος
και των προγόνων άξιοι·
Έλληνες σεις, πώς ήθελεν
άπό σας προκριθείν
άδοξος τάφος;

Ο Γέρων φθονερός
και των έργων εχθρός
και πάσης μνήμης έρχεται·
περιτρέχει την θάλασσαν
και την γην όλην.

Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης
και τα πάντα αφανίζει.
Χάνονται οι πόλεις, χάνονται
βασίλεια κ' έθνη.

Αλλ' ότε πλησιάση
την γην οπού σας έχει,
θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
ο Χρόνος, το θαυμάσιον
χώμα σεβάζων.

Αυτού, αφού την αρχαίαν
πορφυρίδα και σκήπτρον
δώσωμεν της Ελλάδος,
θέλει φέρειν τα τέκνα της
πάσα μητέρα,

και δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν και ειπείν: τον ένδοξον
Λόχον, τέκνα, μιμήσατε,
Λόχον Ηρώων.

Ανώνυμος είπε...

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
Το κείμενο της επιστολής του Κολοκοτρώνη, έχει ως εξής: «Εις Ελόγου Σας χωρία της Λιοδώρας, όλα από Ζάτουνα έως Ασπρα Οσπήτια. Ευθύς όπου λάβετε το παρόν μου να ακούσετε την φωνήν του γενναιοτάτου χιλιάρχου Δημητράκη Πλαπούτα, τον οποίον διορίζω με πληρεξουσιότητα να πάρη τα άρματα σας και όλοι μαζύ να ελθήτε το ογληγορώτερον κατά το χρέος σας. Του έδωσα άδεια δια εκείνους από εσάς όπου δεν θελήσουν να θύση και να απολέση με φωτιά και τζεκούρι, οι δε λοιποί είσθε εις την αγάπην μου και κάμνετε το χρέος σας με προυθυμίαν, και ελπίζω ότι θ” ακολουθήσετε χωρίς δυσκολίας. Ακολουθήσατε λοιπόν καθώς σας γράφω και ακολουθήσατε τον Καπιτάν Δημητράκη να προφθάσετε το ογληγορώτερον. 15 Ιουνίου 1822, Σαραβάλι εκ της πολιορκίας Πατρών...