Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Ο ΧΡΟΝΗΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ


Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
__Μάθατε τα νέα;  Μας είπε έτσι απλά κι αδιάφορα.
 Εμείς δεν δώσαμε σημασία στα λεγόμενά του, όταν πλησίασε το στρογγυλό τραπέζι του καφενείου που πίναμε τον καφέ μας.
__Εσύ όλο νέα είσαι!  Του είπε ο νεότερος της παρέας.
__Ε,  καλά!   Τότε δε σας λέω τίποτα.
__Μη μας αφήνεις απληροφόρητους, Θανάση.  Πες μας τα νέα που ξέρεις, του είπαμε. Θέλαμε έτσι να σπάσει η ολιγόλεπτη σιωπή μας.
__Θα σας ειπεί ο Πουλακίδας για την αλεπού, που τη βρήκε φύλακα στο κοτέτσι του και συμφωνήσανε να την κάνει κουμπάρα. Αστειεύτηκε κάποιος…
__Όχι δεν είναι αυτό, είπε ο Θανάσης. Άκουσα ότι έρχεται σήμερα στο χωριό ο Χρόνης!
 Όλοι γυρίσαμε προς το μέρος του!
__Και πού το έμαθες αυτό;
__Τώρα τηλεφωνιότανε ‘κει απάνου στην πλατεία με το Λιόγιαννη, θα είναι εδώ, είπε, δέκα και μισή, να τους περιμένει.  Να, ο Λιόγιαννης, έρχεται εδώ. Ρωτάτε τον.
__Καιρός είναι μου φαίνεται, είπε ο Μαγγογιώργης. Πέρσι  και πρόπερσι  Σεπτέμβρη μήνα είχε πάλε έρθει.
Έρχεται κάθε χρόνο με λαχτάρα στον  τόπο που γεννήθηκε, στο χωριό του.  Θέλει να βλέπει τους  λίγους πατριώτες και τους συγγενείς του που μείνανε εδώ , που κρατάνε αυτόν  τον τόπο στη ζωή.
Είχαμε ακούσει για τον ερχομό του και το προσκύνημα που κάθε χρόνο  τέτοιο  καιρό κάνει στο χωριό.
 Οχτώ Σεπτέμβρη. Μαζεμένοι στο καφενείο παρακολουθούσαμε στο βάθος του δρόμου, προς το σπίτι του Γκριντελόγιαννη.  Είχαμε πληροφορία από κει θα ξανάφαινε  με το τσούρμο των τουριστών. Άλλοι  πίναμε καφέ, τσίπουρο και παίζαμε κολιτσίνα. Όλοι-  όλοι καμιά δεκαπενταριά νοματαίοι.
__Λιόγιαννη, τι μαντάτα έχεις; Πού  βρίσκεται το  πούλμαν  με το Χρόνη και τους τουρίστες;
Ξύναμε τα νύχια μας να μάθουμε. Θα βλέπαμε τον πατριώτη μας, το Χρόνη κι άλλους ανθρώπους από ξένα μέρη, θα παίρναμε το χαμόγελό τους και θα δίναμε το δικό μας. Με τα μάτια και τη φαντασία θα ανταλλάσαμε την αγάπη μας, την χαρά μας, τα συναισθήματά μας με τα δικά τους.  Θα μιλάγαμε τη γλώσσα του σώματος και των αισθήσεων . Λίγο ήταν αυτό ;
__Έφτασαν  στην Πλεύρα κι όπου να ‘ναι θα ξαναφάνουν  στου Πετρούλια το σπίτι, μας είπε.
 Δεν άργησε να φανεί ένα πολύχρωμο κομβόι  ανθρώπων, με παρδαλά ρούχα, με κοντά παντελόνια, με τις φωτογραφικές μηχανές στα χέρια και τα σακίδια στην πλάτη. Με χαρούμενα και γελαστά πρόσωπα κοίταγαν και φωτογράφιζαν το κάθε τι στο δρόμο τους.
Ολόκληρο το χωριό, με μας που τους περιμέναμε, θα μας φορτώνανε στις φωτογραφικές μηχανές τους και θα μας πήγαιναν στην πατρίδα τους, τη Σουηδία. Τι άλλο θέλαμε ;
Ένας γέρος, που γνώριζε πολλά, ακούστηκε να λέει!
__Ποιος να περίμενε μέσα από τη μεγάλη  φτώχεια και δυστυχία να βγει τέτοιο παιδί, τέτοιο διαμάντι! Μετά την μεγάλη ταλαιπωρία που γνώρισε αυτή η οικογένεια, εμείς φοβόμαστε πως θα χαθεί αυτή η φαμελιά από τη φτώχεια και τον κατατρεγμό.
Ο Χρόνης έχει δικό του ταξιδιωτικό γραφείο στη Σουηδία και κάθε χρόνο προγραμματίζει τον ερχομό του στο χωριό , μαζί με τους τουρίστες που φέρνει στην Ελλάδα.
__Μπάρμπα, η φτώχεια τον έκανε άνθρωπο. Μπράβο, Χρόνη. Αφού πρόκοψες στα ξένα, τώρα γίνεσαι ταπεινός προσκυνητής στον τόπο σου, στο χωριό σου και δεν λησμονάς τους πατριώτες και τους συγγενείς.
__ Είχε και τύχη το παιδί. Δεν αλλάζει ο δρόμος  χωρίς αυτή, από την μια ημέρα στην άλλη. Άμα θέλει η τύχη όλα σιάζουνε μια χαρά και ας έχεις όσα διπλώματα θέλεις. Η τύχη κανονίζει να γίνεις  φτωχός  ο  άνθρωπος ή πλούσιος, να πάρει το καλό δρόμο ή του διάλου μακριά από δώ.
__Γιαυτό λένε μπάρμπα « Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει»
__Όπως τα λές είναι. Μα είναι και η σκληρή  δουλειά  και ο αγώνας που έκανε και οι ορμήνιες του πατέρα  που δεν πήγαν χαμένες.
Έτσι, χωρίς να μας ξαφνιάσει, ερχόταν αργά-αργά  ενδιάμεσα στους τριάντα οχτώ τουρίστες, με το κεφάλι σκυφτό και με  πρόσωπο σοβαρό και λυπημένο. Σαν κάτι το απόκοσμο να σκεπτότανε!. Ποιος ξέρει τι φόρτιση τον βάραινε;
Κάποια στιγμή έβαλε το δάχτυλό του στο στόμα και δυο δυνατά σφυρίγματα ακούστηκαν, σαν τότε που οι τσοπάνηδες σφύριζαν τα πρόβατα, να σταματήσουν ή να αλλάξουν δρόμο.
Όλοι οι ξένοι  κοντοστάθηκαν  και έστρεψαν την προσοχή και το πρόσωπό τους σ’ αυτόν, να ακούσουν   τι θα τους ειπεί.  Εμείς κοιτάγαμε από περιέργεια τον τρόπο συνεννόησής τους.
Γύρω από το Χρόνη μαζευτήκαμε όλοι, τον καλωσορίζουμε,  τον χαιρετάμε με αγκαλιάσματα, ξεφωνήματα , δάκρυα  και χαρές.
Πήρε βαθειά αναπνοή, χαμογέλασε χαρούμενα που μας έβλεπε και μας είπε:                            _Θα πάμε στην εκκλησία, στο νεκροταφείο και μετά όλοι μαζί με τους ξένους είστε καλεσμένοι να πιούμε ουζάκι και στη συνέχεια  φαγητό στην αίθουσα του Δημαρχείου. Να μην λείψει κανείς!
Με ανάλαφρο περπάτημα, έφτασε κάτω από τον πλάτανο κοντά στο ηρώο. Θυμήθηκε την μικρή πέτρινη βρύση στην ρίζα του που έφτιαξε πριν πολλά χρόνια ο πατέρας του που ήταν ένα καλό συμπλήρωμα της φτωχής μας πλατείας.  Αλλά πάει κι αυτή, την γκρέμισαν, ασέβησαν στο μνημείο κάποιοι……

Πρώτα ζήτησε να μπουν  στην εκκλησιά, να θαυμάσουν τις όμορφες παλιές εικόνες και  να ανάψουν  ένα κερί με την πολυπληθή παρέα του.  Ύστερα έφτασε στο νεκροταφείο,  στον τάφο των γονιών του και της αδελφής του, για να προσκυνήσει και να αφήσει λίγα νωπά  λουλούδια που έφερε μαζί του. Σε αυτούς χρωστούσε ό,τι ήταν τώρα.  Μέσα του ξυπνάνε θύμησες πολλές. Βλέπει με την φαντασία του την μάνα του, τον πατέρα του, την αδελφή του  και τις θυσίες που έκαναν γι’ αυτόν… Τον στήριζαν και του έδιναν δύναμη με την παρουσία τους τριάντα οχτώ  φίλοι του και πεντέξι ντόπιοι πατριώτες .
Έκανε τρισάγιο στη μνήμη τους και ήλθαν  στο πατρικό του σπίτι για νέο προσκύνημα.  Είχαν γεμίσει τον Μαλαπερδέϊκο δρόμο, ακούμπαγαν και κρέμονταν γύρω στον μαντρότοιχο του σπιτιού, πιάνονταν  από την εξώπορτα και τα κάγκελα και αγνάντευαν το σπίτι που γεννήθηκε ο Χρόνης.
Εκείνος τους έλεγε στη γλώσσα τους ιστορίες της ζωής του, πώς μεγάλωσε με τραχανά ,χυλοπίτες  και «χαρόνια». Πώς ζούσε στο χωριό με τους δικούς του, πώς σπούδασε ασυρματιστής στα καράβια  και ταξίδεψε στο κόσμο και την Σουηδία όπου γνώρισε την « Κίρκη που τον μάγεψε», και έδειχνε την γυναίκα του, που ήταν δίπλα του.
Το μυαλό του έτρεχε στην ξυπολησιά εκείνης της εποχής , στον κάμπο της Μαρτίτσας  που είχαν τα ποτιστικά χωράφια με  τ’ αραποσίτια και το ξεροκόμματο, ,
την ξερή μπομπότα που δεν χόρταινε.
 Οι  ξένοι δεν βγάζανε μιλιά. Ακούγανε και κοίταγαν μια το Χρόνη, μια το σπίτι με θαυμασμό.
Κάποιος από μας παρατήρησε:
__ Δεν άλλαξε καθόλου τόσα χρόνια που λείπει στα ξένα  και μιλάει  με  την Γλανιτσιώτικη προφορά σαν να ζει εδώ.
Στην επιστροφή προς την πλατεία δυο παιδάκια, η Δέσποινα και ο Άρης, πρόσφεραν με αγάπη τριαντάφυλλα στις ξένες κυρίες και πήραν πολλά χάδια.
Τα δυο καφενεία γέμισαν με τους πολύχρωμους φίλους μας και ακούγονταν οι ξένες φωνές τους. Άλλοι γέλαγαν , άλλοι τραγούδαγαν, άλλοι μίλαγαν για μας , όπως και εμείς σχολιάζαμε αυτούς μέχρι που τέλειωσε το ουζάκι  και όλοι μαζί πήγαμε στην μεγάλη αίθουσα του Δημαρχείου για φαγητό.
Ο Χρόνης παίρνει πρώτος το λόγο . Μιλάει στους ξένους πρώτα και όταν τελειώνει τον καταχειροκροτούν.  Έπειτα στρέφεται σε μας:
__Πατριώτες, ευχαριστώ για την παρουσία σας εδώ. Είναι μεγάλη τιμή για μένα που παρευρίσκεσθε ……. Ξαφνικά σταματάει , κόβεται η φωνή του.  Ο νους και τα μάτια του στρέφονται στις παρουσίες των συγγενών, των φίλων, των πατριωτών. Σε όλους εμάς που έχει προσκαλέσει να φάμε μαζί.  Ξεκινάει να συνεχίσει τις ευχαριστίες του και πάλε κομπιάει, συγκινείται και χοντρά δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά του.
Τον δυναμώνουν τα χειροκροτήματα μας…… , ξαλαφρώνει από την μεγάλη φόρτιση, ξεθαρρεύει και αποτελειώνει τα λόγια του.
Σηκώνουμε  το ποτήρι και πίνουμε στην υγειά του Χρόνη και των φίλων του τουριστών. Ευχόμαστε καλή διαμονή στην Ελλάδα και χαρούμενα ταξίδια. Εκείνοι ευχαριστημένοι με την όμορφη ημέρα που πέρασαν μαζί μας, τραγουδούν και μας χαμογελούν.
_Έτσι δείχνουν την χαρά και την ικανοποίησή τους, μας είπε ο Χρόνης.
Για τον Χρόνη έχουμε να ειπούμε:
Η Γλανιτσιά είναι ο χώρος του. Η γενέθλια γη που πάνω της δέχτηκε τα πρώτα μηνύματα και αισθήματα αγάπης. Η ψυχή και η καρδιά του έμειναν στο χωριό.  Τι και αν πρόκοψε στην ξένη χώρα που εγκαταστάθηκε και ζει καλά. Το χρέος του είναι χρέος και η μεγάλη του χαρά είναι  να επιστρέφει κατά καιρούς να ιδεί το χωριό του, να ξεπονέσει, να λυτρωθεί, να γεμίσει τα πνευμόνια του με πουρναρίσιο αέρα , να ιδεί τους λόφους του χωριού του τη γη των πατέρων του και προπάντων να προσκυνήσει τους τάφους των δικών του. Αυτό, το κάνει χρόνια τώρα με συνέπεια!
Εμείς λέμε: Μπράβο Χρόνη! Ευχαριστούμε για την αγάπη που δείχνεις στη γενέθλια γη και τους ανθρώπους της!
Μακάρι να βρεθούν μιμητές σου!

          B. GIRAKAS

             

9 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Βαγγέλη μπράβο! και ιδαίτερα για την εισαγωγή. νόνιζα οτι το έπινα καφέ στου μαγγοθανάση και ζούσα το διάλογο!/

ο μαγγογιώρης τι
τους εξηγεί; την ιστορία της αποκάλυψης του τρούλου; ή το πως πλακοσρώθηκαν οι γύρω δρόμοι και έμεινε η πλατεία έτσι;/

πάντως θιός σχωρέστον και πάλι ,δε θα είχανε που να κατουρήσουνε οι άνθρωποι .
*

Ανώνυμος είπε...

΄Ενα μεγάλο μπράβο στον συμπατριώτη μας από τη Β.Ευρώπη,που κάθε χρόνο ταπεινά και νοσταλγικά κάνει το πέρασμά του στα πάτρια εδάφη, συνοδεία των φίλων τουριστών, μπράβο και στον "Παπαδιαμάντη μας", που χρονογραφικά,πλέον,αποτυπώνει τα στιγμιότυπα!
Εύγε, τέλος, στο φίλο μου τον Μπαντέβα και στη Λεημονιά, που λάμπρυναν με την παρουσία τους την ομάδα υποδοχής.

Γιάννα

Ανώνυμος είπε...

στη μια προεδρικη θεση η λεημονια και στην αλλη ο παπας

Ανώνυμος είπε...

Αξιέπαινος ο Χρόνης για την ωραία πρωτοβουλία του.Κατανοώ απόλυτα τη συγκίνησή του όταν έρχεται στα πάτρια εδάφη,που ,όπως φαίνεται,εξακολουθεί να τα νοσταλγεί. Να είναι καλά και να συνεχίζει να επισκέπτεται τον τόπο μας για να λέμε: "Ναι! Έχει και η Γλανιτσια εξωτερυκό τουρισμό....."
Ο Βαγγέλης, αισθηματίας και κείνος,έδωσε στο γεγονος πλατειά περιγραφή με το γνωστό ηθογραφικό τρόπο με μπόλικο συναίσθημα και έκανε αισθητή την είδηση.

Ανώνυμος είπε...

Το χρονικό αυτό του φίλου Βαγγέλη μου θύμησε και τη δική μου ευχάριστη έκπληξη και συγκίνηση, όταν παλιότερα φτάνοντας στην πλατεία του χωριού μας συνάντησα ένα γκρουπ Σουηδών τουριστών και γνωρίστηκα με το Χρόνη του Σειρήνη για πρώτη φορά , Πολυχρονόπουλος γαρ κι ο ίδιος. Είναι γνωστό πλέον πως ο συμπατριώτης μας Χρόνης ,μέσω του ταξιδιωτικού του γραφείου που λειτουργεί άριστα στη Σουηδία, περιλαμβάνει πάντοτε και τη γενέτειρά του στα προγραμματισμένα του ταξίδια στην Ελλάδα.Τον ταυτίζω πολύ με τον ομηρικό Οδυσσέα,που έχει ,όπως κι αυτός στα κατάβαθα της ψυχής του τη νοσταλγία για τη γενέθλιο γη του " το νόστιμον ήμαρ" . Εξακολουθεί να έρχεται αθόρυβα , χωρίς τυμπανοκρουσίες ,σεμνά και ταπεινά για ένα ολιγόωρο προσκύνημα στη γενέθλιο γη ,που το έχει τόσο ανάγκη. Το νιώθω απόλυτα . Νάσαι καλά φίλε Χρόνη στη δευτερή σου πατρίδα,τη μακρινή και φιλόξενη Σουηδία και να σε αξιώνει ο Θεός για πολλά μα πάρα πολλά χρόνια να μας επισκέπτεσαι με την πολυπληθή ομάδα των φίλων σου για το ευλαβικό σου προσκύνημα στον τόπο που σε ανάθρεψε. Φίλε Βαγγέλη μέσα από το χρονικό σου περιέγραψες θαυμάσια το ευχάριστο αυτό γεγονός του ανταμώματος με το εκλεκτό τέκνο της φιλτάτης μας πατρίδας.
marpolix

Ανώνυμος είπε...

Ενα σχολιο την ημερα κανει το γιατρο πιο περα

Ανώνυμος είπε...

αμαν ρε μαρινη μαυρα ματια καναμε νασε ιδουμε.....για μην χανομαστε....gerolykos

ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ είπε...

ΑΓΑΠΗΤΕ ΝΟΥΝΕ ΧΡΟΝΗ ΝΑ ΕΙΑΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΑ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΜΑΣ ΦΕΡΝΕΙΣ ΣΤΗ ΘΥΜΗΣΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΜΑΣ ΚΡΑΤΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ

ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ είπε...

ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΙ ΜΑΡΙΝΗ ΓΡΑΦΤΕ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΓΑΙ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ ΑΦΟΥ ΕΧΕΤΕ ΑΝΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΔΕΝ ΦΝΤΑΖΕΣΤΕ ΤΙ ΚΑΛΟ ΚΑΝΕΤΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΕΣΕΝΑ ΠΑΛΙΟΠΥΡΓΗΣΙΕ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΛΟΓΙΑ
ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ
Ο ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΑΡΗΣ