Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΑ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ

κλικ για μεγέθυνση Ο Κώστας του Ζάρου
Γράφει ο Παλιοπυργήσιος
(Το δράμα ενός 16χρονου μαθητή και άλλα) 
Αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω κάτι ως μνημόσυνο, που λέει ο λόγος, για ένα από τα παιδιά της Γλανιτσιάς, που φοίτησαν στη δεκαετία του 1950 - 1960, ένα παιδί που βιάστηκε να εγκαταλείψει τον εφήμερο τούτο κόσμο, που αντί να ανοίξει φτερά και να πετάξει επιδιώκοντας την πραγματοποίηση των παιδικών του ονείρων, δε λογάριασε τη γλύκα της ζωής του, πάνω στην εφηβική του ηλικία και άνοιξε τα αγγελικά του φτερά και σαν αγγελούδι που ήταν έφυγε για τον παράδεισο. Έφυγε πολύ νωρίς, πρώτο και με μεγάλη διαφορά απ΄ όσους έχουν φύγει - και έχουν φύγει πολλοί - από τους μαθητές στους οποίους αναφερόμαστε
Έφυγε στα δεκάξι του χρόνια ο Κώστας Αντωνίου Γιαννόπουλος, ο αδερφός της Μαργαρίτας του Ζάρου, αυτής που παρά την ηλικία της και παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, ανηφορίζει κάθε Κυριακή με την μαγκούρα της από την κάτω μεριά του χωριού και φτάνει στην εκκλησία και δε λείπει από καμιά κηδεία και κανένα μνημόσυνο, θέλοντας προφανώς να στείλει τους χαιρετισμούς της και τα φιλιά της στον αξέχαστο μονάκριβο αδερφούλη της Κώστα.
Γι' αυτόν τον αξέχαστο φίλο, γυμνασιακό συνοδοιπόρο θα γράψω όσα θυμάται και όπως μου τα διηγήθηκε ακριβώς ο Κώτσιος του Μαγγόγιαννη:
«Ήταν το σχολικό έτος 1954 - 1955. Εγώ φοιτούσα στην δευτέρα τάξη (τετάρτη οκταταξίου) του Γυμνασίου. Είχαμε νοικιάσει και μέναμε μαζί με τον Κώστα του Ζαραντώνη, που φοιτούσε μια τάξη πιο πάνω από μένα, κοντά στην εκκλησούλα του Αη-Γιάννη του Πρόδρομου στο σπίτι μιας γριάς τυφλής, γιαγιάς του Γιάννη του Ξαφνιάρη, που τη φρόντιζε μια νέα κοπέλα - εγγόνα της, που η ίδια φρόντιζε κι εμάς. Στις διακοπές των Χριστουγέννων του 1955, όπως πάντα, είμαστε στο χωριό μας. Τότε πρωτοσκέπασαν τα νερά του Λάδωνα τον κάμπο μας και έγινε η τεχνική λίμνη του Λάδωνα, που μας στέρησε από τόσα και τόσα προϊόντα αλλά μας χάρισε το τόσο απαραίτητο ηλεκτρικό ρεύμα, έτσι όπως περιγράφεται πολύ παραστατικά σ΄ ένα μου ποίημα: "Ο  ΚΑΜΠΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΔΕΗ"

κλικ για μεγέθυνση






"Ο  ΚΑΜΠΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΔΕΗ"
Καλά είναι τα τωρινά τα φώτα μας στην «Παναγιά»,
γιατί αυτά μας δίνουνε του κάμπου την πικρή παρηγοριά.
Και θα παραδεχτούμε, την αλήθεια σα θα πούμε,

πως, αν δεν είχαμε αυτά, θα το σκεφτόμαστε, μετά τα σούρουπο,

περσό κρασί να πιούμε.                                                                                                                  κλικ για μεγέθυνση                                                                                 
Χωρίς φροντίδα και δουλειά πιάνουμε τα παγκάκια,
αγνάντια κατά το «Σταυρό», κατά τα «Διαβολάκια»
και συζητάμε για ντουί, για μπρίζες, για διακόπτες,
χωρίς καν να θυμόμαστε τις λάμπες μας τις πρώτες.



Μα θα ΄τανε καλλίτερα, αχ πού ΄σαι ΄ποχή χρυσή,
για να βρεθούμε, σκόρπιοι, ένα πρωί στη «Ρουπακίνα» στο «Νησί».
Και να ΄χουμε στην αγκαλιά, ανάκατα, μουχρίτσα και κορφάδες,
να χλιμιντράνε μαζικά, δεμένα κάτω στην ετιά, τ΄ άλογα και οι φοράδες.

Στο τράσ(ι)το να μαζεύουμε άγρια φασούλια, κολοκύθια,
(τι άλλο νοστιμότερο, σαν έχουνε λίγη ξερή μυτζήθρα).
Και αντικρύ ν΄ ακούγονται, κατά την Κοκαλιάρα,
των σκύλων τα γαυγίσματα,
λες και ξεσυνερίζονται, τι διάβολο κι εδώ κατάρα, των μύλων
τα γυρίσματα.

Μα ΄κει στ΄ ανηφορίσματα το βράδυ σα γυρνάμε,
της φύσης το τραγούδημα κι εμείς ν΄ ακολουθάμε.
Διαβάτες διασταυρώνονται και αντιχαιρετιούνται,
τα πρόβατα βελάζουνε, τα γίδια κυνηγιούνται.

Το πανηγύρι φούντωσε στ΄ άκουσμα μιας φλογέρας
και πρώτος σέρνει το χορό ένας τρελός αγέρας.
Κι ακολουθάνε τα πουλιά κι ούλες οι βλαχοπούλες,
να κε ένας γεροτσέλιγκας φέρνει κι αυτός δυο φούρλες.
Τι κρίμα όμως που αυτά είν΄ όλα περασμένα
και μένουνε στη θύμηση λουλούδια μαραμένα.
Τι τώρα ξαναφαίνοντας στη ράχη τ΄ Αη-Λιά,
βλέπουμε τον εισπράκτορα ΔΕΗ εκεί στην «Παναγιά».

Μα θα ήταν της Πρωτάγιασης - παραμονή των Φώτων - που αποφασίσαμε εγώ, ο Θανάσης του Αγγελάρα και ο Βασίλης ο Σούλιας, του Θανάση του Γιωργιά ρε, να πάμε να ειδούμε τη λίμνη. Πήγαμε, είδαμε, θαυμάσαμε και προβληματιστήκαμε με τη σκέψη «Ποια άραγε είναι μεγαλύτερη, η επίδραση που ασκεί ο άνθρωπος στη φύση ή η επίδραση που ασκεί η φύση στον άνθρωπο.».
Τα θυμάσαι αυτά, Θανάση; Τα θυμάσαι εσύ, Βασίλη; Απαντήστε, έτσι ώστε να γίνεται διάλογος και να είναι πιο ζωντανή και πιο ζωηρή η ιστοσελίδα του χωριού μας.
Όμως, στο γυρισμό, μας βγήκε ξινή η επίσκεψη στη λίμνη, γιατί εκεί στο δρόμο πιο πάνω από το καλύβι του Μασκαρά παραπατάει ο Βασίλης και παθαίνει κάταγμα στο πόδι του . Το κάτω άκρο του ποδιού του γύρισε κάθετα στο υπόλοιπο πόδι του, το κλάμα έφτασε μεσούρανα. Εγώ, χωρίς να το καταλάβω, έγινα πρακτικός ορθοπεδικός και σε αντιπερισπασμό της Γιωργούτσαινας και της Μαντής, το τράβηξα και έφερα στη θέση του. Ναι αλλά ο Βασίλης απουσίασε από το Σχολείο μέχρι τις απόκριες. Τις απόκριες, σχεδόν όλοι οι Γλανιτσιώτες μαθητές Γυμνασίου είχαμε έρθει στο χωριό. Την Καθαρή Δευτέρα επιστρέφαμε στα Λαγκάδια. Περάσαμε την «Άρβιτσα» και ανηφορίζαμε για τα «Πατερά». Μπροστά εμείς μια εικοσαριά παιδαρέλια, πιο πίσω η Θανάσαινα του Γιωργιά με το μουλάρι της και καβάλα σ΄ αυτό ο Βασίλης που επέστρεφε στο Σχολείο ύστερα από το ατύχημά του. Μα πίσω από τη Θανάσαινα και το μουλάρι ερχόταν ο Κώστας του Ζαραντώνη. Ερχόταν κάπως καλντισμένος (αποσταμένος δηλαδή, ρε Γιωργάκη, που όλο τον μαλώνεις τον Παλιοπυργήσιο γιατί χρησιμοποιεί τις άγνωστές σου τοτετινές λέξεις). Εμείς τα παιδιά δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν είδαμε ότι το πρόσωπο του Κώστα είχε «κόψει» είχε «πανιάσει», μα το έμπειρο μάτι της Θανάσαινας το είδε και του το είπε:
-   Κώστα, εσύ παιδάκι μου, έχεις κιτρινίσει, δεν είσαι στα καλά σου, τι έχεις πάθει;
-   Δεν ξέρω, ρε θειά, δεν καταλαβαίνω, όλο αποσταίνω.
Φτάσαμε στα Λαγκάδια και σκορπίσαμε ο καθένας για το σπίτι που είχε νοικιάσει. Εγώ και ο συγκάτοικός μου ο Κώστας πήγαμε στο σπίτι που είχαμε νοικιάσει, πετάξαμε τα τράσ(ι)τα με το ψωμί και τ΄ άλλα φαγουλάρικα απάνω στο κρεβάτι και αμέσως βγήκαμε και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο.
Στο προαύλιο του Γυμνασίου βρήκαμε τον Πάνο του Σπηλιώτη και το Χρήστο του Γιωργίλα, που δεν είχαν έρθει στο χωριό για τις απόκριες. Χαιρετηθήκαμε. Αυτοί είδαν ότι το πρόσωπο του Κώστα ήταν πολύ χλωμό. Ο ένας μάλιστα από τους δύο, δε θυμάμαι ποιος, είπε, χαριτολογώντας βέβαια, του Κώστα:
-   Ρε, πώς είσαι έτσι; Σάμπως θα στα φάμε τα κόλλυβα!!!
-   Δε λες τίποτα, απάντησε ο Κώστας.
Η φράση του αυτή μαζί με ένα σφίξιμο των χειλιών του ήταν μία επιβεβαίωση, που δεν της δώσαμε σημασία τότε, αλλά που αργότερα αποδείχτηκε πραγματική και που ίσως, τι να πει κανείς, ο Κώστας προαισθάνθηκε, μάντεψε τα μελλούμενα. Τα θυμάσαι αυτά Πάνο; Εσύ τα θυμάσαι Χρήστο; Αν ναι, συμπληρώστε κάτι που ίσως ξεχνώ.

Περνούσαν οι μέρες. Ο Κώστας δεν ένιωθε καλά. Σήκωσε πυρετό. Τηλεφωνήσαμε στο χωριό και ήρθε η αδερφή του  η Μαργαρίτα με το μουλάρι. Πήγαν στο γιατρό το Βαχλιώτη. Η διάγνωσή του ήταν ότι το παιδί είχε πρόβλημα στη σπλήνα του και ότι έπρεπε να φύγει για το χωριό, να καθίσει στο σπίτι του ένα μήνα να ξεκουραστεί. Πολύ έμπειρος γιατρός ο Βαχλιώτης, ίσως να κατάλαβε ότι πρόκειται για λευχαιμία, όπως αποδείχτηκε αργότερα.
Εδώ πρέπει να πω ότι λεγόταν ότι ο Κώστας υπνοβατούσε, ότι σηκωνόταν τη νύχτα από το κρεβάτι του, έβγαινε έξω από το σπίτι και ότι αν κάποιος του μίλαγε εκείνες τις στιγμές θα μπορούσε να πάθει κακό, να διαλυθεί το αίμα του, να μείνει από συγκοπή κλπ.
Εγώ κοιμόμουνα στο ίδιο κρεβάτι με τον Κώστα, δεν είχα καταλάβει τέτοια πράγματα. Αυτό που είχα καταλάβει ήταν ότι αντεσηκωνόταν, καθόταν στο προσκέφαλό του και έλεγε κάτι ασυνάρτητες και ακατανόητες λέξεις, όπως «ταγρίτ λαγός» και έπεφτε πάλι και κοιμόταν. Μάλιστα θυμάμαι που ο Βασίλης του Καπέτα όταν τον συναντούσε τον χαιρετούσε με τη φράση «ταγρίτ λαγός» και χαμογελούσαν και οι δύο. Μια φορά μόνο κατάλαβα ότι σηκώθηκε από το κρεβάτι, άνοιξε την πόρτα του δωματίου, προχώρησε προς το χειμωνιάτικο, άκουσα το ζεμπερέκι που πήγε ν΄ ανοίξει την πόρτα του χειμωνιάτικου και αμέσως γύρισε, έπεσε και κοιμήθηκε. Θυμάμαι επίσης κάποιο βράδυ ότι πριν πέσουμε να κοιμηθούμε έβγαλε μια σουγιά από την τσέπη του. Την είχε πάντα μαζί του. Δεν ξέρω που πήγε καλά-καλά το μυαλό μου και του λέω:
-   Αυτή να μου τη δώσεις να την έχω εγώ.
-   Σώπα, ρε, μου λέει, λες να φτάσω εκεί.
Ο Κώστας έφυγε για το χωριό. να ξεκουραστεί. Μα κι εκεί από το κακό στο χειρότερο. Αποφάσισαν και τον πήγαν στην Τρίπολη, στο Παναρκαδικό Νοσοκομείο. Εκεί οι διαγνώσεις πολύ άσχημες. Τον έδιωξαν για την Αθήνα. Εκεί δυστυχώς οι γιατροί μετά από σχετικές εξετάσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το μοιραίο δε θ΄ αργήσει. Ο πατέρας του πήρε πρόωρα το πικρό αποτέλεσμα. Μαζί του ήταν κι ο Χαραλάμπης Νταρζάνος (Πίκουλας). Χωρίς ψυχική αντοχή, χωρίς κουράγιο μέσα σε οικονομική εξαθλίωση άφησαν το παιδί στο Νοσοκομείο κι έφυγαν για το χωριό.
Τότε οι πατριώτες στην Αθήνα μετριόντουσαν στα δάκτυλα το ενός χεριού, που λέει ο λόγος. Σύλλογος πατριωτών τότε δεν υπήρχε, αν δεν κάνω λάθος. Επικοινωνία μεταξύ τους ανύπαρκτη. Δύσκολη λοιπόν η εκδήλωση ενδιαφέροντος και συμπαράστασης. Δεν είμαι και σίγουρος αν είναι ακριβώς έτσι, τέλος πάντων..
Ο πατέρας του και ο Πίκουλας ήρθαν με το λεωφορείο στο Βαλτεσινίκο κι από ΄κει ποδαράτα στο χωριό. Έτυχε τότε να ήμουν στην πλατεία. Τους είδα που κατηφόρισαν ανάμεσα στην Εκκλησία και στο Σχολείο και κατευθύνθηκαν στη μπαράκα (μαγαζί) του Θανάση του Γιωργιά.
Τρεχάλα κι εγώ από κοντά να μάθω νέα για το φίλο και συγκάτοικό μου Κώστα. Ήταν αρκετοί μέσα. -Καλώς τους, φτιάχτους καφέ Θανάση. Τι κάνει το παιδί Αντώνη; Μιλιά ο Αντώνης. -Τι κάνει το παιδί, τι είπαν οι γιατροί; Σφιχτοκλειδωμένο το στόμα του πατέρα. -Τι σας είπανε ρε; Βέβαια κατάλαβαν ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά αλλά το ενδιαφέρον τους για ένα δεκαεξάχρονο παιδί τους έκανε να κάνουν απανωτές ερωτήσεις. Άνοιξε πια με το ζόρι το σφιχταμπαριασμένο στόμα του πατέρα και είπε τούτα τα λόγια:
-Ένα μόνο σας λέω. Αν πάτε τον άνθρωπό σας στο Νοσοκομείο στην Τρίπολη και σας πούνε να τον πάτε στην Αθήνα να μην κουνηθείτε ρούπι.... Έγειρε τη σκούφια του προς τα κάτω για να κρύψει τα δάκρυα που έτρεξαν στο ωχρό πρόσωπό του. Μακάρι κανένας πατέρας να μη χρειαστεί  να γείρει τη σκούφια του για να κρύψει τέτοια δάκρυα!!!
Οι μέρες περνούσαν. Τότε είχαμε σχεδιάσει κι αποφασίσει τα παιδιά του Γυμνασίου, με την καθοδήγηση του Χρήστου του Χριστόπουλου, αν δεν κάνω λάθος, να παίξουμε το θεατρικό έργο «Η Γκόλφω». Οι πρόβες γίνονταν στο ακατοίκητο Τουρλαίικο σπίτι, που ήταν ανάμεσα στου Μπρούκλη και στου Παπαντώνη (σήμερα Γιαννοπούλειο Πνευματικό Κέντρο). Ήταν ανήμερα του Αγίου Κωνσταντίνου, το έτος 1955, εκεί που κάναμε πρόβες, ήρθε και εχτύπησε την πόρτα η Ντσιμπιρο-Κανέλλα και μας είπε: -Σταματήστε, το παιδί πέθανε. Είχε ανακοινωθεί ότι σε περίπτωση που. το έργο δεν θα παιχτεί.
Ο Κώστας πέθανε. Πώς, πού και από ποιόν κηδεύτηκε, τότε, κανένας δεν ήξερε. Λεγόταν πάντως ότι ο Θόδωρος του Παπα-Κώτσιου έκανε ότι έκανε. Γονείς, αδερφή, συγγενείς, πατριώτες, συμμαθητές και φίλοι τον κλάψαμε από μακριά.
Ύστερα από όλα αυτά οι νέοι μας σήμερα ας αναλογιστούν πόσο δύσκολα, πόσο πέτρινα ήταν τα χρόνια εκείνη την εποχή. Συχνά ακούμε σήμερα ότι θα γυρίσουμε πίσω σ΄ εκείνα τα χρόνια. Νέοι μας, τόσο πίσω δε γυρίζουμε, δε χρειάζεται απογοήτευση, στηριχτείτε γερά και με αισιοδοξία στα πόδια σας και να είστε σίγουροι ότι η χώρα μας θα βρει το δρόμο τη όπως τόσες άλλες φορές και μαζί της θα βρείτε κι εσείς το δικό σας δρόμο.»
Η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα

10 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

γαμω τη φτωχεια ρεεεε.....σου βγανω τη σκουφα για το αφιερωμα......gerolykos

κουκος είπε...

πονεσαμε παλιοπυργησιε με το μεγαλο δραμα.δεν το ηξερα και τωρα θυμηθηκα οτι ειχε φυγει το πατριωτακι μας ακουγοντας να το λεει η μανα μου μικρος,δεν ειχα γεννηθει ακομα

Ανώνυμος είπε...

ΜΠΡΑΒΟ ΠΑΛΙΟΠΥΡΓΗΣΙΕ ΕΣΕΙΣ ΚΟΣΜΗΤΕ ΤΗΝ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗΣ.ΜΑΚΡΙΑ.ΛΑΚΑ

nis είπε...

Φυλαγμένα στην ναφθαλίνη τα είχε ο παλιοπυργησιος και τα βγάζει με το μολύβι του ατόφια σαν τα παλιά φυλαγμένα ρούχα που μας θυμίζουν τις εποχές και τις ηλικίες που τα φοράγαμε . Είναι η κατάλληλη εποχή να τους απευθύνουμε το λόγο. Τώρα που οι συγκυρίες μας ωθούν να πιστέψουμε ότι θα γυρίσουμε πολλά χρόνια πίσω. Τοτε ο δρόμος ήταν ανηφορικός και δύσβατος. Τώρα είναι κατηφορικός επικίνδυνος και απόκρημνος .Την φτώχεια σε όποια εποχή και να την ζήσεις είναι το ίδιο βασανιστική. Κατηχητικό μεγαλείο για τους νέους το γράψιμο του παλιοπυργήσιου και μεταφορικό μέσο για όλους εμάς να ταξιδέψουμε σ αυτές τις εποχές. Μπουχτίσαμε σ αυτές εδώ !

Ανώνυμος είπε...

υποκλίνομαι

χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
μόνο τρόπο να κοιτάνε.
*

Ανώνυμος είπε...

ναεισαν τα νιατα 2 φορες και ας ξανα ζούσα εκεινη την φτωχεια

Ανώνυμος είπε...

ποιοι ειναι στις φωτο???gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Με το σοβαρό και θρηνητικό του ύφος μέσα από τον μεστό του αφηγηματικό και ρεαλιστικό του του λόγο ο " Παλιοπυργήσιος " μας ξαναγύρισε στα πέτρινα χρόνια της δεκαετίας του ΄60.Θυμήθηκε και περιγράφει δύο προσωπικά του βιώματα. Στο πρώτο το τραγικό πράγματι τέλος του φίλου και συμμαθητή του Κώστα Γιαννόπουλου ,του Ζάρου ,όπως το έζησε και το αποτύπωσε η ευαίσθητη παιδική του ψυχή . Στο δεύτερρ ,με το ποιήμά του ,το δράμα του χωριού μας από τη δημιουργία της τεχνητής λίμνης του Λάδωνα και την απώλεια του επίγειου Παραδείσου μας. Κι έκλαψε και τα δύο συμβάντα αυθόρμητα και ειλικρινά,αφήνοντας σε εμάς στο τέλος μια πικρή και στιφή γεύση!!! Και ο θρήνος του επέχει θέση μεταχρονολογημένου επικηδείου. Στον επίλογο του ,ως δάσκαλος, έδωσε έμμεσα και τις παραινέσεις του προς τους νέους μας ,που σήμερα δοκιμάζονται από την κρίση.Μίλησε πως είναι η ζωή μας ΜΙΑ ,πολύτιμη , ανεπανάληπτη και μοναδική και η υγεία μας το πιο πολύτιμο αγαθό και πως πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι, αγωνιστές και να έχουμε ελπίδα ,όπως και στο παρελθόν , για να σταθούμε πάλι όρθιοι .
marpolix

nis είπε...

Στην πάνω είναι Χρηστος Λεγάκη Βασ. Τσιαγκρή και Σταθ. Μαγγόγιαννης
Στην κάτω :Χρηστος Λεγάκη Κωστας Μαγγογιαννης(στις ακρες) και στην μέση Λεγκαδινοι

ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ είπε...

ΠΑΛΙΟΠΥΡΓΗΣΙΕ ΜΕ ΤΑ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ ΣΟΥ ΜΑΣ ΦΕΡΝΕΙΣ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΒΙΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΖΗΣΑΜΕ ΠΟΝΑΜΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΜΕ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΑΜΕ