Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Ο τόπος μας.

                                                                                    Γράφει ο Παλιοπυργήσιος
 Και ποιός δεν αγαπάει τον τόπο του. Και ποιός δε λατρεύει το χωριό του. Και ποιός δε συμπαθεί τους χωριανούς του και ειδικότερα τους μόνιμους κατοίκους του χωριού του, αυτούς που έμελε να «φυλάνε Θερμοπύλες» και που αυτό είναι τιμή τους και καύχημά τους.
Όσοι μπορούν επισκέπτονται τον τόπο τους και ο τόπος, ικανοποιημένος γι’ αυτό, τους το ανταποδίδει με πολλούς τρόπους. Στο νεκροταφείο του χωριού, π.χ., τα μνήματα πρόθυμα σου κάνουν γνωστό πόσοι και ποιοι διαβάτες πέρασαν από αυτό τον τόπο. Στην εκκλησία του χωριού μας οι εικονιζόμενες φιγούρες των αγίων, ολόιδιες από κείνα τα χρόνια, χαμογελαστές, καλόκαρδες σου θυμίζουν τις κλαψαριστές φωνές τόσων νεοφώτιστων, τη ζωντάνια και την ελπίδα για μια καλή και γόνιμη ζωή των νιόπαντρων αλλά και τα κλειστά μάτια των… απερχομένων. Η πλατεία ζωντανεύει τις ασίκικες κορμοστασιές των νέων, τις περδικόστηθες κοπέλες, που, μαζί με τις υπερήφανες χιονοσκέπαστες γεροντικές φιγούρες μας χαρίζουν αξέχαστες ζωγραφιές από τα πανηγύρια και τις γιορταστικές εκδηλώσεις του χωριού.
 Εκεί στη μέση της πλατείας ορθώνεται η ολοζώντανη τριάδα των πρωτοχορευτάδων του χωριού (Ρηγότασιος, Ρουμελιωτόπανος, Μενάζης) που με τις ασυνήθιστες φιγούρες, τα πρωτότυπα τσαλιμάκια και τον τέλειο συγχρονισμό, τους χαίρεσαι, τους θαυμάζεις και τους απολαμβάνεις
Προχώρα σε όποιον τόπο θέλεις έξω από το χωριό. Μη φοβάσαι μπας και σκοντάψεις, μπας και ιδρώσεις. Μα κι αν σκοντάψεις κι αν ιδρώσεις, λίγες στάλες από το αίμα σου και λίγες στάλες από τον ιδρώτα σου θα σμίξουν με τις στάλες των ασίκηδων της παλιάς εποχής και θα ξυπνήσουν μέσα σου θύμησες που θα σε ανταμείψουν αφάνταστα.
Ρώτα τις πέτρες, τ’ ακλάδευτα κλαριά, τις χέρσες πεζούλες, τις μισογκρεμισμένες στρούγκες, όλα θα σου απαντήσουν πρόθυμα αλλά και παραπονεμένα: Εδώ σκαρφάλωνε ο τάδε για αχλάδια, για σύκα, ετούτο το χωράφι ήταν του ... τάδε. Σε τούτη την πεζούλα έσπερνε μια φορά ο γερο-Αγγελής και εδεκεί στη σφήνα του ’σπασε η αλετροπόδια. Η γρια-Αγγελίνα αυτοχεριάστηκε: Ε, τη ρημάδα, δεν κράταγε να κειώσουμε και τούτη τη ζευγιά. Στη στρούγκα, στο «Δρεπανάκι» εκεί στον Παλιόπυργο ό,τι τελειώσανε το άρμεγμα οι σμίχτες (Αντρίκας, Τασιουκλής, Πάτσης, Καπαλής, Γιαρέντης) τότε το είχαν τρίαγαλο. Τ’ αρμέγανε το πρωί, το βράδυ αλλά και πριν το μεσημέρι που τα γυρίζανε στο στάλο. Παραβόσκανε, βλέπεις τότε! και φοβόσαντε μπας και τους ζεματιστούνε. Οι καρδάρες με μπόλικο λαχταριστό αφρό. Επισκέφτης κι εγώ τότε, οχτάχρονο παιδί «δόστε του παιδιού να φάει αφρό», μα πού κουτάλι; Αλλά να που ένα πουρναρόφυλλο από το γέρικο πρίνο, εκεί στο στρουγκολίθι πρόσφερε πρόθυμα την υπηρεσία του.
Εκεί στον κρεματζαλά κρεμασμένα όλα τα ναχρικά του τυροκομιού. Στο ζαρτσερό κρέμεται το λεβέτι με το γάλα. Πιο κει στραγγάνε οι τσαντίλες με τις μυτζήθρες.
Σε εκείνη τη λάκα, μάτερο χωράφι, θερίζανε μια φορά η Στάθαινα με τις κόρες της. Ο μπαρμπα-Στάθης αγκάλιαζε χερόβολα κι έδενε τα δεμάτια. Ε, ρε κάψα μέσα στη λάβα του καλοκαιριού και ξεκουφαμάρα από τη μονότονη και αδιάκοπη βουή των τζιτζικιών.
Στο Μποσμέικο αλώνι μόλις απολύκανε τα ζα και οι βαλμάδες (Βαγγελάκος, Τάκης, Πετρούλιας, Μαγγόγιαννης, Μακρής) βιάζονται να το μαζέψουν σωρό γιατί φυσάει καταός να προφτάσουν να λιγνίσουν.
Κατηφορίζοντας στα «δυο-ρέματα» ακούγεται εκείθε κατά το «Κουτσουλόπετρο», κάτι σα σιούρηγμα – κάτι σαν κελάηδημα πουλιού. Στέκεσαι, αφουγράζεσαι, γοητεύεσαι και παρακολουθείς. Περιμένεις από στιγμή σε στιγμή να φτερουγίσει αηδόνι από κάποιο κλαρί ή να ξεπεταχθεί από κάποια τούφα κάνας κότσυφας. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Είναι ο μπαρμπα-Κώστας ο Τζίτζιος που σιουράει τα γίδια του να ροβολήσουν στην «Κάτω Λιάσκοβα» να πιούνε νερό. Μα τι σιούρημα είναι αυτό! Τι γλυκήτητα, τι μουσικότητα, τι σπασίματα φωνής! Ένα μπουλούκι παιδαρέλια που κατηφορίζουν για τη λούμπα – εκεί στη «Κάτω Λιάσκοβα» για να κάνουν μπάνιο, ακούνε το σιούρημα του μπαρμπα-Κώστα, σταματάνε άφωνα,  γοητεύονται από το σιούρημα, όπως οι σύντροφοι του Δυσσέα από τις «σειρήνες» και του φωνάζουν, του ζητάνε επανάληψη. Ο μπαρμπα-Κώστας τους κάνει τη χάρη πάλι και πάλι. Τι σπάνια φυσική ομορφιά!
Περνάς απέναντι στου «Λώλη». Προχωράς και φτάνεις εκεί στου «Γιάνναρη». Εκεί βρίσκεις ξάπλα το μπαρμπα- Γιώρη τον Τσιότσιολα, να λιάζεται και να σιγοψιθυρίζει το τραγούδι: «Γιαννάκη, τι τα φόρεσες τα γιορτινά σου ρούχα και το σελάχι το χρυσό τ’ αργυρογαζομένο…». Τι μελωδική φωνή!
Σε συνοδεύουν πάντα οι θύμησες, σε πηγαίνουν αυτές όπου θέλουν, σε γυρίζουν πίσω και κατευθύνονται στις «Γούρνες». Μη διστάζεις, ακουλούθατες. Θα πονέσεις κι εσύ ακούγοντας τα βογγητά από τον απάνθρωπο βασανισμό των εικοσιπέντε πατριωτών και τους επιθανάτιους ρόγχους του ΜΠΑΜΠΗ και του ΓΡΗΓΟΡΗ (1-10-1946). Σκύψε και φίλησε το χώμα αυτό που είναι ποτισμένο με το αίμα τους, γιατί από αυτό φυτρώνει και ανθίζει το δέντρο της ελευθερίας και της Δημοκρατίας.
Τράβα τώρα λίγο δυτικότερα και θα φτάσεις στον «Άγιο-Θόδωρο», που ήταν, λέει λημέρι του Θοδωράκη Κολοκοτρώνη, που εκεί, λέει, γευμάτιζε με τα παλικάρια του το πιο νόστιμο κατσίκι. Εκεί οι Λιακουλαίοι έχουν έτοιμο το λεβέτι με τα πεντανόστιμο γιαργούτι να προσφέρουν στους προσκυνητές, αν είναι η γιορτή της Αναλήψεως, ή στα σχολιαρόπαιδα, αν είναι η καθιερωμένη ημερήσια εκδρομή της Πρωτομαγιάς.
Τώρα, πάντα με οδηγό τις θύμησες πάμε για την «Περαμεριά». Έχουμε κανονίσει τι ώρα θα ξεκινήσουμε, έτσι που να περάσουμε από το «Κάτου νερό» ώρα που να μην είναι νύχτα, ούτε ντάλα μεσημέρι. Γιατί αυτές τις ώρες εκεί, λέει, «κρατεί – χορεύουν νεράιδες».
Ναι, τις είδε, λέει ο… τάδε, το είπε της… τάδε κι ορκιζότανε κιόλας.
Περνάμε της Κυράς το Γιοφύρι και παίρνουμε παγανιά τα καλύβια στου Μπουλημέτη, στο Διχαλωτό, στην Απηδούλα, στην Κοκκαλιάρα, στον Κούφιο………………………………. …………….. Συναντάμε και κουβεντιάζουμε με ανθρώπους ξωμάχους, του μόχθου και του ιδρώτα. Κοντοστεκόμαστε έξω από ένα καλύβι, αφουγκραζόμαστε, ακούμε τραγούδι της ταύλας, μας συγκινεί και βαρούμε την πόρτα. Την ξεμανταλώνουν και μας ανοίγουν. Πεντέξι λεβεντόγεροι καθισμένοι γύρω από ένα σοφρά με τις γκλίτσες τους ακουμπισμένες στον τοίχο, στο ένα χέρι το τσιμπούκι και στο άλλο το ποτήρι με το κρασί. Δύο-τρία σαγάνια απάνου στο σοφρά, σωρωτά με κάτι μπουκούνια βραστό χοντρό κρέας. Άχνιζε το ζουμί, μοσχοβόλαγε το φλουσκούνι. Μας καλωσορίζουν με το τραγούδι: «Καλωσορίστε, φίλοι μου, φίλοι μ’ αγαπημένοι….» «Φάτε και πιέτε, ρε παιδιά, μην το λυπόσαστε, αζύγιαγο είναι». Αξέχαστες στιγμές της παλιάς εποχής. Όμως τι εννοούσαν με το «αζύγιαγο είναι» δεν το κατάλαβα τότε, τώρα το μισοκαταλαβαίνω. Εσύ;
Αυτά μας θυμίζει ο τόπος μας, αρκεί να τον καταδεχόμαστε να τον επισκεφτόμαστε.

13 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Σ' ευχαριστώ για το ταξίδι

κλικ ΕΔΩ

χψ

Ανώνυμος είπε...

και

ΕΔΩ

Ανώνυμος είπε...

ωχουι η μαυρουλα Ξενια

Nis είπε...

Από ενα 12αρι στο κάθε τραγούδι και ενα στο άρθρο του παλιοπυργήσιου

Ανώνυμος είπε...

ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΔΩ ΝΙΣ ΔΕ ΜΟΥ ΤΟ ΔΙΝΕΙΣ ΝΑ ΒΑΛΩ ΕΝΑ......ΠΑΡΤΙΖΑΝΙΚΟ

Ανώνυμος είπε...

θειο παλι καλα που δεν εβαλες την ερικα

Ανώνυμος είπε...


Είμαι απ' αυτούς που διάβασαν το κείμενο με πολλή νοσταλγία. Κοντά σ' αυτά και μια σκηνή στη βρύση της Λιάσκοβας ένα απόβραδο του Θεριστεί, όπου ζα κι ανθρώποι πάσχιζαν για την ύδρευσή τους και γινόταν χαμός.

Ανώνυμος είπε...

την εχετε δει τη λιασκοβα πως καταντησε...πονος

Ανώνυμος είπε...


Μυθιστόρημα Γ ΣΕΦΕΡΗΣ

(Απόσπασμα)

Ι΄

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.
μονάχα λίγες στέρνες,άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος, κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια,τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός.Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.


Ανώνυμος είπε...


Άραγε, μπορεί να μπει σαν στόχος όλων μας η αναβάθμιση της Λιάσκοβας; (Η καρδιά και το αίμα της Γλανιτσιάς).

Ανώνυμος είπε...

με τι λεφτα??

Ανώνυμος είπε...

δε θελει λεφτα..καθαρισμα απο τις ιτιες θελει που φυτευτηκαν χωρις λογο και γενικα της ροης του ρεμματος μεχρι το κεφαλοβρυσο

Gouvitis G είπε...

Φίλε και συνάδελφε Παλιοπυργήσιε.Με το ωραίο οδοιπορικό σου και τις εντυπωσιακές πινελιές της πέννας σου μάς ταξίδεψες νοερά στη γενέθλιο γη μας ,στο " νόστιμον ήμαρ " στον τόπο μας, που δεν είναι άλλος από τη Μυγδαλιά - Γλανιτσιά του Δήμου Γορτυνίας.Μας γύρισες πίσω το χρόνο και τον σταμάτησες στα χρόνια της νιότης σου και της δικής μας νιότης ,όπου παραμένουν πάντα τα νοσταλγικά βιώματα για το χωριό μας αναλλοίωτα και ανεξίτηλα στο πέρασμα του χρόνου.Μας συγκίνησες με τη λιτή και χαρακτηριστική περιγραφή σου για τις τοποθεσιές και τους κατοίκους του ,που έζησαν ή ζούνε ακόμη εκεί.Σε ευχαριστώ και σου εύχομαι η Γλανιτσιά μας, η δική σου και η δική μας Ιθάκη, να μείνει βαθιά χαραγμένη στο νου και στην καρδιά μας. Κλείνοντας το σύντομο αυτό σχόλιό μου σου αφιερώνω τέσσερις επίκαιρους στίχους του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κ.Καβάφη. " Πάντα στο νου σου νά'χεις την Ιθάκη.Το φθάσιμον εκεί είν' ο προόρισμός σου...Η Ιθάκη σ'έδωσε τ΄ωραίο ταξίδι . Χωρίς αυτήν δεν θα έβγαινες στο δρόμο."
Gouvitis G