Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ Από το βιβλίο του Κώστα Π. Μαρίνη

      ΙΙΙ. Τ’ ΑΡΡΕΒΩΝΑΔΙΑ
 (Λαογραφική  Μελέτη) Αθήνα 1929 
Ήσαν από καιρό σε λόγια ο μπαρμπα Φώτης με το Δήμο το Μεριάνο, για ναν του δώκει την ακριβοδοχατέρα του τη Χρυσάνθη, και πες πως τα είχανε ψημένα. Έλειπε μόνο η οριστική απάντηση, που την ήφερε τώρα ο Αλέξης : πρώτα ο Θεός το Σαββάτο γίνουνται τ’ αρρεβωνάδια!....
Ούλη τη βδομάδα λοιπόν κάνανε τρικούβερτες ετοιμασίες στο σπίτι του μπαρμπα Φώτη, για να καλοδεχτούνε  τους συμπεθέρους. Κρισαρίζανε, ζυμώνανε, φτειάνανε γλυκίσματα.
Η Χρυσάνθη και η νύφη της η Γιώργαινα, γυναίκα του τρανήτερου αδερφού της, δεν καταστάθηκαν ολότελα : έπρεπε τ’ αρρεβωνάδια να γένουν ανάλογα με ταρχοντόσπιτο του γερο Φώτη.
Έφτασε το Σαββάτο κι όλα ήσαν έτοιμα. Το βράδι-βράδι δυό σμπάρα ακουστήκανε, σημείο πως ξεκινήσανε από το σπίτι του γαμπρού. Στο σπίτι του γέρο Φώτη ήσανε μαζωμένοι ούλοι του οι συγγενήδες για να καλωσορίσουνε τους συμπεθέρους, που νάτοι και φτάσανε. Μπροστά ο πατέρας του Δήμου καβάλα στ’ άλογό του, φορτωμένο με τα πρεπούμενα :
δυό τραγιά ψημένα, δυό βαρέλες κρασί, δυό τσουρέκια ψωμί και τις δυό τσαπέλες τα σύκα, που «καλομελετάγανε» τη γλυκάδα τουν αρρεβωνιασμένων όσον καιρό θα μένανε αρρεβωνιασμένοι. Παραπίσω ερχόταν ο παπάς, ο κουμπάρος, που είχε βαφτισμένον το Δήμο και τώρα θα λλαζε τα δαχτυλίδια και θάν τον στεφάνωνε στερνά, και άλλοι μια δεκαπενταριά στενοί συγγενήδες του Δήμου, που τον είχανε στη μέση.
- Καλώς ορίστε συμπεθέροι! τους καρτερέσανε, με το μπαρμπα Φώτη πικεφαλή, οι συγγενήδες της νύφης.
- Καλώς σας ήβραμε! Στερεωμένα! Πάντ’ αγαπημένοι!....
Μπήκανε μέσα στο σπίτι, μπροστά οι δυό γεροσυμπεθέροι αγκαλιασμένοι και πίσω οι άλλοι. Στην πόρτα, καθώς μπαίνανε, τους κέρασ’ έναν ένανε ο Γιώργης, ο τρανήτερος γιός του μπαρμπα Φώτη, δίνοντάς τους να πάρουνε κι απόνα γλυκό από το τεψί που είχε δίπλα του, πάνου σ’ ένα τραπέζι.
Καθήσανε ούλοι γύρο γύρο και οι νιότεροι αρχίσανε κάποιο τραγούδι. Σε λίγο μπήκε η νύφη, πήγε φίλησε το χέρι του παπά, στερνά του πεθερού της, που την ανασπάστηκε στο κούτελο, και κατόπι κατά τάξη ουλουνώνε του συγγενήδωνε του γαμπρού που τη φκηθήκανε : να ζήστε, να γεράστε, με γιούς και με γγόνια!
Άλλαξ’ έπειτα ο νουνός τα δαχτυλίδια κι απέ καθήσανε ούλοι γύρο γύρο στο τραπέζι. Βλόησ’ ο παπάς κι αρχίσανε να τρώνε. Σε λίγο σήκωσε ο πατέρας του γαμπρού το γιομάτο :
-          Βλόγατο, εις υγεία μας, πολίχρονοι, χαιράμενες στις χαρές σας ανύπαντροι, καλά στέφανα!.... και σε κάθ’ εφκή έστριφτε κατά κεινούς που φκιότανε, που τον φχαριστάγανε απαντώντας : πολίχρονος, να ζήσουν τα παιδιά σου, ενώ ο Δήμος και η Χρυσάνθη στο «καλά στέφανα» προσκυνήσανε.
Αρχίσανε τα τραγούδια στερνά κι από τα μεσάνυχτα και κάτου τραγούδια και χορούς αντάμα, ως την αβγή που βάρεσε η δέφτερη καμπάνα. Τότες ετοιμαστήκανε να πάνε στην εκκλησιά. Στο σπίτι έμεινε μόνον ο Γιώργης, για να τοιμάσει το φαί που θα τρώγανε άμα γυρίσουν.
Απολείτρουγα οι άντρες καθήσανε σιαχάμου τα μαγαζιά με τον άλλον κόσμο. Άμα κόντεβε το γιόμα γυρίσανε στο σπίτι, φάγανε, ήπιανε, γλεντήσανε λίγο, γιατ’ ήσανε κουρασμένοι και βραγνιασμένοι από της νύχτας τα γλέντια κι από την αυπνία, και φύγανε αποχαιρετώντας τους σπιτικούς και φκιόμενοι «και στα ποδέλοιπα». Στην πόρτα που βγαίναν ένας ένας, τους έρηξε η νύφη τις χάρες, μεταξωτά μαντήλια που τα κάρφωσε στα μειντανογέλεκά τους.
Ταπόγιομα ως την άλλη Κυριακή περάσαν από τ’ αρχοντικό του μπαρμπα Φώτη ούλοι οι συγγενήδες του γαμπρού, ένας ένας με τις γυναίκες τους – οι μελλούμενες θειάδες της Χρυσάνθης – για ν’ ασημώσουνε τη νύφη όπως ήταν της τάξης με διάφορα μαλαματικά : σταβρούς, δαχτυλίδια, σκολαρίκια.


1 σχόλιο :

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΡΕΚΑΣ είπε...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του συμπατριώτη μας Κώστα Μαρίνη η Κωστούλη, το οποίο αναζητώ από τα παιδικά μου χρόνια. Ένα αντίγραφο αυτού του βιβλίου είχε ο πατέρας μου, το οποίο ανακάλυψα και διάβασα για πρώτη φορά όταν ήμουν μαθητής το δημοτικό σχολείο. Στην παιδική αφέλεια το δάνεισα σε κάποιο συμπατριώτη που είχε έρθει από την Αθήνα και ετσι το έχασα και αντιμετώπισα την επίπληξη του πατέρα μου. Από τότε το αναζητούσα μέχρι που εφέτος ανακάλυψα ένα αντίγραφο του στο Μοναστηράκι. Ο πατέρας δυστυχώς είχε φυγει για πάντα και έτσι δεν μπόρεσα να του το επιστρέψω.
Στο πίσω μέρος του βιβλίου ο συμπατριώτης μας συγγραφέας έχει σημειώσει: «γράφτηκε στη Γλανιτσιά της Γορτυνίας, το Χινόπωρο του 1919, για το Λαογραφικό Φροντιστήριο του Πανεπιστημίου, του μακαρίτη καθηγητή της λαογραφίας Ν.Γ. Πολίτη.
δημοσιεφτηκε, με κάμποσες προσθήκες, στη «Νέα Εστία» , το λαμπρό περιοδικό του κ. Ξενόπουλου, από τον Οχτώβρη του 1927 ως τον Απρίλη του 1928.
τώρα βγαίνει την διορθωμένο και με καινούριες προσθήκες, χρήσιμο για τον καθένα, που θα θελήσει να περάσει την ώρα του, μαθαίνοντας συνάμα και διάφορες λεφτομέρειες για την παλιότερη γεωργοποιμενική ζωή του τόπου μας και βγάζοντας αρκετά γλωσσολογικά κ έθιμοηθογραφικά πορίσματα.
Τα πράματα παρασταθήκανε απλά- όπως ακριβώς είναι, με ταγνά της Φύσης φορέματα και με ατόφυα τα δικά τους στολίδια και γνωρίσματα μονάχα, χωρίς κανένα ψεφτικο και επινοημένο φτειασίδι». Το μετέφερα όπως ακριβώς το έγραψε στην τελευταία σελίδα στην έκδοση του 1929.