Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Αρετές και αλήθειες μέσα από τα δημοτικά τραγούδια του λαού μας

ΦΩΤΗΣ ΦΟΥΡΝΟΔΑΥΛΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
Η ομιλία του για το δημοτικό τραγούδι στο χωριό 
Το νόημα της αρετής είναι συνυφασμένο με την ηθική υπόσταση του ανθρώπου, έχει διαχρονικό κύρος και αποτελεί το στέρεο και αναντικατάστατο θεμέλιο του ανθρώπινου πολιτισμού. Γι’ αυτό και οι αξίες (τεχνικός όρος) βάρβαρων και απολίτιστων λαών (βία, έγκλημα, ανελευθερία) παρέμειναν αδικαίωτες από τη ζωή και πέρασαν στο περιθώριο της ανθρώπινης ιστορίας.
Από την άλλη πλευρά, η αλήθεια ταυτίζεται με το πραγματικό. Επομένως οι μύριες όψεις της πραγματικότητας αποτελούν σελίδες του βιβλίου της αλήθειας, μέσα από τις οποίες μπορούμε να ξεχωρίζουμε σε γνωστικό επίπεδο το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος, το δίκαιο από το άδικο, την αλήθεια από το ψέμα και γενικότερα το θετικό από το αρνητικό.
Η κατάκτηση της αλήθειας απαιτεί γνωστική ικανότητα μεγάλη, ενώ η άσκηση της αρετής απαιτεί θυσίες που κάποτε φτάνουν ως την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία.

Οι πρόγονοί μας πάντοτε είχαν το πολύ μυαλό να βρίσκουν την αλήθεια, κυρίως όμως είχαν την αρετή να μάχονται μέχρις εσχάτων για την επικράτηση της αλήθειας.

Χωρίς περισσότερες αναλύσεις για την αλήθεια και την αρετή, που είναι βέβαια χρήσιμες, αλλά δεν είναι το θέμα του παρόντος, θα προσπαθήσω να σας ξεναγήσω στον απέραντο κόσμο των δημοτικών μας τραγουδιών, όπου θα συναπαντηθούμε πολλές φορές με την αρετή και την αλήθεια, τις μεγάλες θεές που λάτρεψε ο λαός μας σ’όλη την ιστορική του διαδρομή.
                                     Τα δημοτικά μας τραγούδια

Δεκάδες χιλιάδες δημοτικά τραγούδια μας κληροδότησε η ζωοδότρα μουσική και ποιητική διάθεση του λαού μας, που ακούγονται ως τα σήμερα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπου υπάρχει ελληνισμός.
Η ανθοφορία αυτής της αξιοθαύμαστης λαϊκής δημιουργίας έλκει την καταγωγή της από τα χρόνια του τρωικού πολέμου και των μεγάλων θρησκευτικών εορτών της ελληνικής αρχαιότητας και αποτελεί υψηλό επίπεδο εξέλιξης της ορμέμφυτης ανάγκης των ανθρώπων, από την πρωτόγονη εποχή, να εκφράζονται με τη γλώσσα της μουσικής και της ποίησης.

Περνώντας από τα αρχαία χρόνια στο μεσαίωνα η ελληνική λαϊκή μούσα συνεχίζει να συνθέτει μνημειώδη δημοτικά τραγούδια, τα οποία καταγράφονται από λογίους, αλλά και τραγουδιούνται από το λαό ως τις μέρες μας πολλά απ’ αυτά.

Τα πρώτα και πιο γνωστά είναι τα ακριτικά, τα οποία υμνούν τους ηρωισμούς των φρουρών των συνόρων (των άκρων) της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η δράση των ακριτών συμπορεύεται με τους αιώνες και έτσι δίνεται ο καιρός στη δημιουργική φαντασία του λαού μας να βγει από τον κύκλο των κοινών αγωνιστών και ηρώων και να πλάσει αρχετυπική μορφή ήρωα, τον γνωστό μας Διγενή Ακρίτα. Είναι ο Ηρακλής των μεσαιωνικών χρόνων του ελληνισμού και απηχεί όλες τις εξάρσεις της ελληνικής ψυχής. Ανυπότακτος και ακατάβλητος, υπερβαίνει σε δύναμη τα στοιχεία της φύσης και νικιέται μονάχα από το χάρο, το φυσικό τέλος της ζωής. Υπάρχει μολαταύτα κυπριακό ακριτικό τραγούδι στο οποίο αναφέρεται ότι ο Χάρος νικήθηκε από το Διγενή και γύρισε άπρακτος στο θεό. "Ετσά αντρειωμένο που τον έκανες και πώς να στον εφέρω" απάντησε στο μεγαλοδύναμο, όταν τον επέπληξε για την αποτυχία του. Το ιδεώδες της αντρειοσύνης σ’ όλο του το μεγαλείο. Αρετή που καλλιεργήθηκε με πάθος από τη φυλή μας, αρετή που διέσωσε την ελευθερία και άνοιξε δρόμους στον πολιτισμό και υπερασπίστηκε τις τύχες της ανθρωπότητας.

Η παράθεση δύο μόνο δημοτικών τραγουδιών για το Διγενή αρκούν, για να ανοίξουν λεωφόρους σε στοχασμούς, αναλύσεις και αποτιμήσεις του άξιου ανθρώπου και του αξιέπαινου τρόπου ζωής.

Το πρώτο

Ο Διγενής κι ο Χάρος

Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.
Πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους.
Νάρθει ο Μηνάς και ο Μαυραϊλής κι αυτός ο γιος του Δράκου.
Νάρθει κι ο Τρεμαντάχειλος που τρέμει η γη κι ο κόσμος.
Και πήγαν και τον βρήκανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογγάει, τρέμουν τα βουνά. Βογγάει, τρέμουν οι κάμποι.
Σαν τι να σ’ηύρε, Διγενή, και θέλεις να πεθάνεις;

Φίλοι, καλωσορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι.
Συχάσετε, καθίσετε κι εγώ σας αφηγιέμαι!

Στης Αραβίνας τα βουνά, στης Σύρας τα λαγκάδια,
που ‘κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό και πάλι φόβον έχουν,          
εγώ μονάχος πέρασα πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρεις οργιές κοντάρι,
νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι.
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια.
Και τόσα χρόνια πόζησα δω στον απάνω κόσμο,
κανένα δε φοβήθηκα από τους αντρειωμένους.

Τώρα είδα έναν ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο,
\πόχει του ρήσου τα πλουμιά της αστραπής τα μάτια.
Με κράζει να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια
κι όποιος νικήσει από τους δυο να παίρνει την ψυχή του.

Και πήγαν και παλέψανε σε μαρμαρένια αλώνια.
Κι όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει
κι όθε χτυπάει ο Χάροντας το αίμα τράφο κάνει.


Το δεύτερο

Ο Διγενής ψυχομαχεί

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέται ο απάνω κόσμος.

Κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια
Κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει.
Πώς θα σκεπάσει τον αητό της γης τον αντρειωμένο.
Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει.
Τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα.
Χαράκι αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνιε.
Στο βίτσισμα έπιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τα αγρίμια.

Ζηλεύγει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει
και λάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.

Προτού κάνω εγώ τα οποιαδήποτε σχόλια για τα δύο αυτά δημοτικά τραγούδια του ακριτικού κύκλου,θα δώσω το λόγο στον εθνικό μας ποιητή Κ.Παλαμά,ο οποίος μ’ένα δικό του ποίημα για το Διγενή σημειώνει ότι ο Διγενής εκφράζει την αιωνιότητα της ελληνικής ψυχής, τους νικηφόρους αγώνες του έθνους μας, τις κορυφαίες μας επιτυχίες και τις θυσίες μας για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, όταν οι περιστάσεις το καλούν.



Ο Διγενής, Κ. Παλαμά

Καβάλα πάει ο Χάροντας το Διγενή στον Άδη κι άλλους μαζί
και τους κρατεί στ’αλόγου του δεμένους τα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο, της ομορφιάς την Πούλια.
Κλαίει, δέρνεται τ' ανθρώπινο κοπάδι.
Και σαν να μην τον πάτησε του Χάρου το ποδάρι,
ο Ακρίτας μόνο ατάραχος κοιτάει το καβαλάρη.
Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα, δεν περνώ με τα χρόνια,
μ’άγγιξες και δε μ’ένιωσες στα μαρμαρένια αλώνια;

Είμαι εγώ η ακατάλυτη ψυχή των Σαλαμίνων.
Στην εφτάλοφη έφερα το σπαθί των Ελλήνων
Δε χάνομαι στα τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω,
στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω.

Τίποτε πιο αληθινό από την ερμηνεία που δίνει ο Κ. Παλαμάς για τη δράση του Διγενή, για τις μεγάλες δηλ. αρετές του λαού μας, όπως εκφράζονται στα ακριτικά δημοτικά μας τραγούδια.
Μόλις προχτές, το 1940-44, ο ελληνικός λαός, ως άλλος ακαταμάχητος Διγενής, χάρισε την πρώτη νίκη στην έντρομη μπροστά στις στρατιές του Χίτλερ ανθρωπότητα. Και στη συνέχεια ο ίδιος λαός αντραγάθησε, ίδιος πάλι Διγενής, στην αντίσταση κατά του επάρατου κατακτητή:

Βροντάει ο Όλυμπος/αστράφτει η Γκιώνα
μουγκρίζουν τ’Άγραφα/σειέται η στεριά.
Στ’άρματα, στ’άρματα/εμπρός στον αγώνα
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά
Και παρακάτω:
Θέλουμε ελεύθερη εμείς πατρίδα
Και πανανθρώπινη τη λευτεριά.

Έτσι τραγουδούσαν τα παλικάρια του λαού μας στα χρόνια της αντίστασης, ανεβάζοντας την Ελλάδα στους ουρανούς του '21.

Μπροστά σ’αυτά τα ιστορικά γεγονότά, ποια απόδειξη μπορεί να είναι ισχυρότερη πως ο ελληνισμός έχει αφετηρία και αδιάκοπη συνέχεια; Συνέχεια ανδρείας, τιμής, πατριωτισμού, συνέχεια άσβεστης δίψας για λευτεριά. Ιδού οι αρετές μας και η ιστορική αλήθεια γι’αυτές, όπως αυτή συμβολίζεται στα τραγούδια για το Διγενή και περίτεχνα ερμηνεύεται από τον Κ. Παλαμά.

Αλλά νομίζω ότι δεν πρέπει να κλείσω το κεφάλαιο του υπέρτατου προστάτη του ελληνισμού Διγενή, χωρίς να προσθέσω δύο πράγματα ακόμη: Τη σύγκριση του ελληνικού έθνους, το οποίο συμβολίζει ο Διγενής, με τα άλλα έθνη και προπαντός την αξία της ελευθερίας για την ανθρώπινη υπόσταση.

Είναι η σύγκριση με το τέλειο που μας επιτρέπει να έχουμε ιδέα για το ατελές, γράφει ο Αριστοτέλης. Το τέλειο το εξέφρασαν και το υπηρέτησαν με πάθος και αυτοθυσία οι Έλληνες. Δικά τους έργα υπήρξαν η φιλοσοφία, η τέχνη, η επιστήμη, ο εξευγενισμός του θρησκευτικού συναισθήματος και η ανάδειξη της ηθικής υπόστασης του ανθρώπου. Πάνω στις αξίες αυτές, που τις συναντάμε σε κάθε στίχο των δημοτικών μας τραγουδιών, και οι οποίες αποτελούν το πνευματικό σύμπαν της ανθρωπότητας, στηρίζεται το έθνος μας και γι’αυτό δεν μπορεί να το σαρώσει κανένας σίφουνας και να το σβήσει από το χάρτη καμιά εχθρική καταδρομή.

Αντίθετα, οι άλλοι λαοί, όσο κι αν ζωγράφισαν, αν έχτισαν, αν τραγούδησαν, έγραψαν ή φιλοσόφησαν, τη δύναμη τους τη στήριξαν στην πράξη σε υλικού χαρακτήρα στοιχεία και συχνά παρασύρθηκαν σε βαρβαρότητες. Η υλική δύναμη τους έκανε να πιστέψουν ότι η θεά τύχη μιλούσε μόνο μ’αυτούς και ο κόσμος είχε γίνει δικός τους, για να καταλήξουν στον πνευματικό και ηθικό τους θάνατο και κάποιοι απ’αυτούς στον ιστορικό τους αφανισμό. Όσο για την αξία της ελευθερίας στη ζωή των ανθρώπων, θεωρώ χρέος ιστορικό να σας παραπέμψω σε δυο γραμμές από το θούριο του εθνομάρτυρα Ρήγα Φεραίου:

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.
Η κατάλυση της ελευθερίας και η άσκηση της εξουσίας από δυνάστη οδηγεί στο εξής αποτρόπαιο αποτέλεσμα:

Ο δυνάστης μεταβάλλεται σε άγριο θηρίο απέναντι στους συνανθρώπους του και ο ραγιάς ξεπέφτει σε κατάσταση αδύναμου, άβουλου και φοβισμένου ζώου. Και οι δύο αυτοί ανθρώπινοι τύποι της ανελεύθερης κοινωνίας είναι ανίκανοι να εμπνευστούν ιδέες που τιμούν τον άνθρωπο, ανίκανοι να θεμελιώσουν πολιτισμό, να καλλιεργήσουν ανώτερα συναισθήματα, να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο και να σπρώξουν το όχημα της ιστορίας προς τον τελικό του προορισμό, την αρετή, την αλήθεια και τον ανθρωπισμό.

Για να διευκολύνω όσους δυσκολεύονται ενδεχομένως να ανοίξουν γόνιμο διάλογο με αρχετυπικές μορφές, σαν τον Ηρακλή και το Διγενή, θα παραθέσω εδώ δυο ακόμη ακριτικά τραγούδια, όπου υμνούνται ήρωες μεγάλης κλίμακας, όχι όμως του τύπου του Διγενή, όσο κι αν ο ένας απ' αυτούς συμπλέκεται με το Χάρο:

1. Του μικρού Βλαχόπουλου

Ο Κων/νος ο μικρός κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος
και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης
αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοτραγουδάνε
κι αντάμα έχουν τους μαύρους τους στον πλάτανο δεμένους.
Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ’Αλέξη τα λιθάρια
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξεριζώνει.

Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν και γλυκοτραγουδούσαν πουλάκι πήγε κι
έκατσε στην άκρη στο τραπέζι.
Δεν εκελάηδει σα πουλί δεν έλεε σαν αηδόνι,
παρά εκελάηδει κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
-Εσείς τρώτε και πίνετε και γλυκοτραγουδάτε
και πίσω σας κουρσεύουνε σαρακηνοί κουρσάροι.
Πήραν τ’Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη.
Ώσπου να στρώσει ο Κωσταντής και να σελώσει ο Αλέξης,
ευρέθη το Βλαχόπουλο στο μαύρο καβαλάρης.
-Για σύρε, συ, Βλαχόπουλο, στη βίγλα να βιγλίσεις
κι αν ειν’πενήντα κι εκατό, χύσου μακέλεψε τους.
Κι αν είναι περισσότεροι, γύρισε , μίλησε μας.
Εβγήκε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίσει.
Βλέπει Τουρκιά σαρακινούς και αράπηδες κουρσάρους.
Πιάνει να τους διαμετράει διαμετρημούς δεν έχουν.
Να πάει πίσω, ντρέπεται, να πάει ομπρός, φοβάται.
Σκύβει φιλεί τον μαύρο του,στέκει και τον ρωτάει:
-Δύνεσαι, μαύρε μ’,δύνεσαι, στο γαίμα για να πλέξεις
κι όσους θα κόψει το σπαθί, τόσους και να πατήσεις;
Δύνεμ’,αφέντη, δύνεμαι στον γαίμα για να πλέξω
κι όσους θα κόψει το σπαθί, τόσους θενά πατήσω.
Μον’δέσε το κεφάλι σου με εννιά πηχών μαντήλι,
μη θυμηθώ τα νιάτα μου και κάνω σαν πουλάρι
και σπείρω τα μυαλούλια σου σ'εννιά πηχών χωράφι.
-Μαύρε μου, άιντε νάμπουμε κι όπου το βγάλει η άκρη.
Στο έμπα χίλιους έκοψε, στο ξέβγα δυο χιλιάδες
και στο καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.
Πήρε τ’Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα
και του μικρού Βλαχόπου την αρραβωνιασμένη.
Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω τους καθίζει.
Στο δρόμο νόπου πήγαινε, σέρνει φωνή περίσσεια:
-Πού είσαι, αδερφέ μου Κωνσταντά κι Αλέξη αντρειωμένε;
Αν είστε ομπρός μου φύγετε κι οπίσω μου κρυφτείτε,
τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δε σας βλέπω,
και το σπαθί μου ράγισε κόβοντας τα κεφάλια
κι ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια.


2. Τρώτε και πίνετ’, άρχοντοι.

Τρώτε και πίνετ’, άρχοντοι, κι εγώ να σας δηγούμαι.
Κι εγώ να σας εδηγηθώ, για έναν αντρειωμένο,
για ένα νιο που τον είδα εγώ στους κάμπους κι εκυνήγα.
Κυνήγα ο νιος κι ελαγόνευγε, ο νιος κι αγριμολόγα.
Κι ο χάρος τον απάντησε, στέκεται και του λέει:
-Έβγαλε, νιε, τα ρούχα σου και θέσε τ’άρματά σου.
Κάνε τα χέρια σου σταυρό, να πάρω την ψυχή σου.
-Δε βγάζω 'γω τα ρούχα μου, δε θέτω τ’άρματά μου,
ούτε τα χέρια μου σταυρό, να πάρεις τη ψυχή μου.
Μον’άντρας εσύ κι άντρας εγώ κι οι δυο καλά αντρωμένοι
κι έλα να πα παλέψουμε σε σιδερόν αλώνι,
να μη χαλάσει η γειτονιά, να μη βουλιάξει η χώρα.
Κι επήγαν και παλέψανε απ’το πρωί ως το βράδυ.
Κι εννιά φορές τον έβαλε ο νιος το χάρο κάτω.
Κι απάνω στις εννιά φορές του χάρου βαροφάνη.
Πιάνει το νιο απ’τα μαλλιά και χάμες τον καθίζει.
-Άφ'σε με, Χάρε, απ’τα μαλλιά και πιάσε μ’οχ τη μέση.
Και τοτεδά σου δείχνω ‘γω πώς ειν’τα παλικάρια.
-Από κειδά τα πιάνω ‘γω ούλα τα παλικάρια
Πιάνω κοπέλες όμορφες και άντρες πολεμιστάδες
και πιάνω και μωρά παιδιά μαζί με τις μανάδες.

Πάλι η υπέροχη, η υπερβολική και υπεράνθρωπη αντρειοσύνη ξεπροβάλλει από τα θεσπέσια ακριτικά τραγούδια, εγγύηση για τη ζωή και την ελευθερία μας.

Έφτασε όμως η στιγμή που η Βυζαντινή αυτοκρατορία πέθανε. Πέθανε, γιατί την κατέλυσαν οι Φράγκοι του Πάπα και οι Τούρκοι που κατέβηκαν από τις βόρειες επαρχίες της Ασιατικής ηπείρου, για να βρούνε καλύτερη τύχη στη μέση και την εγγύς Ανατολή, στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Αλλά, για να εκτροχιαστεί η ιστορία σε τέτοιο σημείο, εκτροχιάστηκε προηγουμένως και μάλιστα σε επαίσχυντο και αποτροπιαστικό βαθμό κάθε μορφή πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο Περίφημο Βυζάντιο.

Έτσι, όταν ολοκληρώθηκε με την άλωση της Πόλεως το 1453 από τους Τούρκους, η καταστροφή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο λαός μας έμεινε μεταφορικά και ουσιαστικά στο έλεος του Θεού. Μεταφορικά, γιατί δεν υπήρχε τίποτε πάνω στο οποίο θα ακουμπούσε για την τύχη του στη ζωή, και ουσιαστικά, γιατί κράτησε βαθιά μέσα του ακλόνητη την πίστη του στο θεό και την έκανε στήριγμα και ελπίδα του για το μέλλον του, όπως φαίνεται μέσα από τα δημοτικά του τραγούδια. Η πίστη αυτή αναδείχθηκε σε εθνική αρετή, γιατί δεν ήταν θρησκοληψία(υπηρέτρια της πλάνης και του εγκλήματος) ούτε στείρος δογματισμός που εκτρέφει το μίσος και οδηγεί σε συμφορές. Πρόκειται για γνήσιο και άδολο θρησκευτικό συναίσθημα, όπως ακριβώς εκφράζεται από το λαϊκό θρήνο για το πάρσιμο της Πόλης:
Σημαίνει ο θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια.
Σημαίνει κι η Αγια-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι.
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες.
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης.
Κι από την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και νάβγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ'αρχαγγέλου στόμα:
Πάψατε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα’άγια.
Παπάδες, πάρτε το ιερά και σεις, κεριά, σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μου’ στείλτε λόγο στη φραγκιά, ναρθούνε τρία καράβια.
Τόνα να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το Βαγγελίο.
Το τρίτο το καλύτερο την Άγια Τράπεζα μας.
Μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν.
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
Σώπασε, Κυρα - Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις.
Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά σας θα’ναι.

Το δημοτικό αυτό ποίημα είναι, όπως είπαμε, ένας λαϊκός θρήνος για το πάρσιμο της Πόλης. Θρήνους για το ίδιο γεγονός έγραψαν πολλοί λόγιοι ποιητές, αλλά κανένας δεν εκφράζει την πίστη ότι ο θεός έχει σημειώσει στο δεφτέρι του και έχει προγραμματίσει την επιστροφή της Πόλης στους Έλληνες και στη Χριστιανοσύνη. Είχαν περάσει τετρακόσια χρόνια από την Άλωση ως το 1821 και η πίστη αυτή του λαού μας, κόντρα στην πατρική  διδασκαλία  των  πατριαρχών  περί  εθελοδουλείας, αποκρυσταλλώθηκε   επιγραμματικά   στη   φοβερή   φράση   του Κολοκοτρώνη "ο θεός υπόγραψε την ελευθερία της Ελλάδας και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του." Ο λόγος του στρατηγού έμοιαζε με θεϊκή προσταγή, που κατέβαινε από τους ουρανούς, για να κλείσει το κεφάλαιο της υπόσχεσης του 1453. Ήταν προϊόν βαθιάς και ακλόνητης θρησκευτικής πίστης, που κράτησε όρθιο το γένος μας εφτά ολόκληρα χρόνια σ’έναν αγώνα άνισο και ανελέητο, ώσπου η νύχτα της σκλαβιάς, που είχε κρατήσει 400 ολόκληρα χρόνια, παραχώρησε τη θέση της στην αυγή της ελευθερίας. Έτσι η πίστη λειτουργεί ως αρετή και με την έννοια αυτή συνιστά γνήσιο και ανόθευτο ψυχικό γεγονός, αληθινό θρησκευτικό βίωμα του λαού μας. Τα άλλα, θρησκευτικές κάστες, πλάνες, ιδεοληψίες και προπαντός άνομες επιδιώξεις στο όνομα του θεού, είναι η κατάρα και ο εκφυλισμός της ορμέμφυτης θρησκευτικής τάσης των ανθρώπων.
Πάρθηκε, λοιπόν, η Πόλη και το σκοτάδι της σκλαβιάς σκέπασε όλες τις επαρχίες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και άλλες γειτονικές μ’αυτήν περιοχές. Αλλά από την επόμενη κιόλας ημέρα άρχισε θανάσιμη πάλη του λαού μας ενάντια στον κατακτητή. Η πάλη αυτή δοξάστηκε από λαμπρά κατορθώματα των ραγιάδων, αλλά κόστισε αίμα πολύ και θύματα αμέτρητα σ' όλον τον ελληνικό χώρο.
Τα γεγονότα αυτά πέρασαν στην αθανασία χάρη στα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια με τα οποία ο λαός μας ύμνησε τους θρύλους της κλεφτουριάς. Είναι τραγούδια υψηλής ποιητικής τέχνης, τα οποία εξυμνούσαν τους αγωνιστές της πατρίδας και ταυτόχρονα σμίλευαν πρότυπα ηρώων και πατριωτών για τις επόμενες γενιές. Σύμφωνα μάλιστα με το Γιάννη Αποστολάκη, εμβριθή μελετητή των δημοτικών μας τραγουδιών, τα κλέφτικα τραγούδια με αλλεπάλληλες πινελιές συμπληρώνουν με τον καιρό τα γενικά χαρακτηριστικά του ολοκληρωμένου ανθρώπου με τις μεγάλες αρετές και τις υπερατομικές επιδιώξεις. Και φαίνεται πως έχει κρίνει σωστά ο Αποστολάκης αν λάβουμε υπόψη μας ότι ακόμη και μέσα στην πυρκαγιά του πρώτου χρόνου της επανάστασης, παράλληλα με τους καημούς για τις δικές τους συμφορές, οι επαναστάτες ένιωσαν βαθύ πόνο και για το δράμα του νικημένου εχθρού. Το τραγούδι που ακολουθεί αποδεικνύει του λόγου το αληθές:

Κλείσαν οι στράτες του Μοριά
κλείσαν και τα δερβένια.
Κλαίνε τα χάνια γι’άλογα
και τα τζαμιά γι’αγάδες
Κλαίνε στους δρόμους τούρκισσες
κλαίνε εμιροπούλες.
Κλαίει και μια χανούμισσα
το δόλιο τον Κιαμίλη.
Αχ, πούσαι και δε φαίνεσαι,
Καμαρωμένε αφέντη,
Ήσουν κολώνα στο Μοριά
Και φλάμπουρο στην Κόρθο,
Ήσουν και στην Ντρομπολιτσά
Πύργος θεμελιωμένος.
Στην Κόρθο πια δε φαίνεσαι,
ούτε και στα σεράια.
Ένας παπάς σου τάκαψε
τα γέρμα τα παλάτια.
Σκλάβος ραγιάδων έγινες
και ζεις ραγιάς ραγιάδων.
Το τραγούδι αφορά το μεγαλοτσιφλικά της Κορίνθου Κιαμίλ Μπέη.

Αντί για κατάρες, πόνος και ανθρώπινη συμπάθεια για τη δυστυχία- το δράμα του δυνάστη εχθρού. Πώς μέσα από μία τέτοια ευγένεια ψυχική, ανώτερο ήθος και ανθρωπιά, να μην ξεπηδήσει ο ολοκληρωμένος Έλληνας, ο νεοέλληνας, που φαίνεται πως πορεύεται χωρίς σκοπό, πάντοτε όμως "ζει και ζένεται με το σκοπό του", όπως θα’λεγε ένας Γρυπάρης; Είπαν κι έγραψαν, όσοι ποτέ δεν αναζήτησαν την ουσία των πραγμάτων, ότι, όσοι σκλάβοι, πήραν τα βουνά στους πρώτους και τους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας, δεν είχαν εθνική συνείδηση, δεν είχαν οράματα κοινωνικά, δεν απέβλεπαν στην απελευθέρωση του γένους των Ελλήνων. Απλά προέκριναν βιοπορισμό μακριά από τον κατακτητή, μακριά από την ταπείνωση και τον ευτελισμό του ανθρώπου. Αλλά κι αν ακόμη ισχύει αυτό σε απόλυτο βαθμό, ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί ότι η άμεση και επίμονη άρνηση του καθεστώτος της σκλαβιάς, όχι μια μέρα, αλλά αιώνες ολόκληρους, άρνηση που πληρωνόταν καθημερινά με αίμα,άρνηση που σύντομα μετατράπηκε σε ένοπλη πάλη της κλεφτουριάς κατά του κατακτητή, δεν ήταν ο ευλογημένος σπόρος από τον οποίο φύτρωσε το δέντρο της ελευθερίας του '21;
Έτσι πορεύτηκαν τα πράγματα στα χρόνια της σκλαβιάς. Έτσι ξεκίνησε ένας Τσεργίνης το 16° αιώνα κάτω στο Μοριά, για να φτάσουμε στον απόγονο αυτού του αγωνιστή, τον ελευθερωτή της πατρίδας, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, για τον οποίο όλοι, Έλληνες και ξένοι, συμφωνούν ότι αποτελεί τον αντιπροσωπευτικό τύπο του νεώτερου Ελληνισμού. Αίσθημα τιμής, πνεύμα ανυπότακτο, αντρειοσύνη, αυταπάρνηση και αυτοθυσία για τη λευτεριά και την πατρίδα, γνήσια πίστη στο θεό, σεβασμός στην οικογένεια και στη γυναίκα με ποινή θανάτου για τους παραβάτες, πόθος και όραμα για την ημέρα της εθνικής λύτρωσης, είναι μερικές μόνο από αρμαθιές αρετών της κλεφτουριάς, τις οποίες εκφράζει το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι και αποτελεί γι’αυτό πολύτιμη εθνική και ιστορική κληρονομιά για μας και πολιτιστικό απόκτημα για την ανθρωπότητα, όπως έγραψε ο ελληνιστής Φρειδερίκος Μύλλερ ήδη από το 1825. Αντηχούν ακόμη τα κλέφτικα τραγούδια στα βουνά και στα λαγκάδια της Ελλάδας. Ανεβείτε για λίγο στα Τρίκορφα του Μαινάλου και θ’ ακούσετε τον αέρα να πηγαίνει και να φέρνει ασταμάτητα το κολοκοτρωναίϊκο τραγούδι:
Λάμπει ο ήλιος στα βουνά
λάμπει και στα λαγκάδια.
Έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά,
οι Κολοκοτρωναίοι.
Πόχουν τ’ασήμια τα πολλά,
τις ασημένιες πάλες
τις πεντ’αράδες τα κουμπιά,
τις έξι τα τσαπράζια.
Π’αυτοί δεν καταδέχονται
Τη γης να την πατήσουν.
Καβάλα παν’στην εκκλησιά,
καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρνουν αντίδωρο
απ' του παπά το χέρι.
Φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά,
φλουριά και στους αγίους.
Και στον αφέντη το Χριστό
τις ασημένιες πάλες.
Χριστέ μας βλόγα τα σπαθιά,
βλόγα μας και τα χέρια.
Ποιητικό αριστούργημα, αποθέωση της κλεφτουριάς,
βίωμα θρησκευτικό, σύμφυτο με τους παλμούς
της ελληνικής ψυχής-ο κόσμος αυτού του τραγουδιού.
Κι απ’την αντικρινή πλαγιά, θ’ακούσετε κάποιο παλικάρι που
νυχτοβόσκησε το κοπάδι του να τραγουδάει:
Με γέλασε μια χαραυγή, τα’άστρι και το φεγγάρι
και βγήκα νύχτα στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια.
Κι ακώ τον άνεμο να ηχά με τα βουνά μαλώνει.
Νεσείς βουνά, ψηλά βουνά, κι εσείς κοντοραχούλες,
τι έχετε που μαλώνετε, τι έχετε που ‘χτρευόστε;
Μη σας βαραίνουν τα νερά και τα πολλά τα χιόνια;
Δε μας βαραίνουν τα νερά και τα πολλά τα χιόνια.
Παρ’μας βαραίνει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι.
Έτσι, πάντοτε, έρχεται η λευτεριά σ’έναν τόπο κι ο κατακτητής τρέχει να σώσει το τομάρι του, όταν η γη νιώσει βαριά τα πατήματα αγωνιστών που θερίζουν κεφάλια αγάδων με το γιαταγάνι τους. Και το σύνθημα τους
"ελευθερία ή θάνατος" είναι πραγματικό και όχι κενός λόγος.
Σε ηπιότερους τόνους άλλα κλέφτικα τραγούδια δίνουν τις διαστάσεις της ορμής, της αποφασιστηκότητας και της αυτοθυσίας των κλεφτών για την ελευθερία, αλλά το ίδιο προσγειωμένα στο στίβο της αγάπης για τη λευτεριά:

-Για φέρτε το ντουφέκι μου, το δόλιο καριοφίλι, για να το ρίξω τρεις φορές κι απέ να  ξεψυχήσω.

-Έχετε γεια ψηλά βουνά, και κάμποι με τα ρόδα.
 Κι εσείς , μωρέ κλεφτόπουλα, που είστε παλικάρια,
 δε σας τρομάζει ο πόλεμος, πηδάτε σαν λιοντάρια.


Και ένα συμβολικό

-Ένας αητός περήφανος, ένας αητός λεβέντης
από την περηφάνια του κι από τη λεβεντιά του
δεν πάει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει
κι έριξε χιόνια στα βουνά και κρούσταλλα στους κάμπους
και μάργωσαν τα νύχια του και πέσαν τα φτερά του.

-Για πάρτε με και σύρτε με, ψηλά στην κρύα βρύση
και βγάλτε τα χατζάρια σας φκιάστε μ’ωριό κιβούρι.
Να’ναι πλατύ για τα’άρματα, μακρύ για το κοντάρι.

Παρέθεσα μερικούς μόνο στίχους από ωραιότατα κλέφτικα τραγούδια, με διαφορετικό ύφος από τα κολοκοτρωναίικα, με την ίδια όμως ψυχή: Το πάθος για τη λευτεριά, τον ισόβιο αγώνα και την αυτοθυσία γι’αυτήν, όπως είπα και προηγουμένως.
Ύστερα από όσα αναφέρθηκαν και αναλύθηκαν ως τώρα, όποιος μπορεί ας μην προσγειωθεί στην αιώνια και μοναδική ιστορική αλήθεια: Η ελευθερία δε χαρίζεται, κερδίζεται με αίμα. Πάντοτε και παντού. "Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία".
                                                                                                                    
                                                                                                Ανδ. Κάλβος


Ας μη νομίσει όμως κανείς ότι τα δημοτικά μας τραγούδια εξαντλούνται με τα ακριτικά και τα κλέφτικα. Υπάρχουν πολλές άλλες κατηγορίες απ’αυτά και όλα τους είναι έργα ανεκτίμητης λαϊκής τέχνης. Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα επικά, τις λεγόμενες παρολογές; Από το είδος αυτό των δημοτικών τραγουδιών θα σας διαβάσω μόνο ένα, την Αναγνώριση, κι εσείς θα κρίνετε τι κόσμος βρίσκεται εκεί μέσα:

Ερόδισε η Ανατολή και ξημερώνει η Δύση.
Γλυκοχαράζουν τα βουνά κι ο αυγερινός τραβιέται.
Παν'τα πουλάκια για βοσκή κι οι όμορφες στη βρύση.
Βγαίνω και εγώ κι ο μαύρος μου με τα λαγωνικά μου.
Βρίσκω μια κόρη πόπλενε σε μαρμαρένια βρύση.
Τη χαιρετώ δε μου μιλεί, της κρένω δε μου κρένει.
-Κόρη, για βγάλε μας νερό , μοίρα καλή να έχεις.
Να πιω και γω κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα σίγκλους έβγαλε, στα μάτια δεν την είδα.
Κι απάνω στους σαρανταδυό τη βλέπω δακρυσμένη.
-Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαστενάζεις;
Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχεις κακή μάνα;
-Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μητ'έχω κακή μάνα.
Ξένε μου, κι αν εδάκρυσα κι αν βαριαναστενάζω,
Άντρα, έχω στην ξενιτειά , εδώ και δέκα χρόνους.
Κι ακόμα τρεις τον καρτερώ και τρεις τον παντυχαίνω.
Κι απέ θα κόψω τα μαλλιά, καλόγρια θα γίνω.
Θα πάω σ’έρημα βουνά, να στήσω μοναστήρι.
Εκειόν να τρώγει η ξενιτειά κι εμέ τα μαύρα ρούχα.
-Κόρη, ο καλός σου πέθανε, κόρη, ο καλός σου ‘χάθη.
Και γω παπά επλέρωσα κι είπε να τα πλερώσεις.
Τούκανα και τα κόλλυβα κι είπε να τα πλερώσεις.
Τον έδωκα κι ένα φιλί κι είπε να μου το δώσεις.
-Εσύ αν πλέρωσες παπά, διπλά να σου τα δώσω.
Αν έκανες και κόλλυβα, διπλά να σου τα δώσω.
Μα για τ’εκείνο το φιλί, τρέχα και γύρευέ το.
-Κόρη μου, εγώ είμαι ο άντρας σου, εγώ είμαι κι ο καλός σου.
-Πες μου σημάδια της αυλής και τότε σε πιστεύω.
-Έχεις μηλιά στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου
Κι έχεις και με τα χέρια σου μια λεμονιά φτεμένη.
-Κάποιος κακός μου γείτονας σου τάπε και τα ξέρεις.
Πες μου σουσούμια του κορμιού και τότε σε πιστεύω.
Έχεις ελιά στο στήθος σου, ελιά στην αμασχάλη.
Κι ανάμεσα στα δυο βυζιά τ’αντρός σου φυλαχτάρι.
-Ξένε μ’, εσύ ‘σαι ο άντρας μου, εσύ και ο καλός μου.


Η περιπέτεια του τραγουδιού, ίδια η περιπέτεια της πιστής Πηνελόπης. Το ήθος αιώνια ελληνικό. Ίδιος λαός, ίδιες αρετές, ίδια ήθη και έθιμα. Τα χρόνια του εθνικού μας βίου περνάνε, συμπληρώνουν χιλιετίες, ο λαός δεν αλλάζει. "Ιστορίης απόδεξης ήδε", θα έλεγε ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος.
Ας ρίξουμε μια γρήγορη ματιά και στα ερωτικά δημοτικά μας τραγούδια. Εδώ θα περίμενε κανείς να περισσεύει η θολούρα του ρομαντικού  συναισθηματισμού  και άλλες τελείως περαστικές συναισθηματικές εξάρσεις, μάλλον άσχετες με τη σοβαρότητα του ανθρώπινου βίου. Οποία πλάνη! Ο στέρεος, αταλάντευτος και θεμελιώδης για τον ανθρώπινο βίο κόσμος των ερωτικών δημοτικών μας τραγουδιών, φανερώνεται με όλο του το μεγαλείο κι από ένα μονάχα τέτοιο τραγούδι:

-Ας παν’ να δουν τα μάτια μου πώς τα περνάει η αγάπη μου.
Μην ηύρε αλλού κι αγάπησε και μένα μ’απαράτησε.
-Ποιος τόειπε, δεντρουλάκι μου, δε σ’αγαπώ, πουλάκι μου;
Αν τόειπε ο ήλιος, να μη βγει, τα’άστρι, να μη φανερωθεί.
Κι αν τόειπε το Ρηγόπουλο, της Πάτρας τα’αρχοντόπουλο,
χήρα να ιδώ τη μάνα του, στα μαύρα την κουνιάδα του.
Την αδερφή του καλογριά κι αυτόν το νιο στα σίδερα.
Νάχουν τα σίδερα δροσιά, νάχει κι ο νιος παρηγοριά.

Μέσα από οχτώ μονάχα δεκαπεντασύλλαβους στίχους ο ερωτευμένος άντρας ξεσπά σε πρωτοφανείς κατάρες, ακόμη και εναντίον στοιχείων του σύμπαντος, και για μια μόνο ψευδή διάδοση σε βάρος της ερωτικής του πίστης. Έτσι θεμελιωνόταν η αγάπη των δύο φίλων τον παλιό καιρό, όπως ανάγλυφα την περιγράφει και τη διασώζει το δημοτικό τραγούδι. Πάνω σ’ αυτό το ιερό συναίσθημα - ύψιστη αρετή – στηριζόταν η κοινωνική ευρυθμία, η οικογενειακή ευτυχία, η ομαλή ψυχική ανάπτυξη των παιδιών.
Στις μέρες μας, εδώ και πολύν καιρό, η ερωτική πίστη και αγάπη περιφρονήθηκαν και διαπομπεύτηκαν. Στη θέση τους θρονιάστηκε η ηδονιστική σχέση των δυο φύλων, ως μόνος και αποκλειστικός παράγοντας της ευτυχισμένης ζωής. Καρποί της αντίληψης αυτής και πρακτικής είναι σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική παραλυσία, η ψυχική ερημιά αντρών και γυναικών και ο ανερμάτιστος βίος της νεολαίας. Είναι όμως καιρός να ανατάξουμε τα πράγματα. Οι άντρες να σεβαστούν τις γυναίκες κι αυτές, ελεύθερες κι ωραίες πια, να γίνουν το κόσμημα της κοινωνίας. Το μήνυμα έρχεται κι από τα ένδοξα και τόσο πικρά χρόνια της κλεφτουριάς:

Άιντε και βάνε τ' άρματα
κι έλα στην κρύα βρύση,
να περπατάμε στα βουνά
στης λιάκουρας τα χιόνια.
Να είσαι της αυγούλας η δροσιά
και του Μαγιού η πάχνη
και μέσα στο λημέρι μου
να λάμπεις σαν την πούλια.

Ο χρόνος πιέζει αλλά πρέπει να μνημονεύσουμε και τα τραγούδια της ξενιτειάς, πρωτοξάδερφα με τα τραγούδια της αγάπης,αφού η ξενιτειά χώριζε στην αράδα αγαπημένα αντρόγυνα και όχι μόνο. Η αγάπη για την πατρίδα και η λαχτάρα της επιστροφής δεν έλειψαν ποτέ από την ψυχή και την καρδιά των ξενιτεμένων. Η τύχη όμως δεν ήταν πάντα με το μέρος τους. Πολλοί πρόκοβαν κι έφερναν τον πλούτο τους στην πατρίδα. Άλλους τους θέριζαν οι αρρώστιες κι άφηναν τα κόκκαλά τους στις ξένες πατρίδες.
Για τα καλά που μας χάρισαν οι ξενιτεμένοι μας ξέρουμε πολλά, λίγα όμως και πολύ λίγοι από μας γνωρίζουμε για τις συμφορές τους. Ένα δημοτικό τραγούδι της ξενιτειάς θα μας τα πει όλα:

-Διαβάτες, που διαβαίνετε, περάτες, που περνάτε,
μην είδατε το γιόκα μου τα φύλλα της καρδιάς μου;
-Για πες μας τα σουλούπια του, σουλούπια του κορμιού του.
-Ήταν ψηλός σαν το βεργί, λιγνός σαν το καλάμι,
ήταν φεγγαροπρόσωπος, ήταν καγκελοφρύδης.
Φορούσε και στο χέρι του μαλαματένια βέρα.
-Εψές, προψές τον είδαμε στη μέση σ’ έναν κάμπο.
Μαύρα πουλιά τον έτρωγαν, άσπρα τον τριγυρίζαν.
Κι ένα πουλί, καλό πουλί δεν τρώει, μόνο τον κλαίει.
-Φάγε κ συ, πουλάκι μου, απ’ αντρειωμένου πλάτες,
να κάνεις πήχη το φτερό και σπιθαμή το νύχι.
Όλον, πουλιά μου, φάτε με και καταλύσετε με.
Αφήστε μον’την πλάτη μου και το δεξί μου χέρι,
να γράψω τρία γράμματα, πικρά φαρμακωμένα.
Να στειλ’ένα της μάνας μου, τ’άλλο της αδερφής μου.
Το τρίτο το καλύτερο να στείλω της καλής μου.
Να τ’αναγνώνει η μάνα μου, να κλαίει η αδερφή μου.
Να τ’αναγνώνει η αδερφή, να κλαίει η καλή μου.
Να τ’αναγνώνει κι η καλή, να κλαίει ο κόσμος όλος.

Θα αντιπαρέλθω άλλες κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών, όπως του γάμου, βλάχικα, γνωμικά ,εργατικά και άλλα , και θα καταλήξω μ’ένα κρητικό που υμνεί τη μουσική δύναμη της λύρας, δένοντας στην προσπάθεια αυτή τον πάνω με τον κάτω κόσμο. Το τραγούδι μπορεί κάλλιστα να είναι και μοιρολόι. Έτσι θα ταξιδέψετε στον κόσμο του μοιρολογιού, χωρίς να λυπηθείτε:

Σ’ενός λυράρη την αυλή εκόνεψεν ο χάρος.
Κι ανεσηκώθη ο λυρατζής, παλιό κρασί να φέρει,
σαν νάταν φίλος του ακριβός, να τόνε τραπεζώσει.
Και ξεκρεμά τη λύρα του, γλυκό σκοπό να αρχίσει,
σαν νάτανε κάνας γλετζές, να τόνε ξεφαντώσει.

-Άσε το δίσκο, λυρατζή , και κρέμασε τη λύρα.
Φύλαξε το δοξάρι σου, για δεν το ματαπιάνεις.
Και κάτσε να χαζιρευτείς, τα σκολινά σου βάλε,
γιατί σε παίρνω σύναυγα και πας στον κάτω κόσμο.

-Χάρε, αν θέλεις, άσε με τη λύρα μου να πάρω,
όπου μιλούν οι χορδές της και κλαίει ο καβαλάρης.
Και τα γερακοκούδουνα το δοξαριού μου λένε
του πάνω κόσμου τις χαρές, της νιότης τα τσαλίμια,
την ομορφιά των κοριτσιών, της λεβεντιάς τη χάρη.

Και μιας αγάπης μου παλιάς το κάνω πασιγέτι,
που μου διπλοπαράγγελνε τη λύρα μην ξεχάσω,
στον κάτω κόσμο όταν θαρθώ.
-Δε στην αφήνω, ζάβαλε, καλλιάχω να τη σπάσεις.
Γιατί με το δοξάρι σου σηκώνεις ποθαμένους.
Και θ’ αρχινίσεις κοντυλιές να ταραχίξεις τσάντρες,
να ξεμυαλίσεις κοπελιές, να ξετρουνίσεις γέρους.
Και θα πλανέψεις τα μωρά να θέλουνε κανάκια.
Και θα μισήσουν τα κελιά του Νάδη τα καστέλια.
Κι ούλοι θα θένε νάρθουνε στον κόσμο τον επάνω.



Φαίνεται ξεκάθαρα από το πανέμορφο τραγούδι που διάβασα προηγουμένως ότι ο Έλληνας βρίσκεται σε ανειρήνευτη πάλη με το θάνατο. Φυσικά δεν μπορεί να τον νικήσει. Έχει όμως κερδίσει μια σπουδαία νίκη. Δεν παρασύρεται από πεισιθανάτιες απόψεις και αντίστοιχες μεταφυσικές θεωρίες. Ψηφίζει σταθερά τη ζωή, πιστεύει στη ζωή, δημιουργεί στη ζωή και ξέρει πολύ καλά ότι η ζωή δε δικαιώνεται από τη διάρκεια, αλλά από την ποιότητα, την αρετή, την αλήθεια και τον ανθρωπισμό.

Επίλογος


Η καταρρέουσα ηθικά ανθρωπότητα με γοργούς ρυθμούς, όπως δείχνουν τα σημάδια των ημερών μας, έχει ανάγκη από μια καινούρια καμπή, όπως έγινε με την αναγέννηση που την έβγαλε από το Μεσαίωνα. Οι αρετές, οι αξίες και οι αλήθειες που εμπεριέχονται στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια όλων των αιώνων, σιγουρεύουν αυτούς που έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους για το πού και πώς πρέπει να πορευτούν, για μια ζωή που θα τιμά τον άνθρωπο.
Εκτός από την αρχαία ελληνική κληρονομιά, που έφερε την Αναγέννηση, υπάρχει για την ανθρωπότητα και η νεοελληνική κληρονομιά, όπως άριστα αναδύεται μέσα από την μουσική και ποιητική λαϊκή μας δημιουργία, τα αθάνατα δημοτικά μας τραγούδια και όχι μόνο. Όσο όμως τις τύχες της ανθρωπότητας θα τις χειρίζονται λαοί που δεν έριξαν ποτέ ούτε μια ντουφέκια για την ελευθερία του κόσμου, αλλά αντίθετα τον έπνιξαν στο αίμα του όσες φορές μπόρεσαν, η ανθρωπότητα θα κατρακυλάει στην άβυσσο της κόλασης.



Δεν υπάρχουν σχόλια :