Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Ο ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ

Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Γυρόφερνε τις γειτονιές και φώναζε:  Ο γανωματήηηης …….Όλα τα γανώνωωωωω….Κουτάλια, πιρούνια , σαγάνια, τεντζέρια, λεβέτια…….
Ο γανωματής…….                                                                 
  Ο   χρόνος  πέρασε !.. και  στο χωριό μας  αυτό το παραδοσιακό επάγγελμα, όπως και τόσα άλλα,  έσβησε. Ειδικότερα μετά την εγκατάσταση των  Πατριωτών  μας, Γιώργη Χριστόπουλου και  Γιάννη  Πολύδερα  (Αγγελετόγιαννη)  στην Αθήνα και την αναχώρηση από την ζωή  των   συμπατριωτών μας ,  Σταθόπουλου Αθανασίου (Νάσιου) και Γιαννόπουλου Γεωργίου (Βυζιώτη).
Για τα παιδιά,  γανωματής, γανωτής, καλαντζής, είναι  σχεδόν άγνωστη η λέξη, όπως και οι εικόνες από τη  δουλειά του .
 Ο μπάρμπα  Νάσιος ή  Καλατζής, όπως τον ακούγαμε  σε συζητήσεις,  ή όπως τον φωνάζαμε  οι περισσότεροι στο χωριό, ήταν ο γανωματής μας. Από τη δουλειά του,  πήρε το παρατσούκλι «Καλαντζής». Άνθρωπος ήρεμος, απλός, γεμάτος αρχοντιά και καλοσύνη. Δεν ένοιωθε, πολλές φορές, τα πειράγματα των άλλων. Έδειχνε εργατικός και τετραπέραντος  πάνω στη δουλειά του. Στα  πλούσια μαύρα μαλλιά του  έβαζε μπριγιόλ και λαμποκοπούσαν  στον ήλιο .
Στο πέρασμά του από δρόμους, πλατείες, καφενεία, μοσχοβολούσε  ο ίδιος και ο τόπος από το πλούσιο άρωμα  που φορούσε.
Ήταν ο προάγγελος των ινστιτούτων   καλλονής ,κεφαλής ,προσώπου και σώματος, που κατέκλυσαν και ακόμη σήμερα  κατακλύζουν τις πόλεις.
Αισθητή η  απουσία του απ’ το χωριό!  Έλειψε το χαμόγελό του, οι καλοί του τρόποι και η εύθυμη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η παρουσία του στην αγορά.
Δεν ήξερε ατιμίες , κλεψιές και απάτες .
 Γύριζε στις γειτονιές και μάζευε τα κατάμαυρα από την χρήση στη φωτιά χαλκώματα να τα γανώσει. Μαζί με τα χαλκώματα που έπαιρνε, απαιτούσε και ξύλα (σειρήνες) για το άναμμα της φωτιάς και το πύρωμα των χαλκωμάτων.
Με τα μαυρισμένα από τη δουλειά ρούχα του , τον έβλεπες με μια λινάτσα κρεμασμένη στην πλάτη του, σε σχήμα σακούλας, να κουβαλάει  τσουκάλια, τεντζέρια, τηγάνια, μπρίκια, ταψιά,  λεβέτια….. στην αυλή του σπιτιού του, να τα γανώσει.
__Σέμπρε, --παραπονέθηκε στο Ντίνο-- στο έλεγα από το  χειμώνα,  που είχα αδειά  και καθόμουνα, να φέρεις το λεβέτι για γάνωμα. Εσύ τ’ άφηκες  τελευταία στιγμή.
__Νάσιο,  σε μια βδομάδα θα τυροκομήσω , δεν θα μπορέσεις να το φτιάξεις ; Τόση πολύ δουλειά έχεις;
__Σέμπρε, με ειδοποίησε  προχθές  ένας φίλος να πάω  στα Μαζέϊκα . Θα χάσω τη  δουλειά  «Το σταυρωμά του». Περνάνε κι άλλοι γανωματήδες από  κεί. Έπρεπε να βρισκόμουνα  κιόλας  κειπέρα.
__Έχεις πολύ δουλειά εκεί, Νάσιο; Θα αργήσεις να γυρίσεις;
__Μου παρήγγειλε ότι θα γίνουν δυο γάμοι. Οι νοικοκυραίοι ρωτήσανε τον φίλο μου, αν έχει υπ όψη του κανέναν γανωματή, θέλουν να γανώσουν τα λεβέτια τους.  Έχω  ιστορία, σέμπρε εκεί, με περιμένουν πώς και πώς να πάω. Ο ένας με συστήνει στον άλλον, όρεξη να  ‘χεις για δουλειά μοναχά.
__Νάσιο, σκέφθηκα  να πάρεις το μικρό λεβετάκι στα Μαζέϊκα και αν δεν έχεις δουλειά και κάθεσαι  να το φτιάξεις και να το φέρεις αργότερα.
__ Θέλεις, σέμπρε, να μας κοροϊδεύει ο κόσμος « το σταυρωμά του»!.

__Γιαννούλα,  στης Ανάσταινας  την αυλή βλέπω κόσμο!. Φωνές άκουσα. Να έγινε τίποτα;  
__  Mη ρωτάς καθόλου, Ελένη.Το εγγόνι της κόντεψε να το « κόψει το πέταλο»!.
__Ποιός, ο Νίκος; Τι έπαθε;
__Ναι ο Νίκος.-- Απάντησε η Γιαννούλα--. Έκανε εμετό και έβγαζε πρασινίλα από το στόμα του. Λέγανε ότι δηλητηριάστηκε από αγάνωτα χαλκώματα.
__Ο Καλαντζής   το  έλεγε ο κακομοίρης, ότι μια φορά το χρόνο τα χαλκώματα θέλουν γάνωμα.
Εμείς τον περιγελάγαμε.
__Δεν τον κοροϊδεύουμε, Ελένη .  Αλλά    δε  βάζει πολύ καλάϊ  κι    αφήνει τ’ ανάχρια μισογανωμένα !. Κάνει μισοδουλειές!.  Όπως δουλεύει , εκείνος  γλυτώνει   υλικά , αλλά έτσι τα χαλκώματα   χρειάζονται γρηγορότερα γάνωμα. Μετά ποιος   κερδίζει;
__Αυτός!.

Αποβραδίς  αποφάσισε  το πρωί να πάει στα Καλαβρυτοχώρια, που τον είχαν ειδοποιήσει και ετοιμάστηκε.    Γέμισε  τον   τορβά δυο φορές   με κριθάρι και τάισε το μουλάρι του.  Σε ένα δισάκι έβαλε   τα εργαλεία του:  το αμόνι, την τσιμπίδα  την  πυροστιά ,  τα υλικά: σπίρτο , καλάι και κομμάτια ύφασμα . Σε ξεχωριστό τράιστο έβαλε το κολυτήρι.  Ετοίμασε το τράϊστο με το ψωμί και το προσφάι.
Το πρωί, με το χάραμα ,έφυγε απ’ το χωριό. Έφτασε  μετά  από πολλές ώρες διαδρομής και ξεπέζεψε  στην πλατεία της κωμόπολης, στο μαγαζί  φίλου του.
Το μάτι του έπαιζε δεξιά , αριστερά όταν γύριζε τα σοκάκια και τους δρόμους στις γειτονιές να μαζεύει τα χαλκώματα. Έβλεπε και μάντευε πίσω από τις ανοιχτές πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, πάνω από τις βεράντες, τους πιθανούς πελάτες του.
Μια ξερακιανή καλοβαλμένη κούκλα την είχε ιδεί και άλλες φορές να τον κοιτάζει. Αυτή την φορά την έπιασε « επ’  αυτοφώρω»! . Τον παρακολουθούσε πίσω από μια μισάνοιχτη κουρτίνα. Ρώτησε τον φίλο του αδιάφορα δήθεν  για το όνομά της .
Μαργαρίτα, του είπε  είναι τ’ όνομά της.  Του μίλησε για τα φιλόξενα αισθήματα και τη φήμη της στην πόλη. Εκεί θα μπορούσε να μείνει το βράδυ. Στο υπόγειο του δίπατου σπιτιού της ,τη μεγάλη αποθήκη την είχε μετατρέψει σε υπνοδωμάτιο, να κοιμούνται  γυρολόγοι και άνθρωποι  πού είχαν δουλειά να μένουν εκεί.
Το σπίτι της ήταν στην άκρη της πόλης, σε ένα χωράφι οκτώ στρέμματα που μπορούσε να πεδουκλώνει το ζωντανό του και να βόσκει. Σε ένα μικρό υπόστεγο  που ήταν πιο πέρα από το σπίτι με το πλυσταριό μπορούσε να γανώνει τα χαλκώματα.
Μαθαίνοντας αυτά πήρε το δρόμο προς το σπίτι της.
Περνώντας κάτω απ το χαγιάτι του σπιτιού της φώναξε : « Ο γανωματήηης …όλα τα γανώνωωωω». Βγήκε από το σπίτι της, στύλωσε τα χέρια της στα κάγκελα, κοίταγε   τον γανωτή  πού τη χαιρέτησε:
__Καλημέρα κυρία,  Γανωματής είμαι. Έχεις κανένα κουτάλι, κανένα πιρούνι, κανένα χάλκωμα για γάνωμα; -- Εκείνη ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και τον ρώτησε:
__Γανώνεις κι άλλα πράγματα;
__Όλα τα χαλκώματα γανώνω.-- της απάντησε.
__Κάτι πρέπει να έχω .  Έλα να στα δείξω .
 Τον κάλεσε στο υπόγειο του σπιτιού της ,σε μια μικρή αποθηκούλα. Η σκοτεινή και υγρή αποθήκη μοσκοβόλησε  τριανταφυλλένια μυρωδιά από το άρωμα που φορούσε ο γανωτής μας. Η μεσόκοπη κούκλα, με χαμόγελο και νάζια, του έδειξε μια τέσα και έναν παλιό τέντζερη της μάνας της. Με τρόπο άνοιξε  την πόρτα του μεγάλου δωματίου για να το ιδεί ο γανωματής μας .Ποιος ξέρει μπορεί να της ζητούσε να μείνει εκεί. Ο καλαντζής  βλέποντας και το επιπλωμένο και όμορφο  δωμάτιο τη ρώτησε.
__Ο άνδρας σου δεν είναι εδώ;
__Δεν έχω άνδρα.   –Απάντησε. Και για να φρενάρει τα πονηρά φερσίματα  του γανωτή συνέχισε: « Τι να τον κάνω;»
Η διάθεση του γανωματή άλλαξε. Μοναχή της είναι σκέφθηκε. Μπορεί να φτιάνει ένα πιάτο φαί για όσο καιρό θα έμενε εκεί. Θα είχε μια περιποίηση.
__Το όνομά μου είναι Νάσιος. Νάσιος Καλατζής.
__Εμένα με λένε Μαργαρίτα -- του είπε--.   Αν θέλεις  να μείνεις εδώ,έχω δωμάτιο να εξυπηρετηθείς. Μπορώ να ετοιμάζω και πρωινό και φαγητό και ότι άλλο θέλεις.
Τι ήθελε το τελευταίο να το ειπεί. Η συμφωνία κλείστηκε. Ο Γανωματής θα πλήρωνε το δωμάτιο για τον ύπνο σαν τρίκλινο! . Θα πλήρωνε για πρωινό και φαγητό, ενοίκιο για το υπόστεγο και για το χωράφι που θα έβοσκε το μουλάρι του!.
Σώριασε στο υπόστεγο χαλκώματα πολλά και δούλευε δυο  βδομάδες παρά μια ημέρα. Όλες αυτές τις ημέρες είχε την περιποίηση και την συμπάθειά της, παρ’ όλο το πάχος και την άκαμπτη κορμοστασιά του.

__Υφάσματα για όλα τα γούστα! –Φώναζε ο έμπορος έξω από το δίπατο σπίτι της. “ Έκοψε” την κυρία που έπινε το καφεδάκι της  με το γανωματή μας και δυνάμωσε τη φωνή του για δεύτερη φορά:
__Κυρία, έχω ωραία υφάσματα: Λινά, σατέν, τσίτι κι ό,τι θέλει η ψυχή σου! Να τα ιδείς μόνο….
Λαχτάρισε η ψυχή της  για το λουλουδάτο τσιτάκι, που θα πήγαινε τρέλα επάνω της!
__Ωραίο είναι αλλά… δεν έχω λεφτά.  __Είπε, και κοίταξε κατάματα το δικό μας γανωματή. Εκείνος, γιατί τη συμπόνεσε, γιατί ήθελε να την κατακτήσει, πλήρωσε το ύφασμα και της το προσέφερε.

Η  Μαργαρίτα πήγαινε  καφέ στο υπόστεγο και κουβεντιάζανε.
Εκείνος άνετος , ομιλητικός για τις δουλειές του, γεμάτος βεβαιότητα  για καλύτερο αύριο
Εκείνη  καθόταν, άκουγε και δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου.
Είδε όμως το αδύνατο σημείο του, τα μάτια του, που την κοιτούσαν πονηρά στα μάτια της, στο στήθος της, στα πόδια της.
__Αλήθεια, δαχτυλίδι δεν φοράς, παντρεμένος είσαι; --Τον ρώτησε. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός , το πρόσωπό του κοκκίνισε , χαμήλωσε το κεφάλι του προς τα κάτω και με δισταγμό της είπε την αλήθεια, ενώ μέχρι τώρα άλλα της έλεγε.
__Ναι, παντρεμένος είμαι. Όλο το χρόνο λείπω από το σπίτι!  Αυτό λέγεται παντρειά;
Εκείνη, άφησε τις τρυφερότητες και σηκώθηκε από ένα ψηλό σκαμνί που καθότανε. Προσποιήθηκε για κάποιο τηλέφωνο που έπρεπε να κάνει , τον χαιρέτησε κι έφυγε.
«Το σταυρωμά του!   θα πληρώσω έξοδα άδικα».--  Συλλογίστηκε μέσα του.
Ένα  απόγευμα  η Μαργαρίτα παραφούσκωσε τους λογαριασμούς για τις υπηρεσίες της.  Ο καλαντζής  μας πλήρωσε και, μετά δύο ημέρες, γύρισε στο χωριό .
Δέκα- πέντε οκάδες σμιγάδι, όλο- όλο ήταν η αμοιβή του, για δυο βδομάδες δουλειά!. Το φύσαγε και δεν κρύωνε για τα πανωτόκια,  που πλήρωσε στην Μαργαρίτα.
Γύρισε στο χωριό και όσοι τον συναντούσαν τον χαιρέταγαν και αντιχαιρέταγε με κέφι και χαμόγελο, έτσι που να φαίνεται το χρυσό δόντι τού πάνω σαγονιού του.
Συνάντησε και τον Στυλιανό  που είχαν μαλώσει. Δεν του είχε παραδώσει ένα καπάκι ενός τέντζερη. «Σου το έφερα το καπάκι να το γανώσεις». «Δεν μου το ‘ φερες».  ¨Ετσι έκοψαν την καλημέρα. Τώρα θεώρησε σκόπιμο να τον χαιρετίσει.
__Γειά σου Στυλιανέ.-- Εκείνος έστριψε το κεφάλι του αντίθετα και δεν του απάντησε.
__Γιατί δεν μιλάς ρε.-- Του είπε.
__Δεν είναι απαραίτητο!  Φώναξε με θυμό ο Στυλιανός.
__Και τα ζα ρε, όταν έχουν μέρες να συναντηθούν, μυρίζει το ένα το άλλο και μιλάνε.-- Αυτά είπε με στενοχώρια στον άλλοτε πελάτη και πατριώτη του.
Πέρασε και από του σέμπρου το σπίτι   Είδε την πόρτα κλειστή και ρώτησε:
__Μην είδατε το σέμπρο μου ρε; -- Ο Ντίνος τον άκουσε .--Αυτός ήταν ο σέμπρος του-- και φώναξε:
__Έλα Νάσιο,  εδώ είμαι.
__Σέμπρε, ήρθα να πάρω το λεβέτι.
__Σε κατάλαβα ότι ερχόσουν εδώ, Νάσιο.
__Πού το κατάλαβες ,το σταυρωμά σου για σέμπρε.
__Μοσκοβολάει ο τόπος, Νάσιο όπου πηγαίνεις.
Στο χωριό μάζεψε αρκετά χαλκώματα, ταψιά , λεβέτια. Ας δούμε από κοντά τον γανωματή μας να γανώνει:  Με την ποδιά στο σβέρκο κρεμασμένη και δεμένη στην μέση, κάλυπτε τα μαυρισμένα από τη δουλειά ρούχα του και ξεκίναγε το γάνωμα.
Κοντόχοντρος ,όπως ήταν, από την πίεση του πάχους, οι τσέπες του παντελονιού του χάσκανε και τα κουμπιά μπροστά πολλές φορές έλιπαν.
Το πουκάμισο κι αυτό έπαιρνε  ασυνήθιστο σχήμα.
Γυρόφερνε  ένα λεβέτι  έως ότου βολευτεί να κωλοκαθίσει , για να μη σχιστεί το παντελόνι του. Όταν σιγουρεύτηκε για το αποτέλεσμα, έσκυψε με προσοχή να το καθαρίσει.
__Το σταυρωμά του πολύ γανιασμένο είναι!  Πώς βάζουν  το γάλα και το βράζουν εδώ μέσα; -- Μονολογούσε--.
Δεν φοβούνται μην  πάθουν καμιά δηλητηρίαση;
Ξυπολήθηκε,σήκωσε τα μπατζάκια του και μπήκε μέσα στο λεβέτι!
Μέσα είχε άμμο κι επάνω ένα χοντρό ύφασμα. Κρατήθηκε από ένα ψαλίδι του μπαλκονιού του κι άρχισε να γυρίζει το σώμα  του μισό γύρο δεξιά, μισό αριστερά. Βάζοντας έτσι δύναμη με τα πόδια του και με το βάρος του καθάρισε το λεβέτι! Με τον ίδιο τρόπο καθάριζε και τα μεγάλα ταψιά.
__Νάσιο, καλά γυροφέρνεις τον κώλο σου! Και σ’ έφτυσα να μη σε ματιάσω.—Το πείραξε με ένα αινιγματικό χαμόγελο ο Πάικος
__Κορόιδεψε --το σταυρωμά σου για δουλειά.
__Νάσιο τι μολογάς; Να σου φέρω ένα τηγάνι και πεντέξι κουταλοπίρουνα;
__Δεν βλέπεις τι μου φέρνουν εδώ; Δεν καθαρίζει με τίποτα.  Ότι δεν μπορούν να φτιάξουν οι άλλοι γανωματήδες , το φέρνουν σε μένα.
__Σε ξέρουν που είσαι καλός γανωτής !.  Γι αυτό και σε προτιμούν . Δεν μου απάντησες .Το τηγάνι σε δυο  τρεις μέρες το θέλω, θα μπορέσεις να το φτιάξεις;
__Φέρτω Πάϊκο,  να το ιδώ.
__Έλλειπες ταξίδι Νάσιο; Πώς τα πέρασες; Έχεις τυχερά πέρα κει που πάς;
__Αλήθεια είναι ότι οι γυναίκες στα καλαβρυτοχώρια είναι φιλότιμες. Ότι έχουνε σου δίνουνε , δε μένεις έτσι και σε περιποιούνται . Τώρα εδώ τι κάνουμε.
Ο Νάσιος ιδρωμένος γυρόφερνε το ταψί σαν την κότα με τον κόκκορα , από πού να το πιάσει και από πού ν ‘αρχίσει. Έβαλε μέσα στο ταψί σπίρτο και άρχισε να το τρίβει . Ο ιδρώτας έτρεχε αυλάκι. Τώρα ήταν τα δύσκολα. Με ένα χοντρό πανί και άμμο έπρεπε  να το τρίψει με όση δύναμη είχε. Έτσι έφυγαν οι βρωμιές και οι μουντζούρες και το χάλκωμα καθάρισε.
Στην συνέχεια το έβαλε στην πυροστιά,  στο λάμπαδο της φωτιάς να ζεσταθεί .
Με μαεστρία πετάει επάνω σε όλες τις πλευρές του χαλκώματος το νησαντήρι. Είναι σκόνη που άφησε ένα δηλητηριασμένο καπνό. Έτσι όμως θα κολλήσει εύκολα και καλά το καλάϊ.
Ρίχνει  το καλάϊ  λειωμένο από τη φωτιά στο ζεστό χάλκωμα και με ένα βαμβάκι  το απλώνει σε όλες τις επιφάνειες. 
Αν χρειαστεί το περνάει και δεύτερο και τρίτο χέρι, μέχρι που φεύγουν τα σημάδια και το χάλκωμα παίρνει  ένα ωραίο γυαλιστερό ασημί χρώμα.
Έφτασε και ο Πάϊκος με τα χαλκώματά  του.
__Το σταυρωμά του δεν καθαρίζει. Θα μου φάει όλο το καλάϊ .Τα λεφτά που ζήτησα είναι λίγα.
__Νάσιο, κοντεύεις να τελειώσεις τα ταψί;
__Το τελείωσα! Πώς το βλέπεις;   Είναι καλό;--- Κοτάει να ειπεί δεν είναι καλό;
__Από  μακριά καλό φαίνεται. Αλλά βλέπω κάτι σημάδια μέσα.
__Το βλέπω, το σταυρωμά του με το τρίτο χέρι θα στρώσει! Παραδέχτηκε.
Ήθελε να είναι φίλος με όλους.   Ο μπάρμπα Νάσιος  ήταν αναντικατάστατος ,  ευαίσθητος και χρήσιμος, για πολλά χρόνια πατριώτης. Είναι  μια ιστορία του χωριού, που μένει ζωντανή μέχρι  σήμερα και θα μείνει .
  B Girakas



14 σχόλια :

nis είπε...

Ήμουν εκεί όταν στοιχημάτισε ότι μπορεί να πάει και να φέρει ένα σακί αλεύρι στην πλάτη από την πλατεία μέχρι τις ράχες!
Το θηρίο το κέρδισε το στοίχημα!!!!

Ανώνυμος είπε...

Θα ήτανε γύρω το ΄67. Ο Τζιμπάκος έφτιαχνε στο σπίτι του Νάσιου κάτι χτισίματα στα παραθύρια.

Πάνω από τα παραθύρια βάζανε κάτι σαν ίσια μαδέρια (πλατανίσια συνήθως) για να κρατάνε τον τοίχο, πλακώματα τα λέγανε, κάτι σαν το σημερινό σινάζι.

Ο Τζιμπάκος ήταν πειραχτήρι! Ήξερε και πρόβλεπε μάλιστα πώς αντιδρά ο καθένας μας. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε αλλά είχε αυτή την εξυπνάδα, πρόβλεπε την αντίδρασή σου.

- Νίκη, τράβα στον Κυριάκο το Γιόβα να σου δόκει ένα πλάκωμα γερό να το βάλουμε στο παραθύρι, λέει στη συμπαθέστατη γυναίκα του Νάσιου.

- Τσε το ξεσταύρι μου, ακόμα εδώ είσαι μωρή, συνηγορεί το Νάσιος.

Φεύγει η μαύρη τρέχοντας και αρχίζει να φωνάζει από του Πίκουλα που έφτασε.

-Τσιε Κυριάκο, τσιε Κυριάκο.

Ακούει ο πάντα χιουμορίστας Κυριάκος (αλλά με έξυπνο και λεπτό χιούμορ) και απλογιέται.

- Ποιος είναι????

-Τσιε αί στο διάβολο σήκω να μου δόκεις ένα γερό πλάκωμα, και περιμένουν οι μαστόροι.

Παίρνει στροφές ο κουγιούφας....

- Ρε Νίκη, γαμώ τα κερατία μου, παράτα με δεν έχω όρεξη....

- Τσιε τι λες ρε, δος μου το πλάκωμα.

- Αφου επιμένεις πάμε στο κατώι.

Πάει η γυναίκα του Νάσιου απονήρευτη ( σου λέει στο κατώι είναι το πλάκωμα, πού αλλού να είναι)

Με το που φτάνουνε στην πόρτα του κατωγιού, ο Κυριάκος γυρίζει και της λέει.

-Νίκη επιμένεις για το πλάκωμα????

-Τσιε αι στο διαόλο, δος μου το πλάκωμα αργήσαμε....

- Ε, τότε.....σήκω τη φούστα σου να τελειώνουμε.....

Τότε η Νάσιαινα κατάλαβε το υπονοούμενα για το πλάκωμα και φωνάζοντας το ΄βαλε στα πόδια και φτάνει στα Πολυδεραίικα μέχρι να πεις κίμινο.

Το και το στο Νάσιο.

- Το ξεσταύρι του θα τον σκοτώσω...

Ο Τζιμπάκος είδε ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει και όρμησε να τον κρατήσει. Ομολογούσε αργότερα ότι τα χρειάστηκε, ο Νάσιος ήταν εκτός εαυτού.

Νομίζω τελικά ότι η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια....(θα σας γελάσω)..

Θος συχωρέστους, ας είνα αλαφρό το χώμα τους.

Βαγγέλη και πάλι σ' ευχαριστώ για τα ¨ταξίδια¨ με τις αναμνήσεις!

(ο χωρίς ψευδώνυμο)

Ανώνυμος είπε...

O ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ ΗΤΑΝ ΑΨΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΕ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟ ΚΟΣΤΟΥΜΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ. ΤΟ ΔΕ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΑ ΠΕΡΙΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΟ ΜΕ ΑΣΒΟΥΣ ΚΑΙ 10 ΣΕΙΡΕΣ ΧΑΝΤΡΕΣ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ. ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ ΤΟΥ LIFE STYLE ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ.

Ανώνυμος είπε...

Βαγγέλη ,έκανες σήμερα επικήδειο και μνημόσυνο σε έναν αρχοντάνθρωπο του χωριού μας ,το Νάσιο το Καλατζή.Τώρα όλοι οι τεθνεώτες συγχωριανοί μας θα αναμένουν τη σειρά τους υπομονετικά για να τους ξαναφέρεις νοερά στη μνήμη μας, με την αξιοζήλευτη πέννα σου.Με τους ζωντανούς σου διαλόγους μάς σκιαγράφησες την προσωπικότητα ,το χαρακτήρα και το ήθος του μπαρμπα- Νάσιου Σταθόπουλου.Μάς περιέγραψες όμως αναλυτικά και το επάγγελμα του γανωματή - καλατζή ,που παλιότερα ήταν στις δόξες του και έδινε πολλά κέρδη σε όσους το γνώριζαν καλά.Τότε τα περισσότερα οικιακά σκεύη ήταν χαλκωματένια και έπρεπε περιοδικά να γανώνονται.Σήμερα βέβαια δεν εξέλιπαν τελείως τα χάλικνα σκεύη, αλλά περιορίστηκε η χρήση τους. Έτσι σιγά-σιγά και το επάγγελμα του γανωματή και λόγω της ελέλιξης της τεχνολογίας εγκαταλείφθηκε αλλά δεν εξαφανίστηκε.Ο μακαρίτης ήταν όντως ένας γεροδεμένος άντρας ,εργατικός ,πανέξυπνος και καλός μάστορης στη δουλειά του ,αλλά και πάντα άψογος στην έμφανισή του στην κοινωνία. Παρουσιζόταν στην αγορά μας πλυμένος ,ξυρισμένος καλοχτενισμένος με ακριβά και καθαρά ρούχα και πάντα με τα βαριά του αρώματα.Ξεχώριζε από τους άλλους συγχωριανούς του "σα τη μύγα μες γάλα ." Ήταν σε όλα του λεβέντης, αρχοντάνθρωπος και λάτρης του ωραίου ,χωρίς να είναι από τους πλούσιους. Μας συμβούλευε πως " ο κόσμος όπως σε βλέπει σε περνάει ." εννοώντας την εξωτερκή εμφάνισή μας.Πάντα επίσης είχε στολισμένο και περιποιήμένο το άλογό του ,τον πιστό του σύντροφο στη ζωή και στο επάγγελμά του.Τα μυστικά της τέχνης του τα μετάδωσε και στο γαμπρό του και ξαδερφό μου ,το μακαρίτη Γιώρη του Τέλη του Βυζιώτη.Ο ξαδερφός μου ,παρότι εργατικός και καλός τεχνίτης δεν πήρε ,νομίζω ,και πολλά από την αρχοντιά και τη λεβεντιά του πεθερού του . Δεν έδινε ιδιαιτερη σημασία στην εξωτερική του εμφάνιση.Άφησε όμως κι αυτός καλό όνομα στην περιοχή μας και ήταν περιζήτητος για τη μαστοριά του.
Χάρηκα πολύ το λογοπαίγνιο και του σχολιαστή ( χωρίς ψευδώνυμο ). Το βρήκα αυθεντικό ,παιχνιδιάρικο και σπιρτόζικο. Αλήθεια τι μπορεί να πάθει κανείς από την μεταφορική χρήση της πιο πλούσιας ,πλαστικής και εκφραστικής μητρικής μας γλώσσας;
marpolix

Ανώνυμος είπε...

Τα περισσότερα παινέματα ειπώθηκαν από τον Βαγγέλη και τους σχολιαστές του για τον καλόν άνθρωπο, Νάσιο Καλαντζή,που με την όλη του παρουσία και τα πεπραγμένα του στο χωριό,θεωρείται,εκτός των άλλων,πηγή χιουμοριστικής παραγωγής,ανεξάντλητης για τη Γλανιτσιά.
Εγώ μένω στο ωραία δοσμένο κείμενο του Βαγγέλη, που προσπαθεί με επιμονή, καιρό τώρα,να μας κρατήσει στα πάτρια ήθη και έθιμα και στους ανθρώπους που άφησαν κάποια ίχνη στο πέρασμά τους από το χωριό μας.
Αμέσως βλέπω στο site τα γειτονικά "κείμενα" γεμάτα από φόβο,θλίψη,φοβίες και ύβρεις. Εκεί και τα δεκάδες(!) σχόλια τριχειρότερα, φοβικά και άθλια. Έτσι από τη μιά μεριά νιώθω την ωραία θύμιση,τη νοσταλγία και τη γαλήνη κι από την άλλη τη μαύρη απελπισιά!
Φίλοι, απ'αυτή τη δεύτερη δεν θα πάρω.Θα κρατήσω πεισματικά τις αναμνήσεις του παρελθόντος και την ελπίδα στο παρόν και ευχαριστώ το Βαγγέλη που με βοηθάει σ΄αυτό

Ανώνυμος είπε...

ΤΙ ΣΥΜΤΩΣΗ !!!ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΛΕΠΩ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΟ

ΡΕΝΤΕΖΕΛΑΣ είπε...

ΚΑΛΑ ΘΑ ΗΤΑΝ 10:59 ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΣΕ ΜΟΝΟ Η ΩΡΑΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΜΑ ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΣΚΛΗΡΩΤΕΡΗ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.ΚΙ ΕΤΣΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΤΑΜΕ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ "ΤΩΝ ΟΙΚΙΩΝ ΗΜΩΝ ΕΜΠΙΠΡΑΜΕΝΩΝ ΗΜΕΙΣ ΑΔΩΜΕΝ(ΕΝΩ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ ΕΜΕΙΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΜΕ)

Ανώνυμος είπε...

Sigoura είναι καλό να ανατρέχουμε στο παρελθόν γιατί απ' αυτό αντλούμε δύναμη κι ελπίδα για το μέλλον. Το παρόν, όμως, δεν μας αξίζει κι αυτό όχι μόνο πρέπει να τ' αποτυπώνουμε στα "γειτονικά κείμενα" 10.59,όχι, βέβαι, με ύβρεις, αλλά να το βροντοφωνάζουμε κάθε στιγμή και να πείθουμε κι όσους μπορούμε να ξυπνήσουν και να σηκωθούν απ΄το καναπέ της βολής τους.
Η μαύρη απελπισία δεν ψωνίζεται για να πάρουμε, αλλά έχει φυτευτεί μεθοδικά τα τελευταία χρόνια, κυρίως από τα καθεστώτα του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., που φρόντισαν να δημιουργήσουν τις στρατιές των αυλικών και σφουγγοκωλάριων για να τους διατηρούν στους θώκους τους και να τρέφονται όλοι μαζί από των ιδρώτα και το αίμα των υπολοίπων.

5%

Ανώνυμος είπε...

Μαγγογιώρης: Ρε Νάσιο το μουλάρι λύθηκε και έχει πάει δίπλα στα δικά μου μουλάρια και τρωγώνται..
Νάσιος: Το σταυρωμά του, δε λύθηκε το μουλάρι... το σκοινί λύθηκε από το πόδι του μουλαριού¨??
IBAS

Ανώνυμος είπε...

Με τον Ντίνο ήσαν σέμπροι δυο τρία χρόνια. Χάλασε το αλέτριστο Σύμπαινο θαρώ και το πείρε στον ώμο ο Ντίνος να το πάει στου Βαρταλώνι στο Ντίνο τον Κούγια να το φτιάξει.
Δεν είχε τίποτα, μια σκεπαρνιά χρειάστηκε και έγινε το αλέτρι
__Ντίνο τι είχε το σταυρομάτου το αλέτρι;'
__Μια στο κεφάλι θέλουμε απάντησε ο Ντίνος Αυτό είχε.

Ανώνυμος είπε...

βαρω κουδουνι κυρια μου το σταυρωμα του ...δεν μ ακους????gerolykos

ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ είπε...

ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΙ ΜΑΡΙΝΗ ΚΑΙ ΟΣΟΙ ΓΡΑΦΕΤΕ ΤΟΣΟ ΤΑ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΤΩΝ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ή ΠΟΛΙΤΙΚΟΛΟΓΙΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΑΥΤΑ ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΕΠΟΧΗ ΤΑ ΤΥΠΩΝΩ ΣΤΟΝ ΕΚΤΥΠΩΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΑΒΑΖΩ ΦΡΑΣΗ - ΦΡΑΣΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΑ ΧΟΡΤΑΙΝΩ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ ΞΑΝΑ ΤΑ ΔΙΑΒΑΖΩ ΜΟΥ ΚΡΑΤΑΝΕ ΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ΝΑ ΣΑΣ ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΟΛΟΥΣ ΚΑΛΑ.

Δημήτρης Σπύρου είπε...

Τι σημαίνει κουγιούφας;

Ανώνυμος είπε...

Τι σημαίνει κουγιούφας;