Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Ο ΜΑΡΩΓΙΑΝΝΗΣ

Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Μικρός τον έβλεπα συνέχεια στην πλατεία, στους δρόμους του χωριού, στις γειτονιές. Είχε την αθωότητα πάντα μικρού παιδιού. Πρόφερε αργά την κάθε λέξη, λες και έπρεπε να περάσει από διαδικασία λογοκρισίας.
Κάποιες φορές, με έντονη προφορά του ρ , δυσκολευόταν να μιλήσει πολύ καθαρά. Δεν πείραζε φυσικά κανέναν αυτή η χαρακτηριστική ομιλία του. Αντίθετα, όλοι τον αγαπούσαμε και κείνος μας έδειχνε την αγάπη του , με το καλοσυνάτο χαμόγελό του , κάθε φορά που μας αντάμωνε, στην πλατεία, στα χωράφια, στο καφενείο.
Μας ήξερε όλους έναν-έναν οικογενειακώς. Μιλάγαμε, συνεννοούμασταν και τα πηγαίναμε καλά σαν παιδιά.
Σαν μεγάλοι αργότερα, δεν άλλαξαν οι συνήθειες. Μόλις τον βλέπαμε, τρέχαμε κοντά του να του μιλήσουμε, να τον φιλέψουμε, αν τρώγαμε λίγο ψωμί, ένα σταφύλι, κανένα αχλάδι.

Έφτανε που γινόταν η χειρονομία. Από κει και πέρα ήσουν φίλος του. Ο δικός του άνθρωπός .
Έφτανε που του μίλαγες. Τον υποχρέωνες, σου άνοιγε την ψυχή του, την καρδιά του. Δεν κράταγε μυστικό, το μετέφερε αυτούσιο, αυθεντικό όσο μπορούσε και του επέτρεπε το λεξιλόγιό του.
Ότι έπεφτε στην αντίληψή του, το έλεγε άφοβα, χωρίς πάθος, χωρίς ευθύνη, χωρίς σκέψη. Ακόμη και  ας ήταν σε βάρος του.
Τον προβληματίζαμε, του μιλάγαμε, τον βάζαμε σε διαδικασία να σκέπτεται, ν’ απαντά.
__Γεια σου Γιάννη. Τι κάνεις;
__Καλά, ευχαριστώ. Εσύ;
__Τι εγώ Γιάννη;
__Εσύ τι κάνεις;
Απαντούσε! Ρωτούσε με συμπάθεια, με νόημα, με ενδιαφέρον για τον αδελφό, που είχαν περίπου την ίδια ηλικία, την αδερφή, για το σπίτι…….
Μα και στον ξένο, τον διαβάτη, τον περαστικό έδειχνε το στίγμα του, την αγάπη του, την φιλοξενία, την διάθεση για εξυπηρέτηση.
__Γεια σου Πατριώτη! Ο Γιάννης παίρνει βαθιά ανάσα τον κοιτάζει στα μάτια κι ανταποδίδει τον χαιρετισμό.
__Γειά σου.
__Πώς σε λένε, βρε Πατριώτη;
__Γιάννη.
__Άλλο όνομα δεν έχεις; « Ένας είναι ο Γιάννης», του λέμε εμείς.
__΄Εχω κι άλλο όνομα. Πώς δεν έχω, Νταρζάνος. Εσένα πώς σε λένε;
__Φίλος του παπα-Αντώνη είμαι. Εκεί πηγαίνω και δεν ξέρω το σπίτι του.
__Αυτό είναι εύκολο, θα σε πάω εγώ. Του είπε πρόθυμα ο Γιάννης.
Πόσα θελήματα δεν έκανε αφιλοκερδώς ο Γιάννης μας. Στον ξένο έδινε πληροφορίες, του χασάπη εκτελούσε τις παραγγελίες πηγαίνοντας το κρέας στα σπίτια των πελατών.
__Γιάννη, πήγαινε να φωνάξεις τον πρόεδρο, τον θέλουν ξένοι.
__Γιάννη, φώναξε τον Γιώργη, έχει τηλέφωνο.
Όλο το χωριό, ανάσπιτα γνώριζε τη φιλοτιμία του και, όταν χρειαζόταν, εκείνος το εξυπηρετούσε.
Στα γλέντια ο Γιάννης μας, ήταν απόκοντα και τον κερνάγαμε λιχουδιές , του δύναμε κρασί κι ας μην έπινε, του προσφέραμε και τσιγάρο.
__Δε φουμάρω. Κόφτω δεν είναι καλό, έλεγε και συμβούλευε. Ποιος τον άκουγε όμως το φίλο μας …………
__Στο χωριό τότε που….. άνθιζε η κτηνοτροφία, ο Γιάννης μας είχε και φύλαγε τα δικά του πρόβατα. Πάσχιζε να έχει παρέα να κουβεντιάζει. Ήταν και κοινωνικός και ομιλητικός!
__Ω! ρε Πέτρο. Γύρισε τα πρόβατα δώθε και έλα να κάνουμε παρέα και να κουβεντιάσουμε!
__Κοντά σου είναι της Γιώτας, έχεις παρέα. Του έλεγε ο άλλος να τον πειράξει.
__ Δεν έρχεται να κάνουμε παρέα. Είναι γυναίκα.
Η Γιώτα άκουγε την στιχομυθία και δήθεν εμπιστευτικά του έλεγε.
__Γιάννη! Κράτει τα πρόβατα μη σμίξουν.
__Και πια! Απέ τι λες πως θα γίνει. Απαντούσε.
Κάποτε όταν σμίγανε τα τσοπανόπουλα, λέγανε στον Γιάννη, να τον πειράξουν:
__Η Γιώτα μπαγάσα, σου κάνει γλυκά μάτια κι εσένα θέλει.
__Μπα! η Γιώτα είναι φίλη μου, το Βασίλη θέλει.
__Πού το ξέρεις, Γιάννη;
__Τους είδα εγώ χτες, κουβεντιάζανε μαζί.
Η Γιώτα ήταν κοντά και συμμετείχε στο αστείο. Κείνος την κοίταζε κατάματα, γέλαγε με την παρέα και αμέριμνα, ανέμελα, τρανταχτά έλεγε την δική του άποψη.
Θα ‘λεγε κανένας το χαμόγελό του ήταν πάντα ανθισμένο στα χείλη του.
Κάποιες ατέλειωτες ημέρες, τα τσοπανόπουλα πέρναγαν όμορφα. Θα ήθελαν να θυμούνται και να ζουν και τώρα εκείνη την άδολη εποχή με το Γιάννη ανάμεσά τους!
Πρέπει να πω, πως ο Γιάννης ήταν ο αγνότερος άνθρωπος κείνης της εποχής.
__Στο χωριό τότε……..Που όλα τα σπίτια είχαν μια- δυο μαρτίνες να πίνουνε γάλα, ο Γιάννης έγινε, για ένα διάστημα, ο τσοπάνης του χωριού.
__Γιάννη, τα μάτια σου δεκατέσσερα. Μη μου βαρέσεις τη γίδα που είναι γκαστρωμένη.
__Τι λες Κώστα! Εγώ δεν τις κακομεταχειρίζουμαι, δεν τις βαράου. Με αυτές ζω. Αν το κάνω έτσι, πώς θα ζήσω; Σεις με πλερώνετε!
Κάθε πρωί έπαιρνε από ένα συγκεκριμένο στέκι τις μαρτίνες του χωριού. Ολόκληρο κοπάδι από τριάντα και πλέον γίδες και τις ανέβαζε στο βουνό για βοσκή. Ήθελε δεν ήθελε ο Γιάννης έγινε τσοπάνης με το « ζερμπί» του. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι μαζί του και συχνά τον πείραζαν:
__Είσαι ο καλύτερος τσέλιγκας της περιοχής, του έλεγαν, κανένας άλλος δεν μπορεί να κουμαντάρει τις κακομαθημένες γίδες.
__Εκείνη η γίδα του Τζίνου δεν πάει κοντά και ούλο βελάζει.
__Άσε και καμιά, Γιάννη, να γυρίζει στο σπίτι της, αν δε θέλει να ακολουθήσει το κοπάδι. Μην κάθεσαι και σκας με την γίδα του καθενός.
__Τι λες Βασίλη! Έχουμε κάνει συμφωνία. Δεν γίνεται αυτούνο.
__Τότε Γιάννη, να ζητήσεις να βάλουν κουδούνια, να ακούς πού είναι και να μην τις χάνεις!
__Ξέρω εγώ απ’ αυτά. Είναι κάτι διαβολόγιδα που χτυπά η μία την άλλη και εκεί φοβάμαι μη γίνει καμιά ζημιά και τα φορτώσουνε σε μένα.
Κάθε ημέρα γινόταν σωστό πανηγύρι. Άλλοι μαύλαγαν τις γίδες ν’ ακολουθήσουν το κοπάδι, άλλοι βόηθαγαν το Γιάννη να βγει παρά έξω από το χωριό και άλλοι διασκέδαζαν και καλαμπούριζαν με τον άδολο και αγνό φίλο μας, το Μαρώγιαννη.
Προσπαθούσε ο Γιάννης να είναι συνεπής με τα καθήκοντα που είχε αναλάβει. Δηλαδή να βοσκήσει το κοπάδι και να το φέρει πίσω χωρίς καμιά απώλεια.
Τι άκουγε ο κακόμοιρος ο Γιάννης και τι αγώνα έκανε!.
Κατηγορείτο δήθεν ότι, από τότε που ανέλαβε την φύλαξή τους, η παραγωγή σε γάλα εμειώθη. Οι γίδες έγιναν παράξενες και ζημιάρες. Η γίδα μου η Μούσκα έκανε κοιλιά, παραπονιόταν ένας. Άλλος έλεγε ότι η δική του γίδα δεν θέλει τα κατσίκια της, ότι δεν χορταίνουν όσο και να τρώνε. Για όλα έφταιγε ο Γιάννης, έλεγαν.
Υπήρχαν και επώνυμες καταγγελίες.
__Τι παράπονο σου έκανε ο Στάθης, Γιάννη;
__Ότι θέλει έλεγε. Ότι του ξαδέρφου μου τις γίδες τις πρόσεχα καλύτερα.
__Ο Αντρέας σου έκανε κι αυτός παράπονα;
__Μου είπε ότι βάρεσα τη γίδα του και κούτσαινε λίγο. Αλλά έτσι το λέει, δεν κούτσαινε.
Ο Γιάννης μας ψύχραιμος, καταλάβαινε το καλαμπούρι και γελώντας με λόγια και κούνημα του κεφαλιού του τους αποστόμωνε.
__Όποιος θέλει ας τις κρατήσει να τις βόσκει μόνος του.
Οι ιστορίες δεν είχαν τέλος. Ο Γιάννης όμως βόηθησε το χωριό, θαρρώ για ένα δυο χρόνια, όταν οι άνδρες δούλευαν στο Μαίναλο, ή είχαν θέρο και άλλες δουλειές.

Πέρασαν τα χρόνια, φύγαμε από το χωριό, για σπουδές , για δουλειές στο μεγάλο χωριό, όπως λέγαμε τότε. Κάποιες φορές βλεπόμαστε στις διακοπές στο χωριό.
Κάποιος γάμος πριν χρόνια, μ’ έφερε στον Άγιο Παύλο, στο Μεταξουργείο. Σε ένα στενό δρόμο, θυμάμαι,συναντηθήκαμε.
Με κοίταξε, τον κοίταξα και άκουσα τον παλιό γνώριμο ιδιωματισμό του:
__Εσύ δεν είσαι ο Βαγγέλης; Του χαμογέλασα. Άπλωσα το χέρι μου στο απλωμένο δικό του χέρι.
__Εγώ είμαι Γιάννη. Τι κάνεις φίλε μου. Είσαι καλά;
__Καλά εσύ; Το χέρι του έσφιγγε το δικό μου και δεν ήθελε να τ’ αφήσει. Εγώ εδώ παρακάτω κάθουμαι, μου είπε.
__Πολύ χάρηκα Γιάννη!
__Και γω Βαγγέλη χάρηκα πού σε ξαναείδα. Το καλοκαίρι θα πα στο χωριό, εκεί κοντά της Παναγιάς και θα ειδοθούμε.
Φούσκωσε το στήθος μου! Και όταν χωρίσαμε που καλοσκέφθηκα όσα μου είπε, δάκρυσα για τον ευαίσθητο πατριώτη, το Γιάννη μας.

Αργότερα , μετά την συνταξιοδότησή του, όχι από τα γίδια, αλλά από το εργοστάσιο επεξεργασίας γάλατος, συναντιόμαστε στο καφενείο του χωριού. Πίναμε παρέα καφέ και κουβεντιάζαμε.
Έδειχνε αυθόρμητα την αγάπη του, την υποχρέωσή του για τον καφέ ή την πορτοκαλάδα που τον κερνάγαμε.
Ήταν έτοιμος να λυπηθεί στην λύπη μας και να χαρεί στη χαρά μας.
__Έλα Γιάννη να σε κεράσω. Και κείνος χαμογελούσε και απαντούσε αργά-αργά.
__Ευχαριστώ. Στην υγειά σου. Μα χθες με κέρασες, έλεγε. Ένοιωθε υποχρέωση. Ποτέ δεν ζήτησε και δεν απαίτησε κάτι. Εμείς καταλαβαίναμε. Τον είχαμε πρώτον και πάνω από όλους, στο κέρασμα, στη φιλιά, στο καλαμπούρι. Εκείνος ανταποκρινόταν, ανταπέδιδε με τον δικό του τρόπο.
__Γιάννη, μπορείς να μου κάνεις ένα θέλημα;
__Τι να σου κάνω;
__Να, δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Να πας στο σπίτι τα ψάρια και να ειπείς στην κυρά να τα φτιάξει.
Σηκωνόταν αμέσως επάνω, έτοιμος για όποιο θέλημα του ζητούσες.
__Φέρτα.
Ήταν προσεκτικός, υπάκουος και ποτέ, μα ποτέ, δεν έλεγε όχι.
Ήταν ο μικρός και ο μεγάλος της παρέας.
Μακάρι να μοιάζαμε όλοι , σε πολλά χαρίσματα του Γιάννη! Και σ’ αυτό συμφωνούσαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι.
Δεν έμαθε, να γράφει, να διαβάζει, να τραγουδάει,αλλά είχε θάρρος και συμμετείχε σε συζητήσεις, σε πολιτικά θέματα, σε κοινωνικά. Με το δικό του μυαλό, με τον δικό του τρόπο, είχε την δική του θέση.
Οι ώρες καθορισμένες, του καφενείου, του φαγητού, του ύπνου. Σαν έφτανε στο καφενείο με το γνώριμο χαμόγελό του έριχνε μια ματιά και φώναζε.
__Για σας παιδιά. Όπως τότε που ήταν παιδί στο χωριό.
__Καλώς το Γιάννη.
__Στο Γιάννη καφέ ή ότι θέλει, καφετζή.
Τότε το πρόσωπό του άλλαζε, έπαιρνε μια γλύκα, μια τρυφερότητα, μια απόκοσμη γαλήνη. Ήταν ευτυχισμένος, χαρούμενος.
Δεν είχε λόγια στο λεξιλόγιό του να εκφραστεί άνετα. Και την χαρά του, την ικανοποίησή του την έδειχνε με ένα πλατύ χαμόγελο και την έλεγε με την λέξη «ευχαριστώ».
Όταν είχε χρήματα στην τσέπη και βρισκότανε στο καφενείο, με το που μας έβλεπε να πλησιάζουμε αυθόρμητα φώναζε στον καφετζή:
__Κέρνα τον από μένα.
Κι άλλος που ερχότανε, πάλε το ίδιο έλεγε. « Κέρνα τον από μένα». Ήθελε να βγάλει την υποχρέωση, το βάρος που ένοιωθε.
Καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι και πιάναμε κουβέντα. Δεν ήταν άλλοι κοντά. Ο Γιάννης έτρεφε απεριόριστη αγάπη για τους συγγενείς, τους φίλους αλλά και το ΠαΣοΚ.
Εδώ ήταν το μεγάλο πείραγμα.
__Το μάθατε; Ο Γιάννης άλλαξε κόμμα. Πάει με την Νέα Δημοκρατία.
__Πώς σου πέρασε τέτοια ιδέα. Έλεγε.
__Κράταγες φάκελο με στοιχεία της ΝουΔου.
__Εσύ είσαι Μητσοτάκης, απαντούσε.
__Μα κάποιος μου είπε ότι θα ψηφίσεις νέα Δημοκρατία.
__Αχλάδια θα ψηφίσω, έλεγε γελώντας κι έβαζε τέλος στα πειράγματα.
Ας ειπώ και τούτο για το Γιάννη, που δεν θα μου χολιάσει για τα γραφόμενά μου.
Καθόμαστε στην συνηθισμένη άκρη του κάτω καφενείου. Είχα μουδιάσει.
__Πάμε Γιάννη μια βόλτα;
__Πού να πάμε;
__Στην άλλη άκρη της πλατείας. Μέχρι την Πλεύρα που έχει και συκιές.
__Πάμε, έλεγε. Φτάναμε σύκα και για κάθε σύκο που του έδινες αισθανόταν ότι του χάριζες το μεγαλύτερο δώρο.

Καθόταν μόνος στο δικό του τραπέζι του μικρού καφενείου. Με κοίταζε σιωπηλός που κατέβαινα τα σκαλιά της πλατείας και τον πλησίαζα.
Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του και προτού ανοίξω εγώ την κουβέντα, μου φώναξε.
__Έλα- έλα κάτσε κοντά μου. Έχει θέση εδώ.
Του χαμογέλασα όπως κι εκείνος ζεστά, φιλικά, με συμπάθεια. Κείνος ένας απλοϊκός ανθρωπάκος μου γεννούσε ανεξήγητο θαυμασμό.
Ήταν άδολος, ευθύς και κείνο που είχε μέσα στο μυαλό του το έλεγε, άφοβα, απερίσκεπτα.
Ίσως γι αυτό ήταν ιδιαίτερα συμπαθής.
__Γιάννη, ήρθες γρήγορα σήμερα στο καφενείο. Πώς κι έτσι; Δεν κοιμήθηκες;
__Κοιμήθηκα αλλά λίγο , για να κοιμηθώ και το βράδυ.
__Με τον ύπνο δεν καταλαβαίνεις τίποτε, Γιάννη.
__Πώς να καταλάβεις αφού κοιμάσαι; Έδωσε την απάντηση στο πείραγμά μου.
Ο Γιάννης άφησε τη γνωστή, γνώριμη γωνίτσα στο καφενείο που τον συναντούσαμε. Έφυγε ταπεινά όπως ήρθε.
Δεν θα τον ακούσουμε να μας ρωτάει.
__Μπορώ να κάτσω κοντά σου;
Δεν θα μάθουμε ποτέ τι έκρυβε αυτός ο άκακος άνθρωπος στο βάθος της ψυχής του. Δεν θα συνομιλήσουμε ξανά μαζί του. Δεν θα παινέψει πλέον τους πατριώτες του, το χωριό του, όπως έκανε πάντα.
Εμείς που υπάρχουμε, όσο υπάρχουμε , πάντα θα ρωτάμε για τον Μαρώγιαννη.
B GIRAKAS 14.5.2012

14 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

μετρανε πολλοι πατριωτες το υψος τους..και λενε ενα και εβδομηντα ...ενα και εξηντα κλπ να μετρηθω και γω λεει ο λουης...[πανυψηλος για την εποχη του]πεταγετε ο γιαννης και λεει...ασε ρε λουη εσυ εισαι ενα και εκατο....gerolykos

ΑΡΗΣ είπε...

ΒΑΓΓΕΛΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΜΑΣ ΦΛΟΜΩΣΑΝ ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΝ Ε.Ε ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΛΙΓΟ ΝΑ ΑΓΑΛΙΑΣΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΑΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΩΡΙΑΝΑ ΜΑΣ

Ανώνυμος είπε...

Αυτη δεν είδε την γουρούνα που έφαγε τις χυλοπίτες νταλα μεσημέρι.Την Παναγιά ειδε την νύχτα?
πκ

Ανώνυμος είπε...

Αχρόνιαγο τι μυρίζει εδώ; Και μένα μου μυρίζει ρε μάνα............
Αθάνατε Γιάννη

Ανώνυμος είπε...

εποχή κυβέρνησης Μητσοτάκη, ο Γιάννης απολύθηκε από τη δουλειά του.Τον συνάντησε ο Κατσιόγιαννης στην Αγίου Κωνσταντίνου ,του φωνάζει δυνατά μέσα από το αυτοκίνητο ¨γειά σου Γιάννη!

τι γειά σου ρρε; μ΄απολύκανε.

Αβαδαίος είπε...

--Το ξέρρρεις, Κωτσιάκο, ότι είμαστε ίδια κλάση;
--Το ξέρω, Γιάννη και είμαι υπερήφανος γι αυτό. Σε μας τους δυό βασίζεται η πατρίς.
--Έ, όχι μόνο σε μας, αλλά και στον Μπαρνογιώρη, τον Χότζα, τον Ψώμαρο, τον Νικολή... --Μόνο που εσύ, ρε Γιάννη, φαίνεσαι πολύ νεώτερος.
--Αυτό το ξέρρρω, λες να μην το ξέρρρω ;
--Πώς το ξέρεις δηλαδή ;
--Ούλα τα ξέρρρει ο Γιάννης ! Κάνει πως δεν ξέρρρει...

Ανώνυμος είπε...

το είπε και ο Γιώρρης!
δεν ξερω αν εννοούσε τον Μαρούτα ή το Φουσεκογιώρη

Ανώνυμος είπε...

Μια φορά το μουλάρι έριξε Μπαζό και χτύπησε .
Στα καφενεία όλοι το κουβέντιαζαν με ευχαρίστηση λόγο του ότι ο Μπαζός ήταν λιγάκι δύστροπος.
Τον βλέπει ο Γιάννης στο δρόμο και του λέει: Μπαρμπα Αντώνη το ευχαριστηθήκανε ουλοι που σ έριξε το μουλάρι.
--Και εσυ Γιαννη?
--Λιγούλι και εγώ
Νις

Ανώνυμος είπε...

Λέει η Μαρούταινα μπροστά στον Nτόρη και στον Γιάννη : Όταν πεθάνω να με πάτε με κλαρίνα στον Αγιο Θανάση.
Θα σε πάμε με κλαρίνα αλλά θα σε περιμένει η Μάρω με την μαγκούρα στην πόρτα .της λεει ο Ντόρης ( Η Μαρουταινα δεν τα πήγαινε καλά με την γριά Μάρω και μάλωναν συχνά )
Πετάγετε ο Γιαννης και λέει : Ευτυχώς που την αλησμονήκαμε και δεν την βάλαμε κοντά την μαγκούρα
Νις

ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΟΥΤΑ. είπε...

θα ηθελα να ευχαριστησω τον συμπατριωτη και γειτονα μου Βαγγελη για το καλοσυνατο αφιερωμα στη μνημη του αγαπημενου μου θειου Γιαννη. Μαρια του Μαρουτα.

Ανώνυμος είπε...

Ψυχούλα ήταν ο καημένος!!!

Ντορης είπε...

με υπεραγαπουσε ο γιαννης και μια μερα για να δηξη την αγαπη του, μου λεει εισαι ο καλυτερος γυφτος του κοσμου.

Ανώνυμος είπε...

xaxaxax
γραψε κι αλλα ρε Ντορη

Ανώνυμος είπε...

6.28...εδω γραφουμε μονο για τον γιαννη......gerolykos