Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

του μακαρίτη  συμπατριώτη μας,
ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
                 ΄Τα μαστοροχώρια της Γορτυνίας΄
                                (τα Λαγκάδια)
      Η ορεινή και άγονη περιοχή της Γορτυνίας  αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες εστίες χτιστών στην Πελοπόννησο. Το κυριότερο μαστοροχώρι της περιοχής, χτισμένο αμφιθεατρικά σ΄ένα από τα βορειοδυτικά αντερείσματα του Μαινάλου και σε υψόμετρο που αρχίζει από τα 500 μ. και φτάνει τα 1000 μ., ήταν τα Λαγκάδια. Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως το β΄ παγκόσμιο πόλεμο οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν συστηματικά το επάγγελμα του χτίστη
 Η συμβολή των Λαγκαδινών χτιστών στη διαμόρφωση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του Μοριά υπήρξε, σημαντικότατη. Και σήμερα ακόμα τα Λαγκάδια, μολονότι έχουν χάσει την παλιά τους μαστορική αίγλη  είναι γνωστά  στον Πελοποννησιακό λαό περισσότερο ως μαστοροχώρι παρά ως πατρίδα των Δεληγιανναίων.
 Αύριο ημερίδα για τον ρόλο των Λαγκαδίων στην παράδοση και την ανάπτυξη της Γορτυνίας
.     Δεν πρόσθεσαν ποτέ σχεδόν τη λέξη μαστόρους, γιατί στη συνείδησή τους η λέξεις μάστορης και Λαγκαδινός ήταν ταυτόσημες. Την οικοδομική παράδοση και τη φήμη των Λαγκαδινών χτιστών υπογραμμίζουν επίσης και τα πολυάριθμα ανέκδοτα και πειράγματα που λέγονται γι΄αυτούς σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.
     Ενώ όμως η δράση των Λαγκαδινών μαστόρων στα νεώτερα χρόνια επισημαίνεται εύκολα, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η εποχή που αυτοί άρχισαν ν΄ασκούν το επάγγελμα του χτίστη. Και είναι άραγε οι Λαγκαδίνοι  αυτοδίδαχτοι ή έμαθαν την τέχνη τους από άλλους; Σύμφωνα με μια άποψη, οι Λαγκαδινοί κατάγονται από τους μαστόρους εργάτες που στις αρχές του13ου αιώνα οικοδομούσαν το κάστρο της ΄Ακοβας. ΄Αρα οι πρώτοι οικιστές του χωριού, κατά τη γνώμη αυτή, ήταν χτίστες. Καλλιέργησαν την τέχνη τους συστηματικά και την κληροδότησαν στους απογόνους τους. ΄Ετσι δημιουργήθηκε, με το πέρασμα των αιώνων, η μαστορική παράδοση στα Λαγκάδια. Την άποψη αυτή υποστηρίζει ο Γλαύκος Μαρκόπουλος.
     Παρά την αληθοφάνεια και κάποια πειστικότητα που ενδεχομένως παρουσιάζει η γνώμη αυτή, δύσκολα μπορεί κανείς να την αποδεχτεί.  Γραπτά μνημεία που να μιλούν για τους πρώτους οικιστές των Λαγκαδίων δεν υπάρχουν, επομένως δεν μπορούμε να τοποθετούμε με βεβαιότητα το χτίσιμο του χωριού στις αρχές του 13ου αιώνα. Για το χτίσιμο των Λαγκαδίων υπάρχουν βέβαια μερικές παραδόσεις, μα όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι είναι πλασμένες για να αιτιολογήσουν την καταγωγή των Δεληγιανναίων.
       Το πρόβλημα του συνοικισμού των Λαγκαδίων απασχόλησε και παλαιότερους ερευνητές. Ο Ν.Α. Βέης έγραψε πως τα Λαγκάδια «συνωκίσθησαν υπό ελληνικών ή εξελληνισμένων πληθυσμών κατά την κάθοδο των Αλβανών», δηλαδή κατά το 14 αιώνα, χωρίς να προσκομίζει και αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη γνώμη του. Ο Τάκης Κανδηλώρος φαίνεται να υποστηρίζει ότι τα Λαγκάδια χτίστηκαν στο τέλος του 16ου αιώνα ή στις αρχές του 17ου. Πιστεύω πως τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας πείθουν ότι ο Κανδηλώρος βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια.   ΄Οσα γράφει ο Μαρκόπουλος ίσως να σχετίζονται με το χωριό Λαγκαδά της ΄Ακοβας, που συναντούμε σε πατριαρχικό γράμμα του 1611. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, οι Λαγκαδινοί έμαθαν το επάγγελμα του χτίστη από μαστόρους της Ηπείρου, από τους οποίους βέβαια και κατάγονται. Η ιστορία δε μαρτυρεί εγκατάσταση Ηπειρωτών στα Λαγκάδια. Δεν αρνείται κανείς μετοικεσίες Ηπειρωτών στην Πελοπόννησο, ούτε τις επιδρομές που δέχτηκαν οι Λαγκαδινοί μαστόροι από τους Ηπειρώτες. Αλλά από τη διαπίστωση αυτή ως το σημείο να υποστηρίζεται η καταγωγή των Λαγκαδινών από την ΄Ηπειρο, η απόσταση είναι μεγάλη. ΄Οσοι στο Μοριά κατάγονται από την ΄Ηπειρο διατηρούν κάποιες παραδόσεις και θρύλους της ηπειρώτικης τους καταγωγής, όπως οι Δολιανίτες της Αρκαδίας και οι Πετιμεζάδες των Σουδενών της Αχαϊας. Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει με τους Λαγκαδινούς.
      Μου φαίνεται πως είναι ορθότερο ν΄αντικρίσουμε το Λαγκαδινό χτίστη ως δημιούργημα του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Το επάγγελμα αποτελεί συνάρτηση ορισμένων φυσικών και κοινωνικοοικονομικών παραγόντων. Η περιοχή των Λαγκαδίων είναι ορεινή και άγονη, με ελάχιστο καλλιεργήσιμο χώρο. Την εποχή που χτίστηκαν τα Λαγκάδια, η εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση ήταν μεγαλύτερη και η ανάγκη προσδιόριζε τη γέννηση, τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη των επαγγελμάτων κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο. ΄Οσοι δεν μπορούσαν  να ζήσουν από την κτηνοτροφική και γεωργική  παραγωγή ήταν υποχρεωμένοι να ζητήσουν τους πόρους για τη  συντήρησή τους σε κάποια άλλη απασχόληση. Στα πλαίσια όμως της δοσμένης οικονομικής δομής οι επαγγελματικές επιλογές για τους κατοίκους της ορεινής και άγονης Γορτυνίας ήταν ελάχιστες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν αναγκαίο να επιδοθούν και οι Λαγκαδινοί στην άσκηση ενός πραχτικού επαγγέλματος, απαραίτητου για τη θεραπεία άμεσων βιοτικών αναγκών. Κατά τον ίδιο τρόπο έλυσαν το βιοποριστικό τους πρόβλημα και οι κάτοικοι άλλων χωριών της Αρκαδίας, οι οποίοι ζούσαν, λίγο πολύ, στις ίδιες με τους Λαγκαδινούς συνθήκες. ΄Ετσι οι Στεμνιτσιώτες έγιναν χρυσικοί, καλαντζήδες, ντουφεξήδες, καμπανάδες, σιδεράδες, οι Κοσμίτες γεωργατζάδες (χτενάδες),λιθοτόμοι και λαγουμιτζήδες, οι Καστανιώτες ασβεστάδες οι Αγιοπετρίτες καρβουνιάρηδες, οι Δυρραχίτες μυλωνάδες, οι Μαγουλιανίτες,Πυργακιώτες και Γαρζενικιώτες  «σανιδάδες», μαραγκοί. Οι Λαγκαδινοί έγιναν χτίστες.
     Πότε η πλειονότητα των Λαγκαδινών άρχισε να ασκεί συστηματικά το επάγγελμα του χτίστη δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Μπορούμε να πούμε ίσως ότι ο 18ος αιώνας είναι η περίοδος κατά την οποία η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων στρέφεται οριστικά προς το επάγγελμα του χτίστη. Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, και κυρίως στις τελευταίες δεκαετίες του, οι Λαγκαδινοί γίνονται γνωστοί στην Πελοπόννησο ως εξαίρετοι τεχνίτες της οικοδομής. Χιλιάδες οικοδομικά έργα στην Πελοπόννησο φέρουν τη σφραγίδα της τέχνης των Λαγκαδινών χτιστών. Καλύβια, αρχοντικά, γεφύρια, εκκλησίες, τζαμιά, σχολεία, βρύσες και τόσα άλλα.
     Μολονότι για την ιδιομορφία της τέχνης τους και γενικά για την αισθητική αξία των έργων τους δεν υπάρχει ολοκληρωμένη ειδική μελέτη, γεγονός είναι ότι, χάρη στην πλούσια πείρα που είχαν, πραγματοποιούσαν τολμηρούς συνδυασμούς, ωραία και αρμονικά σύνολα, ακόμα και σε απρόσφορα για το σκοπό αυτό εδάφη:      «Οι λαϊκοί τεχνίται του ΙΘ΄αιώνος εις την Γορτυνίαν απεδείχθησαν πλέον τολμηροί και ικανοί εις ζεύξιν μεγάλων διαμέτρων και μάλιστα άνευ εξωτερικών αντηρίδων» διαπιστώνει ο Ν.Κ.Μουτσόπουλος. Παράδειγμα για την ικανότητα αυτή των Λαγκαδινών τεχνιτών αποτελούν τα ίδια τα Λαγκάδια, το «κρεμαστό χωριό της Πελοποννήσου». Χτισμένα αμφιθεατρικά στις ανατολικομεσημβρινές πλαγιές του βουνού, και σε μέσο ύψος από τη θάλασσα 800 μ., προξενούν το θαυμασμό σε δικούς μας και ξένους. Δείγμα επίσης της δεξιοτεχνίας των Λαγκαδινών μαστόρων αποτελεί και η Γ έ φ υ ρ α   Β α λ α β ά ν η. Χτίστηκε το 1880 «επί βράχων  με ένα τόξον και εις το στενότερον του Αλφειού σημείον», κοντά στο χωριό Βλαχόρραφτι της Γορτυνίας. ΄Εχει ύψος 34 μ., πλάτος 4 και μήκος 20 μ. Είναι χαρακτηριστικό έργο λαϊκής αρχιτεκτονικής και η κατασκευή του δείχνει ότι ο λαϊκός τεχνίτης είναι, πολλές φορές, πιο  ικανός από τον επιστήμονα μηχανικό.
      Μοναδικοί πρωτομάστοροι των Λαγκαδίων αναφέρονται  ο Ρηγόπουλος και ο Κάτσαινος με ευρύτερη ακτινοβολία και αναγνώριση, που βγήκαν από τα Λαγκάδια. Και πολλοί άλλοι υπήρξαν σημαντικοί μαστόροι. Δυστυχώς δε διασώθηκαν όλων τα ονόματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι μαστόροι δεν ενδιαφέρονταν για την υστεροφημία τους. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που χάραζαν τ΄όναμά τους σε κάποιο αγκωνάρι. Και πάλι είναι δύσκολο να επισημάνει κανείς και τις ελάχιστες αυτές επιγραφές στα διάφορα κτίσματα της Πελοποννήσου, όσα σώζονται ακόμα. Οι Γαρδικαίοι λ.χ., μια από τις μεγαλύτερες μαστοροοικογένειες των Λαγκαδίων, σπάνια χάραζαν επιγραφές με τ΄όνομά τους. Και όμως στο ενεργητικό τους προσγράφουν εκατοντάδες κτίσματα σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Από επιγραφικά μνημεία, σημειώματα κωδίκων, έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, και άλλες πηγές μας είναι γνωστοί και άλλοι Λαγκαδινοί  χτίστες. Σε σημείωμα του Κώδικα της Μονής Αιμυαλών αναφέρεται ο Ράλλης Κανακόπουλος. Στα χρόνια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας συναντούμε τους χτίστες Κατσικόπουλο, Φώτη Κατόπη, Ασημάκη Κατόπη, Γεώργιο Φανό, Διαμαντή Φανό ή Φανόπουλο, Λώλο, Αναστάσιο Πολυχρονόπουλο, Γεώργιο Κολιόπουλο, Ηλία Κυριακόπουλο και Μιχάλη Δημητρακόπουλο. Σε επιγραφή του ναού της Παναγίας Γαρζενίκου (Γορτυνίας) απαντούν, μεταξύ των άλλων, και τα ονόματα των Γιάννη Σιοκορέλη, Γεωργίου Τόγιου, Σπήλιου Κατόπη και Χρήστου Κατόπη. Το ναό του Αγίου Τρύφωνα της Βυτίνας έχτισαν το 1846 και 1869, καθώς προκύπτει από χαράγματα που υπάρχουν στο ναό αυτό, οι μάστοροι Αναγνώστης Λαδόπουλος, Πανάγος, Θεόδωρος και Αγγελής Γιαννακόπουλοι, Δ. Παπούλιας, Α.Γ. Παναγιωτόπουλος, Βασίλ. Κάτσιος, Γιαννικόπουλος, Απ. Π. Μπαριάμης, Σπήλιος Τόγιος κ.α. Οι Χρήστος Πανάγκου και Γεώργιος Τουλζίνας έχτισαν το 1832 τον ΄Αγιο Χαράλαμπο Δημητσάνας. ΄Εργο  Λαγκαδινών χτιστών είναι και το γεφύρι στο Λούσιο ποταμό (μεταξύ Δημητσάνας και Ζάτουνας) που χτίστηκε πριν από την Επανάσταση του 1821 με χρήματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Το 1867 άρχισε να χτίζει το ναό της Αγίας Τριάδας Δάφνης (Στρέζοβας) Καλαβρύτων ο Βελέντζας (αγνοούμε το βαφτιστικό του), τον αποπεράτωσαν δε οι Γ. Λαδόπουλος και Ευστάθιος Σαμαράς. Το 1926 έφτιαξε τη μάντρα του προαυλίου του ναού αυτού ο Μιχ. Μποζίκας , πιο γνωστός ως Τασούλης. Ο τελευταίος ήταν φημισμένος πρωτομάστορας, όπως διηγούνται σήμερα στα Λαγκάδια, και πολλά οικοδομήματα στην επαρχία Καλαβρύτων έχουν χτιστεί απ΄αυτόν. Ο Ανδρέας Ανδρικόπουλος κατασκεύασε το 1890 το υδραγωγείο της μονής Γογοεπικόου Τσιπιανών. Ο ίδιος έφτιαξε στις αρχές του αιώνα μας και τα τρία τελευταία τόξα στης Κυράς το Γιοφύρι. Εξαίρετους τεχνίτες ανέδειξε και η οικογένεια Κολοκούση. Ο Δημ. Κολοκούσης, έχτισε μεταξύ των άλλων, το 1874 και το ναό της Αγίας Τριάδας της Ποδογοράς. Φημισμένοι Λαγκαδινοί μαστόροι ήταν και οι Μανιαταίοι (ένας απ΄αυτούς είχε ειδικευτεί στην κατασκευή καμπαναριών), οι Πασιαίοι που μεταξύ των άλλων, έχτισαν τον Αγιώρη της Πιάνας, οι Τασιόπουλοι, ο Μιχαήλ Λαδόπουλος, ο Γεώργιος Κατζικόπουλος κ.α.
     Οι Λαγκαδινοί χτίστες κατά το 19ο αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου κυριαρχούν  σε ολόκληρο το μοραΐτικο χώρο. Από την απογραφή επίσης των οικισμών της Πελοποννήσου, που έκαμε το Υπουργείο Εσωτερικών με ειδικά συνεργεία αρχιτεκτόνων, προκύπτει καθαρά η μεγάλη συμβολή των Λαγκαδινών μαστόρων στη διαμόρφωση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του Μοριά. Ο αρχιτέκτονας Αργύρης Πετρονώτης, που πήρε μέρος στα συνεργεία αυτά, ομιλεί κάπου και για « τύπο Λαγκαδιανού σπιτιού». Αν είναι έτσι, μπορούμε ίσως να πούμε ότι οι Λαγκαδινοί χτίστες επέβαλαν ένα δικό τους αρχιτεκτονικό τύπο σπιτιού στην Πελοπόννησο. Με τέτοια λαμπρή παράδοση και φήμη, οι Λαγκαδινοί χτίστες ήταν φυσικό να επισκιάσουν κάθε άλλη ομάδα χτιστών και να επιβληθούν στην κοινή συνείδηση ως κατεξοχήν μαστόροι του Μοριά. Βέβαια η αντίληψη που θέλει τους Λαγκαδινούς  μοναδικούς τεχνίτες της οικοδομικής τέχνης στον πελοποννησιακό χώρο, δε διαμορφώθηκε με βάση μονάχα την εργασία τους, η οποία σε σύγκριση με την εργασία άλλων χτιστών, ήταν, υποτίθεται, ανώτερη ποιοτικά. Σημαντικό ρόλο στην επικράτηση της αντίληψης αυτής έπαιξε και η έλλειψη ισχυρών ανταγωνιστών. Την εποχή που κυριαρχούσαν στην Πελοπόννησο οι Λαγκαδινοί (19ος αι.- πρώτες δεκαετίες του20ου ) εξακολουθούσαν να έρχονται σε αυτή μπουλούκια ηπειρωτών και μακεδόνων χτιστών. Αλλά οι Λαγκαδινοί και περισσότεροι ήταν και πιο κοντά στους τόπους εργασίας βρίσκονταν. Οι όροι επομένως του ανταγωνισμού ήταν άνισοι. Μονάχα μοραϊτες χτίστες με παράδοση στην οικοδομική τέχνη θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους Λαγκαδινούς.
     ΄Αλλα μαστοροχώρια του Γορτυνιακού χώρου, όλα ορεινα και άγονα, που βρίσκονται στον ίδιο με τα Λαγκάδια γεωγραφικό χώρο ήταν του Σέρβου, το Ρεκούνι (Λευκοχώρι), το Μπουγιάτι (Λυσσαρέα, το Βρεταμπούγα (Δόξα), το Βυζίτσι, τα Ζουλάτικα (Αετορράχη), το Ψάρι και η Κατσουλιά (Περδικονέρι). Οι Σερβαίοι και οι Μπουγιαταίοι φαίνεται πως ήταν οι πρώτοι που ακολούθησαν τους Λαγκαδινούς στην α γι α δ ο υ λ ε ι ά, όπως αλλιώς ονόμαζαν οι χτίστες την τέχνη τους. Είναι πολύ πιθανόν ότι οι Σερβαίοι άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του χτίστη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Πάντως  επιγραφικά ή άλλα γραπτά μνημεία που να τεκμηριώνουν  τη γνώμη αυτή δεν έχουν επισημανθεί. Γνωστοί πρωτοπόροι από το χωριό αυτό κατά τους 19ο και 20ο  αι. αναφέρονται οι Χρήστος Παναγόπουλος, Αντρέας Τσαντίλας, Γεώργιος Κατσιάπης, Αθανάσιος Μαραγκός, Αθανάσιος Στρίκος, Βασίλειος Σουλελές, Γεώργιος Γκούτης ή Καπλάνης, Παναγιώτης Σχίζας, Νικόλαος Σχίζας και Λιαδάμης (Ηλίας Αδαμόπουλος). Οι Κατσουλαίοι άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του χτίστη από τον περασμένο αιώνα και ήταν οι τελευταίοι που το εγκατέλειψαν. Ακόμα και στη δεκαετία του 60 συναντούμε οργανωμένα μπουλούκια από το χωριό αυτό. Οι πιο γνωστοί πρωτομαστόροι από το χωριό αυτό  ήταν οι αδελφοί Πετρόπουλοι (Πλαστηραίοι), ο Χαράλαμπος Γαλανόπουλος (Κουκούγιας) και οι Δημήτρης Μουστόγιαννης (Μωραϊτίνης), Δημ. Κυριακόπουλος, Ηλίας Γαλανόπουλος (Αρχοντής), οι αδερφοί Κωστόπουλοι κ.α. Χτίστες από το Ρεκούνι συναντούμε από τον περασμένο αιώνα. Ο Ρεκουνιώτης πρωτομάστορας Φίλιππας Παπαθεοδώρου έχτισε το 1866 το δημοτικό σχολείο του χωριού του, καθώς προκύπτει από σχετική επιγραφή που υπάρχει στο ανώφλι της πόρτας του σχολείου. Το ναό όμως του Αγίου Δημητρίου στο χωριό αυτό έχτισαν το 1849 οι Λαγκαδινοί Απ. Μπαριάμης και Αθ. Κυριακόπουλος. Συστηματικά όμως οι Ρεκουνιώτες άρχισαν ν΄ασχολούνται με την οικοδομική τέχνη από τις αρχές του αιώνα μας. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν από παλιά  ως κύριο βιοποριστικό τους επάγγελμα τη μπολιαριά, δηλαδή την επαιτεία. Σε ολόκληρη την Πελοπόννησο ήταν πασίγνωστοι οι Ρεκουνιώτες διακονιαραίοι, που με ένα ραβδί στο χέρι και ένα σακκούλι στον ώμο γύριζαν από χωριό σε χωριό και ζητιάνευαν. Από τις αρχές του αιώνα μας οι Ρεκουνιώτες, υπό την επίδραση  της παιδείας και γενικά του πολιτισμού, άρχισαν να εγκαταλείπουν το επάγγελμα του επαίτη. Μερικοί ασχολήθηκαν συστηματικότερα με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, άλλοι προσανατολίστηκαν στο επάγγελμα του χτίστη. Στην αρχή ακολούθησαν  τους Λαγκαδινούς, αργότερα σχημάτιζαν δικά τους μπουλούκια. Για τη συνθηματική τους γλώσσα θα γίνει λόγος πιο κάτω.
     Και από άλλα Γορτυνιακά χωριά έβγαιναν χτίστες. Στην ανακαίνιση της ίδιας μονής που έγινε το 1842, εργάστηκαν επίσης οι μαστόροι Πανάγος Ζυγοβιστινός (από το Ζυγοβίστι) και Ιωάννης (από τη Δημητσάνα). Δημητσανίτης ήταν και ο Ευστάθιος Διγενόπουλος «κτίστης και γλύπτης (πελεκητής)», που συναντούμε σε επιγραφικά μνημεία της Δημητσάνας. Στεμνιτσιώτης ήταν ο Καβιλάρης (Καβελάρης) που το 1748 έφτιαξε τη βρύση στη μονή Προδρόμου της Γυρτυνίας. Από το Μοναστηράκι κατάγονταν οι αδελφοί Πουρνάρα (Φώτης, Κώστας, Πάνος, Σπύρος) που έφτιαξαν πολλά σπίτια στα χωριά της Γορτυνίας (το σπίτι του Ασιλάνη στην Κοντοβάζαινα γύρο στα 1910, το «αρχοντικό» του Παπαγιώργη στους Παραλογγούς στα 1898, την εκκλησία της Αγίας Ζώνης στο ίδιο επίσης χωριό το 1910). Μαζί με Ιταλούς τεχνίτες έφτιαξαν και το Παραλογγίτικο γεφύρι στον Ερύμανθο ποταμό στο τέλος του περασμένου αιώνα. Την τέχνη τους οι αδελφοί Πουρνάρα κληρονόμησαν από τον πατέρα τους Γεώργιο, εξαίρετο τεχνίτη της πέτρας, όπως διηγούνται σήμερα στο Μοναστηράκι. Την εκκλησία του χωριού αυτού (Κοίμηση της Θεοτόκου) και το καμπαναριό της έχτισε στα χρόνια 1855-1857 ο Νίκος Πουρνάρας πατέρας του Γεωργίου. Από την ίδια οικογένεια κατάγονταν κατά την παράδοση και οι χτίστες που έφτιαξαν το γνωστό πύργο του Αληφαρμάκη.
                                                               Για την αντιγραφή
                                                                  ΡΟΖΗΣ ΣΟΛΩΝ



Δεν υπάρχουν σχόλια :