Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

H γειτονιά μας

Γράφει ο Παλιοπυργήσιος
Έτσι, στη μνήμη τους, μου ήρθε να γράψω κάτι που θυμάμαι για καθέναν από τους γειτόνους ή για κάθε μια από τις γειτόνισσές μας.

Ο Μπαρουνόγιαννης

Πήγαινα κάπου-κάπου, βράδυ συνήθως, στου μπάρμπα Γιάννη (Μπαρουνόγιαννη). Ήθελε παρέα και κουβέντα. Είχε χηρέψει, είχε πεθάνει η γυναίκα του, ίσια που τη θυμάμαι, Αγγέλω νομίζω τη λέγανε. Οι κόρες του Δημήτρω και Ελένη, συνήθως λείπανε για μεροκάματο. Όταν ήσαν εκεί, κάτι χειμωνιάτικα βράδυα, μας φτιάχνανε τσουκαλόκαυτο, ήταν γνωστό, όχι στο χωριό μας μόνο αλλά σ’ όλη τη γύρω περιοχή το εξαιρετικά βαθύ κόκκινο μπαρουνέικο κρασί. Διάβαζε ο μπάρμπα Γιάννης διάφορα βιβλία: Τη Γκόλφω, Τον αγαπητικό της βοσκοπούλας, Τη Μαρία την Πενταγιότισσα. «Ξέρεις» με ρώτησε ένα βράδυ «γιατί τη λέγανε Πενταγιότισσα;» Πού να ξέρω, του λέω. «Γιατί είχε πέντε γυιούς, ρε» μου λέει. Πολύ αργότερα έτυχε να περάσω από τους Πενταγιούς, ένα χωριό εκεί κοντά στο Λειδορίκι, που εκεί είχε το λημέρι της η Μαρία η Πενταγιότισσα, που ήταν αρχηγός μιας ληστοσυμμορίας, φημισμένη για περιστατικά ληστείας αλλά και για την πλούσια φιλανθρωπική δράση της
.Κάθε χρόνο, από τέλη Αυγούστου που άρχιζαν να γουρμένουν τα σταφύλια, ως τον τρύγο έμενε ημέρα και νύχτα στ’ αμπέλι του εκεί κοντά στου «Σούφη το πηγάδι». Έφτιαχνε μια πρόχειρη καλύβα και την άραζε εκεί γιατί του άρεσε αλλά και γιατί δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι το αμπέλι του θα μπορούσε να έχει φύρα, είτε από ανθρώπους είτε από ζούδια και πουλιά. Μου είχαν κάποτε διηγηθεί η αδελφή μου η Μαριώ και η Λεμονιά, η γειτονοπούλα μας, το καλό αυτό κορίτσι, ότι τους έδωσε σ’ ένα καρδαράκι η κόρη του η Ελένη φαγητό πατατοκολόκυθο να του το πάνε. Με πολλή χαρά το δεχτήκανε και χοροπηδώντας προχωρούσαν ανυπομονώντας να φτάσουν γιατί θα της φίλευε κανένα σταφύλι ή κι αν δεν τις φίλευε θ’ αρπάζανε με όποιο τρόπο μπορούσαν. Είτε από το χοροπήδημα ή δεν ξέρουν κι αυτές τι και πώς τους γυρίζει το καρδάρι και να το φαγητό στο δρόμο. Ευτυχώς δεν ήταν με πολύ ζουμί κι έγινε ένας σωράκος εκεί στη μέση του δρόμου. Τι να κάνουνε; Τα χρειαστήκανε, αλλά, πιάνουν με χούφτες το φαγητό, όσο μπορούσαν και το ρίχνουν στο καρδαράκι. Το πήγαν και με τρεμούλα παρακολουθούσαν το μπάρμπα Γιάννη εκεί που το έτρωγε. Σε μια στιγμή τους λέει. «Ρε μπελάδες, σας βλέπω κάτι μου κρύβετε, το φαγητό εδώ στο στόμα μου κάθε φορά όλο και κάτι μου γκριτζιανάει». Στρίβουν σιγά-σιγά, φεύγουν αφού άρπαξαν η καθεμιά από ένα σταφύλι στο χέρι της.
Μετά τον τρύγο και αφού τελείωνε η διαδικασία των κρασιών, τα πατερά της σάλας και τα ψαλίδια στη σκεπή των μπαλκονιών του Μπαρουνόγιαννη ήταν γεμάτα κρεμαστάρες από κείνες τις τόσο νόστιμες και γευστικές «αλεπούδες». Πόσες φορές εμείς τα γειτονόπουλα, πότε φανερά και πότε κρυφά, σκαρφαλώναμε και φτάναμε απ’ αυτές, γιατί τόσο πολύ τις λιμπιζόμαστε.
Θος σχωρέσ’ τονε το μπάρμπα Γιάννη.

Η παπαδιά
Η παπαδιά, η πρεσβυτέρα του τόσα χρόνια παπά του Χωριού μας, του μακαριστού Παπαπάνου, η Σοφία του Μητρόγιαννη. Πάρα πολύ καλή γειτόνισσα. Οι γειτόνισσες όλες σχεδόν, άλλες λίγο κι άλλες πολύ, συμβαίνει να μαλώνουν μεταξύ τους από διάφορες αιτίες. Είτε γιατί τα ζωντανά της μίας μπήκαν και προξένησαν ζημιά στον κήπο της άλλης, είτε γιατί ένα παιδί της δεύτερης κτύπησε το παιδί της πρώτης κ.α. Το είχα σκεφτεί και τότε που ζούσε το σκέφτομαι και τώρα που γράφω αυτά, δεν τη θυμάμαι να μαλώσει ποτέ με μια γειτόνισσα, μας μίλαγε πάντα έτσι καλοκάγαθα, ήρεμα, άσε τα κομμάτια «προσφοράς» που μας φίλευε, ιδίως τα ψυχοσάββατα.
Στο μυαλό μου ήρθε και αυτή η εικόνα της. Θυμάμαι ήταν θεριστής. Σε λίγες μέρες όλοι θ’ άρχιζαν να θερίζουν τα σιτάρια. Τώρα, δε θυμάμαι αν είχαμε ή δεν είχαμε καλή σοδειά κείνη τη χρονιά. Πάντως όπως και να ’ταν ο κάθε φτωχός έπρεπε να μαζέψει τους κόπους του.
Απόγευμα, πέντε περίπου η ώρα. Στην πλατεία ούτε ψυχή. Ο ουρανός βαριά φορτωμένος από μαύρα σύννεφα, που όλο και κατέβαιναν πιο χαμηλά. Είχε σκοτεινιάσει ο τόπος, τα μπουμπουνιταριά σου ’σπαγαν τα τύμπανα και οι αστραπές διέσχιζαν την ατμόσφαιρα σαν οργισμένα πολεμικά ξίφη. Ο καθένας μπορούσε να προαισθανθεί ότι σε λίγο θ’ ακολουθούσε τρομερή χαλαζόπτωση (κοκοσιάλι). Εγώ κι ο αδερφός μου ο Στάθης κάναμε τις βόλτες μας στην πλατεία και καμαρώναμε γιατί δείχναμε ότι δε λογαριάζουμε το τόσο απειλητικό αυτό φυσικό φαινόμενο. Κάποια στιγμή ανοίγει την πόρτα της η παπαδιά και χωρίς να ξεμυτίσει μας βλέπει και μας φωνάζει: «Χτυπάτε την καμπάνα, χτυπάτε την καμπάνα». Εμείς αφού πήραμε την άδεια, γεμάτοι από χαρά γιατί θα χορταίναμε καμπανοχτύπημα, αλλά και γιατί είχαμε ακούσει ότι τα καμπανοκτυπήματα αναχαιτίζουν την χαλαζόπτωση (και στην περίπτωση αυτή έπρεπε ν’ αναχαιτιστεί να σωθούν, να μην πάθουν ζημιά τα σιτάρια, μάλιστα πολλή ζημιά, γιατί ήταν απάνω στο θέρο), σκαρφαλώνουμε στον πλάτανο, εκείνον που είναι κοντά στο μνημείο των Πεσόντων, εκεί κρεμόταν τότε η καμπάνα, και αρχίσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος να χτυπάμε ασταμάτητα την καμπάνα. Γινήκαμε … παπιά! Δε σου λέω για τις φωνές που δεχτήκαμε από τη μάνα μας. Χαλάζι άρχισε να ρίχνει αλλά σε λίγο σταμάτησε. Τώρα σταμάτησε από την καμπάνα, σταμάτησε γιατί έτσι ήταν η εντολή από τους νομοτελειακούς κανόνες της φύσης, δεν ξέρω.
Πάντως εγώ ύστερα από λίγες μέρες εκεί στο σχολείο μας, σε μια ώρα «Ελευθέρων Ανακοινώσεων» διατύπωσα την απορία μου: «Κύριε, γιατί με το κτύπημα της καμπάνας σταματάει να ρίχνει χαλάζι;»
Οι απόψεις που διατυπώθηκαν  από τους μαθητές αλλά και από το δάσκαλο ήταν: α) Το καμπανοχτύπημα είναι μια κρούση και αυτή η κρούση θερμαίνει την ατμόσφαιρα και έτσι οι κόκκοι του χαλαζιού τήκονται (λιώνουν) και μετατρέπονται σε βροχή. β) Το καμπανοχτύπημα ερμηνεύεται ως παράκληση στο Θεό να σταματήσει τη χαλαζόπτωση για να μη προξενηθούν ζημιές.
Τώρα ποια από τις δύο απόψεις είναι περισσότερο αφελής από την άλλη, δεν ξέρω. Πέσε μου κι εσύ αν ξέρεις. Ή ποιος από μας τους μαθητές και το δάσκαλο ήταν πιο αφελής από τον άλλο. Άσε που η θεια-Κοζάταινα ισχυριζόταν ότι το χαλάζι σταμάτησε όχι από τα καμπανοχτυπήματα αλλά γιατί αυτή άνοιξε την πόρτα και πέταξε έξω στην αυλή της τη σιδεροστιά τους αναποδογυρισμένη (με τα πόδια προς τον ουρανό).
Θος σχωρέσ’ τες την παπαδιά και τη θεια-Κοζάταινα.

Η θεια-Κυριάκαινα
Ναι η θεια-Κυριάκαινα ήταν η γυναίκα του Κυριάκου Νταρζάνου (Βλάση), μάνα του Βλασόπανου. Δεν την καλοήξερα γιατί τον περισσότερο καιρό έμεναν στο καλύβι τους στα Σελά. Την έβλεπα όταν ερχόταν από τα Σελά κι όταν έφευγε για εκεί τραβώντας από το καπίστρι ένα σερνικό μουλάρι κόρμπο. Τα καλοκαίρια συνήθως έμεναν στο χωριό. Έτσι καλοκαίρι ήταν όταν διάβαζα εντατικά για να δώσω εξετάσεις στην Ακαδημία. Ήταν τότε που με κόψαν στα τεστ (δηλαδή από την αποχή που έκανε ο πατέρας μου τότε στις εκλογές του 1946!) από τη ΣΤΥΑ. Στρατιωτική σχολή ήταν αυτή και για να περάσεις τότε σε στρατιωτική Σχολή έπρεπε να περάσεις με επιτυχία από πολλά κόσκινα!! Πήρα αποτελέσματα από τη ΣΤΥΑ στις 30 Αυγούστου. Στις 20 Σεπτέμβρη  έπρεπε να δώσω εξετάσεις στην Ακαδημία Τρίπολης. Είχα όπως καταλαβαίνεις 20 μέρες στη διάθεσή μου να προετοιμαστώ. Τις πρωινές ώρες διάβαζα κάτω από κάτι πουρνάρια, στο Καταράχι του Χαρά, στην πίσω μεριά κατά την Μπαλιζού. Εκεί είχε δροσιό και ίσκιο καλό. Το απόγευμα διάβαζα από κει στο βράχο του Γρηγορέα ξάγναντα στη Λιάσκοβα, εκεί είχε παχύ ίσκιο και ησυχία. Και το βράδυ από τις δέκα η ώρα ως τις δύο-τρεις τη νύχτα διάβαζα στη σάλα του σπιτιού μου με ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες. Πολύ ησυχία, όλοι κοιμόσαντε. Μόνο εγώ γιατί διάβαζα (και μάλιστα διάβαζα μεγαλόφωνα γιατί έτσι νόμιζα ότι τα καταλάβαινα καλύτερα) και η θεια-Κυριάκαινα δεν κοιμόμαστε. Αυτή καθόταν μέχρι πολύ αργά στην ξύλινη σκάλα του σπιτιού της γνέθοντας τη ρόκα της (είχε τρεις τσιούπες και χρειαζόταν πολλά υφαντά αργαλειού για την προίκα τους). Εγώ κάπου-κάπου έβγαινα στο μπαλκόνι για να ξενυστάξω και την έβλεπα που έστριβε αδιάκοπα τ’ αδράχτι της. Εκείνη δε μ’ έβλεπε αλλά άκουγε τη φωνή μου που διάβαζα. Και που μέσα στη σιγαλιά της νύχτας ακουγόταν πιο δυνατή. Πόσες φορές έλεγε της μάνας μου, όταν τη συναντούσε: «Μωρ΄ Γιαννού, εκείν΄ το παιδί δε λαλακώνει ούλια τη νύχτα;» Θος ’σχωρέσ’ τηνε.
Τη θυμάμαι άλλη μια φορά. Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό που πηγαίναμε τα μουλάρια μας με το Χρήστο του Ντσίμπιρη στις «Κλάρες», να βοσκήσουν και μεις να κόψουμε λίγα ξύλα, ε, να μη γυρίσουμε μ’ αδειανά τα χέρια, που λέει, το απόγευμα στο Χωριό. Πολλές φορές τραγουδάγαμε με το Χρήστο. Και τραγουδάγαμε ωραία, μέχρι που πιστεύαμε ότι μας ζηλεύουν ακόμα και τα πουλιά που πετούσαν ελεύθερα εδώ κι εκεί. Εκείνο όμως το πρωινό πώς μας ήρθε και καθώς ήμαστε καβάλα στα μουλάρια αρχίσαμε ένα πολύ λυπηρό μοιρολόγι.
«Ο Χάρος εξανάφανε στον κάμπο καβαλάρης,
μάυρος είναι μαύρα φορεί, μαύρο είν’ και τ΄ άλογό του.
Παίρνει τους νιους απ’ τα μαλλιά τους γέρους απ΄ τα πόδια.
Παίρνει και τα μικρά παιδιά μέσα από τα μπεσίκια».
Και προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τις γυναίκες έτσι όπως τις ακούγαμε να μοιριολογάνε στις κηδείες. Είχαμε φτάσει κοντά στα Σελά, κοντά στο καλύβι της θεια-Κυριάκαινας. Κάπου ήταν και μας άκουσε και έκατσε και παρακολουθούσε τον νηχό του μοιριολογιού μας. Τον νηχό που καθώς σκόρπιζε στις γύρω πλαγιές ακουγόταν πιο γλυκός και ακόμα πιο γλυκός και σπαρακτικός ακουγόταν ο αντίλαλός του που ρυθμικά και αυτός έφτανε στ’ αυτιά της. Πόσο παραξενεύτηκε η θεια-Κυριάκαινα γιατί ήταν εντελώς σπάνιο να μοιριολογάνε μικρά παιδιά και μάλιστα έτσι καβάλα στα μουλάρια τους.
Δικαιολογημένα λοιπόν ήταν να παραξενεύεται και να εντυπωσιαστεί η θεια-Κυριάκαινα που όταν την άλλη μέρα συνάντησε τη μάνα μου της φανέρωσε την έκπληξή της λέγοντάς της: «Μωρ’ Γιαννού, πώς μοιριολογάγανε εκείνα τα παιδιά, που σου σπαράζανε την ψυχή».
Θος σχωρέσ’ τηνε τη θεια-Κυριάκαινα. 

Η Πατσιέβω
Τι να γράψω για τη θεια-Πατσιέβω, τη γειτόνισσα, αφού τα έχει γράψει όλα γι’ αυτή ο αείμνηστος Θόδωρος Γιαννόπουλος. Την χαρακτηρίζει «ξάστερο μυαλό», ετοιμόλογη, με το χιούμορ της, τα ευφυολογήματά της, στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από τη ζωή του χωριού μου» σελ. 133.
Εγώ, στη μνήμη της, θ’ αναφέρω μόνο το εξής. Κουβέντιαζε με τη νύφη της τη Γιώτα, την Κυριάκαινα. Κουβέντα την κουβέντα άρχισαν να διαφωνούν και δεν άργησαν να το χοντρύνουν. Ε, δεν σημαίνει ότι κατακρίνουμε τη μία ή την άλλη ή και τις δύο, ήταν μια συνηθισμένη σκηνή που συμβαίνει σχεδόν με όλες τις νυφοπεθεράδες.
Σε μια στιγμή η Γιώτα, προφανώς αστειευόμενη, της λέει:
-   Θέλεις να βαφτίσω το τσιουπί μου και να το βάλω Γιαννούλα, να ξανανιώσω τ’ όνομά σου.
-   Να μην το βάλεις, μωρή, έχει βάλει η Μαγκογιαννού Γιαννούλα, για μένα, και σκάσανε στα γέλια και οι δύο. Τι να πεις για τη θεια-Πατσιέβω. Πάντως το τσιουπί το βαφτίσανε και του δώσανε το όνομα Γιαννούλα. Καλή της ώρα.
Θος σχωρέσ’ τηνε τη θεια-Πατσιέβω.

Ο Μπρούκλης???
Δε θυμάμαι την πρώτη του γυναίκα. Ακουστά έχω, τη λέγανε Βασιλική, ήταν από τα Λαγκάδια, πολύ όμορφη και πολύ καλή γυναίκα.
Η δεύτερη γυναίκα του, η μάνα του μακαρίτη του Βασίλη, ήταν από τη Γλόβοβα το γένος Φαρδέλα. Τη λέγανε Γιωργούλα και επειδή ήταν συγχωριανή της μάνας μου, θυμάμαι, ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας και όταν βρισκόταν κανένα υφασματάκι, μας έραβε κανένα παντελονάκι, γιατί ήταν μοδίστρα.
Ο μπαρμπα-Πάνος, ο Μπρούκλης, είχε πάει στην Αμερική και από αυτό πήρε τ’ όνομά του. Ο πατέρας μου μίλαγε με πολύ καλά λόγια γι’ αυτόν. Νομίζω ότι ο πατέρας μου, γαμπρός της Γλόβοβας, έφτιαξε τα συμπεθεριά να πεντρευτεί τη Γιωργούλα. Μάλιστα τους στεφάνωσε κιόλας.
Εδώ, τήρα να ιδείς, σύμπτωση, όπως θέλεις πέσ’ το, πόσοι χήροι από το χωριό μας παντρεύτηκαν τη δεύτερη γυναίκα τους από τη Γλόβοβα. Αξίζει νομίζω, στη μνήμη τους να τους αναφέρουμε: Ο Μπρούκλης, ο Μαγκόγιαννης, την πρώτη γυναίκα του τη λέγανε Κωστούλα, τη δεύτερη Κωνσταντίνα. Ο Γιάννης Φουρνόδαυλος, Γιαννιάς, η δεύτερη γυναίκα του ήταν Γλοβοβίτισσα. Ο Χαραλάμπης Βασιλόπουλος, ο γερο-Μπρής, η δεύτερη γυναίκα του ήταν από τη Γλόβοβα, νομίζω τη λέγανε Βασιλική (Ξιάλα). Ο Χρήστος Παναγόπουλος (Μπόγιας) τη δεύτερη γυναίκα του τη λέγανε Ασπασία και ήταν από τη Γλόβοβα. Ο Νίκος Αντ. Σταθόπουλος (Χόβης), τη δεύτερη γυναίκα του τη λέγανε Δημήτρω και ήταν από τη Γλόβοβα.
Θυμάμαι το μακαρίτη το γερο-Μπρούκλη που, όταν μας έδιωχνε ο δάσκαλος από το σχολείο γιατί είμαστε άκουροι, τρέχαμε στο σπίτι του και μας κούρευε με την κουρευτική μηχανή που είχε φέρει από την Αμερική, σπάνιο πράγμα για την εποχή εκείνη, μας κούρευε με ευχαρίστηση, χωρίς να δυσανασχετεί καθόλου, όσα παιδιά και να ήμαστε.
Θεός σχωρέσ’ τους.

Ο Ντσίμπιρης
Τι να γράψω για το μακαρίτη το μπαρμπα-Δήμο το Ντσίμπιρη και τη δεύτερη γυναίκα του τη θεια-Κανέλλα μακαρίτισσα κι αυτή. Τα σπίτια μας κολλητά. Είμαστε σα μια οικογένεια. Τόσο κοντά. Όταν τσιγαρίζανε αυτοί τον τραχανά με λάδι και κρεμμύδι, ακουγότανε πρώτα το τσαααάρ και μετά ερχότανε η μυρουδιά που σου ’σπαγε τη μύτη και άρχιζε να νεραπολάει το στόμα σου από τη λιγούρα. Ό,τι  τους έλειπε (και τι δεν έλειπε απ’ όλους εκείνη την εποχή) το παίρνανε δανεικό από μας. Ό,τι  έλειπε από μας το παίρναμε δανεικό από αυτούς, αρκεί να μην είχε νυχτώσει γιατί τότε ήταν χρουσουζιά το να δανείζεσαι, μετά το πέσιμο του ήλιου, εκτός πια αν ήταν τόσο αναγκαίο, έπρεπε όμως να το κρύψεις κάτω από την ποδιά σου.
(Αλήθεια, πόσο διέφερε εκείνη η εποχή από τη σημερινή! Ήταν πολύ μεγάλη η διαφορά, τόση όση διαφορά είναι ανάμεσα στο γάργαρο νερό και στη μπουλουμάτσα της κατεβασιάς. Τότε γύρευες και σου δίνανε το υστέρημα τους κι εκείνοι μένανε ικανοποιημένοι από το περίσσευμα της στέρησης. Τώρα… ).
Μαζί σφάζαμε τα χοιρινά τις απόκριες ή τα Χριστούγεννα με τα τόσα έθιμα και τα τόσα γλέντια. Μαζί μεγαλώσαμε με τα παιδιά τους και ήμαστε σαν αδέρφια.
Θεός σχωρέσ’ τους._

Η θειά-Φωτεινή
Σα να την βλέπω τούτη τη στιγμή. Ερχόταν από την «Κοκκαλιάρα». Ξανάφαινε εδεκεί ανάμεσα από το σπίτι του Μπρούκλη και το Τουρλαίικο (δεν υπάρχει τώρα), μπροστά η γαϊδούρα της με δυο τράσ(ι)τα κρεμασμένα από τα κολλητσάκια, ένα από δω κι ένα από κει, με μια πουγανιά ψωμί το καθένα μέσα, και πίσω η ίδια κουρασμένη, ηλιοψημένη με σφιχτοδεμένη τη μαύρη μπαρέζα, στο κεφάλι της. Τότε εγώ καθρεφτιζόμουνα στη μαύρη της μπαρέζα, διάβαζα τη συννεφιασμένη της σκέψη στο πρόσωπό της και έβλεπα με τη φαντασία μου την απέραντη θλίψη μέσα στην καρδιά της.
Έτσι, της το είχε επιφυλλάξει η μοίρα της, να παίξει και τους δύο ρόλους στη ζωή της και το ρόλο του πατέρα και το ρόλο της μάνας. Διπλά καθήκοντα, διπλές υποχρεώσεις. Ας πούμε, ήταν υποχρεωμένη να κάνει και τη δουλειά του ζευγολάτη. Όχι όμως του άντρα ζευγολάτη αλλά της γυναίκας ζευγολάτη. Έχει μεγάλη διαφορά. Γιατί ο άντρας ζευγολάτης θ’ απολύκει το ζευγάρι του, θα κουμανταρίσει τα ζώα του και μετά θα περάσει από το καφενείο για κανένα ποτηράκι αλλά και για συμμετοχή στο για χάρη ψυχαγωγίας αθώο κουτσομπολιό. Ενώ η γυναίκα ζευγολάτης, όπως η θεια-Φωτεινή, στερνά από το κουμαντάρισμα των ζώων, πρέπει να δει τα κουτσούβελα της, να τα ταΐσει, να μάθει πώς περάσανε την ημέρα τους και ανάλογα, άλλοτε να τα καλολογίσει και άλλοτε να τα φοβερίσει, γιατί ποιος άλλος να τα κάνει αυτά αφού ο πατέρας τους δεν υπάρχει;
Αλλά εδώ ας θυμηθούμε και τούτο. Η θεια-Φωτεινή φοβόταν να μαλώσει τα παιδιά της, φοβόταν μην το αντιληφθεί ο Τάκης (γυιός του γνωστού  Δυσσέα Παπαναστασίου). Ο Τάκης βίωνε μια άσχημη ψυχολογική κατάσταση και εκτός από τ’ άλλα δεν ήθελε να βλέπει ανθρώπους να μαλώνουν, ούτε μανάδες να μαλώνουν τα παιδιά τους. Κάποια φορά που άκουσε τη θεια-Φωτεινή να μαλώνει τα παιδιά της, σηκώνεται από το τουράκι της εκκλησίας που καθόταν έρχεται προς τα εκεί, τρίβει νευρικά τα χέρια του και ρίχνει άγριες ματιές… Η θεια-Φωτεινή τρέχει και κλείνεται στο σπίτι της.
Διπλό ρόλο, όπως η θεια-Φωτεινή, υποχρεώθηκαν να αναλάβουν πολλές γυναίκες του χωριού μας, εξαιτίας του επάρατου εθνικού διχασμού. Τις  αναφέρουμε σε ένδειξη τιμής και μνήμης: Η θεια-Βαγγελιά, η θεια-Βασίλω, η θεια-Ντίνα, η θεια-Γιωργούλα…….
Θεός σχωρέσ’ τες._

Η Τούλα
Κόρη του Θανάση Σταθόπουλου (Κατσαφάνα) και της Θανασούλας… Μαζί με τον άντρα της το Βασίλη Βασιλόπουλο (του Μπροδήμου) ασχολήθηκαν αρκετά χρόνια με το μαγαζί τους, ακούραστα και με περίσσευμα επαγγελματικής τιμιότητας, ειλικρίνειας και ευσυνειδησίας. Παράλληλα με τα καθήκοντά της ως υποδειγματικής συζύγου και μητέρας, έπαιρνε πρωτοβουλίες και έκανε κουμάντο σε πολλά θέματα εκεί στο μαγαζί γιατί ο Βασίλης -ή Βασιλάκος ή μαγαζάς- είχε και άλλες απασχολήσεις, ασκούσε το επάγγελμα του κουρέα, του είχαν ανατεθεί και καθήκοντα προέδρου της κοινότητας μερικά χρόνια, κ.λ.π. Η Τούλα, δυστυχώς έφυγε πολύ νωρίς, δεν πρόφτασε να απολαύσει τους καρπούς από τους κόπους της. Ο θάνατός της δημιούργησε ένα μεγάλο, δυσαναπλήρωτο κενό στο κέντρο του χωριού μας.
Θος σχωρέσ’ τηνε την Τούλα.

Η Γιωργούλα
Η γυναίκα του για κάμποσα χρόνια γραμματέα της κοινότητας του χωριού μας, Θανάση Γιωργιά. Τι να γράψω εγώ για τη θεια-Γιωργούλα, δεν έχει αφήσει τίποτα αυτός ο αχόρταγος «Αβαδαίος» καλή του η ώρα!
Να θυμηθώ εκείνο το «μαυρουουούλααα ’γώ» που το ξεφούρνιζε όταν άκουγε ή έβλεπε κάτι ξαφνικό, αναπάντεχο, δυσάρεστο, αλλά και σε κάθε ανέλπιστο ευχάριστο.
Την αναφέρω σε κάποιο άλλο γραφτό μου από τη θύμησή μου τότε το έτος 1955 που μαζί μας ερχόταν στα Λαγκάδια γιατί συνόδευε το γυιό της Βασίλη καβάλα στο μουλάρι, είχε σπάσει το πόδι του, πήγαινε στην πρώτη Γυμνασίου.
Θ’ αναφέρω, στη μνήμη της και το εξής που μου έχει μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου. Ήταν 1η του Οκτώβρη του 1946, την ημέρα που έγινε το μεγάλο φονικό στις «Γούρνες», που βασανίστηκαν 25 περίπου και που δεν άντεξαν ο ΜΠΑΜΠΗΣ και ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ. Μικρό παιδί, απογευματάκι, βρέθηκα πάνω από το προαύλιο του Σχολείου, κοντά στο κυπαρίσσι του Κουτσού. Βλέπω τη θεια-Γιωργούλα να κατηφορίζει από του Μητσιέλα και να τραβάει τα μαλλιά της, να κορονυχιάζει τα μάγουλά της και ν’ απευθύνεται στο δάσκαλο, που ήταν εδεκεί στην πόρτα του Σχολείου. Ο αείμνηστος Στάθης Σταθόπουλος νομίζω ήτανε, λέγοντάς του: Δάσκαλε, ο Μπάμπης ξεψύχησε, ο Γρηγόρης δεν άντεξε, ο Θανάσης (για τον άντρα της) άραγε θα κρατηθεί; Έτσι κάπως τα θυμάμαι, μικρό παιδί, συγκεγχυμένα. Όποιος τα ξέρει με λεπτομέρειες, ας με διορθώσει.
Θος σχωρέσ’ τηνε τη θεια-Γιωργούλα.

Ο Μακρής
Στη μνήμη του μπαρμπα-Γιάννη Μακρή θ’ αναφέρω δύο περιστατικά.
Ήταν μια χρονιά, που, παραμονές Χριστουγέννων, σφάξαμε μαζί τα γουρούνια. Συνήθως τα γουρούνια τα σφάζανε παρέες παρέες. Στην κάθε παρέα συμμετείχαν συνήθως οικογένειες που τις ένωναν συγγενικοί δεσμοί. Εμείς θα έπρεπε λοιπόν στην παρέα μας να έχουμε τους συγγενείς μας (Αντρίκα, αδερφό του πατέρα μου, Τασιουκλή και Πάτση, πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου, Τέλη και Τασιόρηγο, ξαδέρφια του πατέρα μου, μ’ αυτούς του Μπουντρουβαλαίους, που δεν ξέρω και δεν μπορώ να κατασταλάξω, παρά τις έρευνες που κάνω, γιατί μας λένε Μπουντροβαλαίους). Όμως οι συγγενείς μας αυτοί ήταν κάτοικοι του Παλιόπυργου και πολλές φορές οι καιρικές συνθήκες , συνήθως δυσμενείς τότε που γινόταν το σφάξιμο των γουρουνιών, δεν επέτρεπαν τις μετακινήσεις. Αναγκαστικά λοιπόν μερικές χρονιές σφάζαμε το γουρούνι με παρέα που την αποτελούσαν οι γείτονές μας Ντσίμπιρης, Μακρής και ο Γιώργος ο αδερφός μας, που είχε δημιουργήσει δική του οικογένεια. Μια χρονιά λοιπόν αφού σφάξαμε τα γουρούνια με όλα τα έθιμα, επισκεφτήκαμε με τη σειρά που τα σφάξαμε, όλα τα σπίτια και φάγαμε το πατροπαράδοτο «σηκώτι». Φαγητό και κρασί στο πρώτο σπίτι, φαγητό και κρασί στο άλλο και σε όλα, ήρθαμε σε κέφι, έτσι συνήθως γινόταν, και καταλήξαμε σε μαγαζί του χωριού μας. Εκεί τραγούδι και χορός με το πικάπ, τετρακούβερτο γλέντι. Όλοι, νέοι, γέροι, γυναίκες και μικρά παιδιά το διασκέδαζαν μ’ ευχαρίστηση. Μπροστά στο χορό θυμάμαι ήταν ο Θοδωρής του Ντσίμπιρη, αρκετή ώρα και δεν ήθελε να σταματήσει. Στη γωνιά σε μια καρέκλα καθόταν ο μπαρμπα-Γιάννης ο Μακρής. Όταν έφτανε μπροστά του ο Θοδωρής του απήυθυνε την καθιερωμένη ευχή: «Χρόνια πολλά. Μπαρμπα-Γιάννη, καλοφάγωτο και του χρόνου».
-Ευχαριστώ, παιδάκι μου. Στην άλλη στροφή το ίδιο: «Χρόνια πολλά. Μπαρμπα-Γιάννη, καλοφάγωτο και του χρόνου».
-Ευχαριστώ, παιδάκι μου. Στην άλλη στροφή το ίδιο και πάλι το ίδιο, οπότε κουράστηκε ο μπαρμπα-Γιάννης και ξέσπασε με χαρακτηριστικό τρόπο:
-Ευχαριστώ, ρε παιδάκι μου, με μούρλανες το κατάλαβες, με μούρλανες.
Κάποια φορά πάλι ερχόταν ο μπαρμπα-Γιάννης στου «Λαμπιάνου» με τη γαϊδούρα φορτωμένη ξύλα, με κατεύθυνση φυσικά προς το χωριό. Αντίστροφα από το χωριό προς το καλύβι του, κοντά στης Κυράς το Γεφύρι, πήγαινε ο Πάνος του Μασκαρά. Συναντηθήκανε στου Καρατζιά.
-Για πού το ’βαλες, μπαρμπα-Γιάννη, ρωτάει ο Πάνος.
-Θα πεταχτώ μέχρι την Ποδογορά, παιδάκι μου, απαντάει ο μπαρμπα-Γιάννης. Χωρίς άλλη κουβέντα συνέχισαν το δρόμο τους.
Θος σχωρέσ’ τους και τους δύο.

6 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...


Ο φίλος Παλιοπυργήσιος μας θυμίζει σεβαστά πρόσωπα με στιγμιότυπα από τη ζωή τους.
Οι γείτονές του, λέει. Κι εγώ γείτονές μου τους θεωρώ. Όλο το χωριό ήταν και είναι μια γειτονιά. Απλώς με τα κείμενά του μου έφερε στη μνήμη τα αγαπητά αυτά πρόσωπα και μάλιστα αυτές τις μέρες που εθιμικά τιμάμε τους νεκρούς μας. Μπράβο του.
Ο Θεός να τους αναπαύει όλους.

Ανώνυμος είπε...

Μας θυμίζει σεβαστά πρόσωπα και με σεβασμό!!

Ανώνυμος είπε...

μαθαμε και πως σταματαει το χαλαζι ,αλλα δεν εχουμε καμπανα τωρα

Ανώνυμος είπε...

Καί η η σιδεροστιά τ ανάποδα κανει καλύτερη δουλειά ρε μπανταβέ

Ανώνυμος είπε...

ολα τα λεφτα η κουβεντα μακρη μασκαροπανου!!!!!!!!!

Ανώνυμος είπε...

Ρε πως αλλάξανε οι καιροί !!Μελαγχολία μ έπιασε