Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Δ΄. ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

(ή πότε χτίστηκε η Γλανιτσιά;) 
Από το βιβλίο του Χρήστου Κωνσταντινόπουλου
΄΄ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ – ΜΥΓΔΑΛΙΑ ΑΡΚΑΔΙΑΣ΄΄
(Επιμέλεια : Γιάννης Σταθόπουλος)

Καιρός είναι να γυρίσουμε σ’ αυτό τούτο το χωριό, αφήνοντας κάτω απ’ τη γη τις κώμες και τα χωριά που κάποτε ακμάζανε σ’ αυτόν τον τόπο, ως ότου η σκαπάνη του αρχαιολόγου διαταράξει την ησυχία τους. Ας δούμε από πότε υπάρχει χωριό με τ’ όνομα Γλανιτσιά και πότε πρωτοφαίνεται στην ιστορία. Φυσικά τούτο δεν είναι καθόλου εύκολο για ένα μικρό χωριό, όπως είναι η Γλανιτσιά. Η ιστορία του έχει πολύ μπερδευτεί με το μύθο, την παράδοση και το θρύλο, έτσι που κανείς  δεν ξέρει που σταματάει ο μύθος και που αρχίζει  η ιστορία, καθώς και κανένα γραπτό μνημείο δεν υπάρχει και κανείς δεν κρατάει αρχείο «συμβάντων» ή «γεγονότων» του μικρού τούτου χωριού. Η αρχή της ιστορίας της Γλανιτσιάς, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα περισσότερα χωριά, χάνεται στο βαθύ σκοτάδι του παρελθόντος. Και μονάχα σκόρπια γεγονότα, ειδήσεις και πληροφορίες για το χωριό έχουμε.
Απ’ την Αρχαιότητα ως τα νεότερα χρόνια, που πρωτοφαίνεται το χωριό στην ιστορία, κανείς δεν μας λέει ποια ήταν η τύχη των κατοίκων της περιοχής. Ακολουθεί και ο γύρω απ’ τη Γλανιτσιά τόπος τις ιστορικές περιπέτειες που απαρέγκλιτα χάραξε η ιστορία. Ο αρχαίος κόσμος παρακμάζει, ο πολιτισμός του, αφού μεσουράνησε κι’ έκλεισε μέσα του πανανθρώπινες κι αιώνιες αξίες, μαραίνεται. Και μονάχα ύστερα από αιώνες ολόκληρους θα ξαναδώσουν οι ρίζες του το φύτρο για τη σημερινή ανέλιξη της ανθρωπότητας.
Οι αρχαίες θρησκείες γκρεμίζονται, καθώς δεν έχουν να προσφέρουν πια τίποτα στους λαούς, και μια άλλη θρησκεία παίρνει τη θέση τους βασισμένη στη διδασκαλία του Ιησού του Ναζωραίου.
   Είπατε τω βασιλεί χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά.
Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ού μάντιδα δάφνην,
ού παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και λάλον ύδωρ.
Νέοι λαοί αναφαίνονταν στο προσκήνιο της ιστορίας και διαδραματίζουν το ρόλο τους : Ρωμαίοι, Σλάβοι, Φράγκοι, Αρβανίτες κλπ.
Άλλοι απ’ αυτούς δεν είναι παρά επιδρομείς που, αφού λεηλατήσουν και καταστρέψουν, θα φύγουν.
Άλλοι όμως, βρίσκοντας γη γόνιμη και βοσκοτόπια για τα κοπάδια τους, μένουν. Έρχονται σε συνάφεια με τους ντόπιους, μπολιάζονται απ’ το σπινθηροβόλο και ζωντανό τους πνεύμα και συγχωνεύονται σ’ ένα λαό. Επιδρούμε με το πνεύμα μας και κείνοι με τον τρόπο της ζωής τους. Πλουτίζουν τη γλώσσα μας με τα στοιχεία της δικής τους που αναφέρονται κυρίως σε όρους της ποιμενικής και γεωργικής ζωής. Και καθώς οι αιώνες περνούν αφομοιώνονται ολοκληρωτικά.
Στη μεγάλη αυτή διαδρομή η Αρκαδία, αλλά και ολόκληρη η Ελλάδα, δοκιμάστηκε επανειλημμένα. Έσβησαν οι αρχαίες της πόλεις, καταστράφηκαν οι ναοί και τα ιερά της – πολλές φορές απ’ τους ίδιους τους κατοίκους, που είχαν γίνει στο μεταξύ χριστιανοί – και στη θέση τους ξεπετάχτηκαν καινούργιοι  συνοικισμοί, πόλεις άλλες, χριστιανικά εκκλησάκια κλπ. Ύστερα απ’ όλα αυτά θα’ ταν υπερβολική αξίωση να ζητούμε την τύχη όσων κατοίκησαν εκεί όπου σήμερα είναι η Γλανιτσιά, τη στιγμή μάλιστα που έχουμε μεγάλα κενά και στη γενική ιστορία.
Πότε χτίστηκε η Γλανιτσιά : Από πότε δηλαδή χρονολογείται η ύπαρξή της ως χωριού ή και σα μικροσυνοικισμού ; Ποιοι είναι οι πρώτοι οικιστές του χωριού και από πού ήρθαν ; Ήσαν Έλληνες, Σλάβοι ή Αρβανίτες, από κείνους που σε διάφορες εποχές κατέβηκαν στην Πελοπόννησο ; Υπήρχε το χωριό στη σημερινή του θέση ή βρισκόταν άλλοτε αλλού ;
Δεν είναι εύκολο να δώσει κανείς απάντηση στα ερωτήματα αυτά με βεβαιότητα και με ιστορική ακρίβεια, αν δεν κατέχει χειροπιαστά δεδομένα, που να μιλούν για το χωριό και ν’ αναφέρονται άμεσα σ’ αυτό. Οι ιστορικές πηγές που έχουμε είναι πολύ φτωχές. Η ιστορία μονάχα όταν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος αναφέρεται σε μικρά χωριά. Αναφέρεται σε γεγονότα γενικότερης σημασίας. Έτσι κάθε προσπάθεια προσδιορισμού της χρονολογίας ή της εποχής που χτίστηκε  το χωριό προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια : στο σκοτάδι των αιώνων.
Ωστόσο μια προσπάθεια και μια έρευνα γύρω απ’ την ιστορία του χωριού έχει να δείξει κάτι. Ψηλαφητά, έστω, θα μπορέσουμε να τοποθετήσουμε χρονολογικά το χωριό μας και να προσδιορίσουμε, αν όχι την ακριβή χρονολογία, τουλάχιστον την εποχή που χτίστηκε με πιθανότητες μόνο ιστορικής ακρίβειας.
Αλλά για τη σύνθεση μιας τοπικής ιστορίας, όπως είναι η ιστορία της Γλανιτσιάς, πολύτιμο παράγοντα αποτελούν οι λαϊκές παραδόσεις και οι διάφοροι θρύλοι, που ποικίλλουν σε κάθε τόπο και χωριό.
Η παράδοση αποτελεί το ζωντανό κρίκο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και, αν αφαιρέσει κανείς τις υπερβολές που η λαϊκή μυθοπλασία έχει προσθέσει, η παράδοση κρύβει, και δεν μπορεί παρά να κρύβει σπέρματα αλήθειας, τα οποία προκειμένου κανείς να συνθέσει μια τοπική ιστορία, πρέπει να τα’ χει υπόψη του σα στοιχεία βοηθητικά στην προσπάθεια για την ανεύρεση της αλήθειας.
Στα πλαίσια αυτά μπορούμε κι εμείς να κινηθούμε για να γράψουμε κάτι απ’ την ιστορία της Γλανιτσιάς, του γορτυνιακού αυτού χωριού.
Η Γλανιτσιά πρέπει να υπήρχε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας. Όχι μόνο γιατί στην περιοχή της υπάρχουν πολλά μνημεία και τοπωνύμια της Φραγκοκρατίας (Κυράς Γεφύρι, Παλιόπυργος, Καστράκι, Παλιόκαστρο, Κουκούλα κλπ.), αλλά και γιατί κι άλλα χωριά που’ ναι γειτονικά της φαίνεται ότι υπήρχαν την εποχή αυτή (Κερπινή). Ανήκει και η Γλανιτσιά σ’ ένα απ’ τα 24 ιπποτικά φέουδα της βαρωνίας της Ακοβας.
Αν δεν έχουμε γραφτές πληροφορίες για την ύπαρξη του χωριού στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, έχουμε ωστόσο διάφορες έμμεσες μαρτυρίες και τεκμήρια, τα οποία μας οδηγούν λίγο – πολύ στο συμπέρασμα ότι το χωριό πρέπει να υπήρξε κατά την εποχή αυτή.
Σύμφωνα με όσα γράφει ο Buchon στο βιβλίο του για το Πριγκιπάτο του Μορέως, το «Καζάλ» της Γλανιτσιάς δόθηκε στον Ζάκ Βελικούρ μαζί με το Ομαζερί του Βαλτεσινίκου. Ομαζερί σημαίνει φέουδο τιμής. Καζάλ, λέξη ιταλική, υποδηλώνει τον αγροτικό συνοικισμό. Απ’ όσα τώρα γράφει κι ο Στέφανος Δραγούμης υποθέτουμε ότι το χωριό υπήρξε την εποχή της Φραγκοκρατίας. Δεν είναι χωριό μεγάλο, μα ένα Καζάλ, δηλαδή αγροτοσυνοικισμός.
Μπορεί όμως ο συνοικισμός αυτός να χτίστηκε σε πιο παλιά εποχή κι αν δε χτίστηκε από Σλάβους, οπωσδήποτε κατοικήθηκε από σλαβόφωνους κατοίκους, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς απ’ τα σλαβικά τοπωνύμια που απαντούν και σήμερα ακόμα στο χωριό (Λιάσκοβα, Τάρνοβα κλπ.). Η λέξη Γλανιτσιά εξάλλου κατά το Μ. Vasmer είναι σλαβική και σημαίνει μονοπάτι.
Ε΄. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Αναφέρουμε στο προηγούμενο κεφάλαιο (in fiin) τη γνώμη του M.Vasmer σύμφωνα με την οποία η λέξη Γλανιτσιά είναι σλαβική και σημαίνει μονοπάτι. Χωρίς να διεκδικούμαι δάφνες γλωσσολόγου θα προσπαθήσουμε ν’ αποδείξουμε ότι η γνώμη αυτή του Γερμανού γλωσσολόγου είναι λαθεμένη.

Το χωριό ονομάζεται και ονομαζόταν Γλανιτσιά. Είναι ο πιο συνηθισμένος τύπος σήμερα. Όχι λιγότερο όμως γίνεται χρήση και των τύπων : Γλανιτσιά, Γλανιτσά, που και που Γλανιτζιά (από ξένους κυρίως που ακούνε τ’ όνομα του χωριού για πρώτη φορά. Σ’ έγγραφα και βιβλία απαντούμε τους τύπου
Γλανιτζιά, Γλανιτσά, Γλανίτσα, Αγλνιτσιά, που παλιότερα φαίνεται να’ ταν Αγλανιτζιά, Γλανιτζά κλπ. Την εποχή  της Τουρκοκρατίας ο φθόγγος  τζ συγχέεται στη γραφή με το φθόγγο τα, αν και στην προσφορά ο πρώτος είναι ηχηρός, ενώ ο δεύτερος άηχος. Πάνω σ’ αυτό ακριβώς ο μεγάλος γλωσσολόγος Γ. Χατζηδάκης έγραφε : «Κατά πάντα τον μέσον αιώνα και βραδύτερον μέχρι περίπου των αρχών της ΙΘ’ εκατονταετηρίδος δεν διέστελλον οι Ελληνες δια της γραφής τους δύο τούτους φθόγγους, τον άηχον τα από του ηχηρού τζ, αλλά παρίστων αμφοτέρους δια του τζ καίτοι η προσφορά εκατέρου τούτων ήτον αείποτε διάφορος, του μεν τα αήχου του δε τζ ηχηρού».
Δ΄. ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
Αναζητώντας τ’ όνομα με το οποίο το χωριό απαντούσε στις διάφορες ιστορικές περιόδους είχαμε κάμει άλλοτε την υπόθεση ότι το χωριό Γλαρίτσι που απαντάει στην περιγραφή του Pier Antonio Pacifico κατά το 1690 είναι η Γλανιτσιά. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε και σήμερα, γιατί πιστεύουμε ότι το χωριό την εποχή αυτή υπήρξε οπωσδήποτε, αφού ύστερα από είκοσι χρόνια, το 1718, το συναντούμε επίσημα σε πατριαρχικό  έγγραφο σαν ενοριακό χωριό της Αρχιεπισκοπής  Δημητσάνας. Εξάλλου το Γλανιτσιά εύκολα θα μπορούσε να παραμορφωθεί σε Γλαρίτσι  από τους ξένους, όπως έχουν παραμορφωθεί και τα ονόματα των διπλανών χωριών : Βαλτεσινίκο=Βαλτέγγικο, Γλόγοβα=Αλόγγοφα, Τοπόριστα=Χιροπορίστα κλπ.

ΙΙ. ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Αφού είδαμε τους τύπους με τους οποίους απαντά το χωριό κατά διάφορες ιστορικές περιόδους, ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τις σχετικές με το χτίσιμο του χωριού παραδόσεις, όσες μπορεί να’ χουν σχέση με την ονομασία του. Πολύ θα μας βοηθήσουν οι παραδόσεις αυτές στην ερμηνεία της λέξης «Γλανιτσιά» ή τουλάχιστο θα μας φανούν πολύτιμες στην έρευνά μας για την ετυμμολογία της λέξης αυτής.
Η Γλανιτσιά κατά γενική παράδοση που επικρατεί στο χωριό δε βρισκόταν στο μέρος στο οποίο είναι χτισμένη σήμερα. Λένε πως άλλοτε το χωριό ήταν χτισμένο στην Κουκούλα, στις Ράχες κλπ. Το πιθανότερο είναι ότι  στις παραπάνω τοποθεσίες υπήρχαν συνοικισμοί που σήμερα δεν υπάρχουν. Το μέρος όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό ήταν στα παλιά χρόνια δασωμένο. Έντονη και ζωηρή είναι η παράδοση αυτή. Ιδίως στην παπαδέικη γειτονιά, γύρω από τη βρύση, υπήρχε δάσος πυκνό. Αναφέρουμε ακόμα ότι απ’ κεί άρχισαν οι πρώτοι οικιστές του χωριού να χτίζουν τα σπίτια τους. Τα παλιά γλανιτσιώτικα σπίτια, όσα σώζονται ακόμα, ξεχωρίζουν απ’ τα νεότερα κατά τούτο : Τα παλιά είναι μικρά κατά κανόνα. Είναι δεμένα με «ξυλοδεσιές» και τα παράθυρά τους είναι πολύ μικρά – θυμίζουν κελλιά φυλακής. Τέτοια σπίτια, που σώζονται και σήμερα, είναι του Τζηράκα, του Μπακαβέ, του Παναζιούλη, του Μαρινάκη κλπ.
Η διάταξη των σπιτιών μέσα στο χωριό μας οδηγεί στο συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο οι πρώτοι οικιστές έχτιζαν ο ένας μακριά από τον άλλον, επειδή, τσοπάνηδες καθώς ήταν, ήθελε ο καθένας τους κι από μια μικρή έχταση γύρω απ’ το σπίτι του (καλύβι, κονάκι), σα «γρασίδι», όπως θα λέγαμε σήμερα. Μα η πιο σημαντική παράδοση είναι αυτή που άκουσα απ’ τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου σύμφωνα με την οποία στη μέση του χωριού, απόξω από του Βλάση το σπίτι, υπήρχε μια μεγάλη γλαντζινιά, την οποία αργότερα κόψανε. Η γιαγιά μου έλεγε πως απ’ το δέντρο αυτό πήρε και το χωριό τ’ όνομά του.
Χρειάζεται εδώ να πούμε πως με τον όρο γλαντζινιά εννοούμε εμείς στη Γλανιτσιά το δέντρο – φυτό που στην επιστημονική γλώσσα είναι γνωστό με τ’ όνομα phillurea η μεσαία.

ΙΙΙ. ΤΟ ΦΥΤΟ ΓΛΑΝΤΖΙΝΙΑ (Phillurea media)

H Γλανιτσιά κατά τον Μ. Vasmer, όπως είπαμε παραπάνω, είναι λέξη σλαβική και σημαίνει μονοπάτι. Γύρω απ’ το χωριό υπάρχουν σλαβικά τοπωνύμια (Λιάσκοβα, Τάρνοβα, Σελά, Αγκοριτσούλα), πράγμα που σημαίνει ότι οι Σλάβοι άφησαν ίχνη της διάβασής τους απ’ την περιοχή. Είναι όμως σωστή η γνώμη του Γερμανού σλαβολόγου, όσον αφορά την ετυμολογία και τη σημασία της λέξης «Γλανιτσιά» ;
Κατά την ταπεινή μας γνώμη Γλανιτσιά σ’ όλους τους τύπους που απαντάει σημαίνει Γλαντζινιά, δηλαδή με τον όρο τούτο δηλώνεται στη περιοχή του χωριού το δέντρο που στην επιστημονική γλώσσα ονομάζεται phillurea media. Το φυτό Γλαντζινιά έδωσε τ’ όνομα του στην τοποθεσία που σήμερα βρίσκεται το χωριό. Τη γνώμη αυτή επαληθεύει η παράδοση που αναφέραμε παραπάνω. Η Γλαντζινιά που αναφέρει η παράδοση ήταν μεγάλη (ψιλή) σαν πρίνος. Γύρω απ’ το δέντρο αυτό χτίστηκαν τα σπίτια του χωριού που ονομάστηκε Γλανιτσιά. Απ’ τον τύπο Γλαντζινιά βγαίνει εύκολα ο τύπος Γλανιτσιά σύμφωνα με τους κανόνες της Γλωσσολογίας.
Φυτώνυμα, δηλαδή τοπωνύμια που έχουν πάρει τ’ όνομά τους από φυτά, υπάρχουν σε πολλά μέρη της Ελλάδας :  Κάλαμος, Καλαμάκι, Πλάτανος κλπ. Γι’ αυτά έχει γράψει διεξοδικά ο Γ. Χατζηδάκης. Και στη Γλανιτσιά έχουμε πολλά φυτώνυμα : Μυγδαλές, Αγκοριτσούλα, Πλάτανος, Πρινάκος, Αχλαδίτσες, Απηδούλα, Δεντρούλι, Δέντρο, Μονοδέντρι, Αχλάδα, Σφενταμάκια κλπ.
Αλλά κι απ’ αυτό τούτο το δέντρο – θάμνο Γλαντζινιά έχουμε τοπώνυμα : Γλανιτσά (Κόκκοβα Καλαβρύτων), Γλανιτσούλες Στρέζοβα (Δάφνη Καλαβρύτων), Αγλανιτσιά (Δίβριτσα – Δήμητρα Γορτυνίας).
Γλαντζινιά είπαμε ονομάζεται στη λαική γλώσσα η phillurea ή μεσαία. Είναι  θάμνος, ανήκει στην οικογένεια των ελαιοειδών που περιλαμβάνει δεντρύλια, αναστήματος 150-200 εκατοστ. με φύλλα σαρκώδη και άνθη μικρά, λευκά κι αρωματικά. Απαντάει το φυτό αυτό στις μεσογειακές χώρες Ιταλία, νότια Γαλλία και Ελλάδα. Στην Ελλάδα είναι γνωστή με τα κοινά ονόματα αγλαντζινιά, αγλαβιτζιά, γλαντζινιά, αγλανιδιά, αγλανδινιά, έγλενός, φιλλύκι, φελλύκι, φίλλυκος, φίλλυκα, θιλύκι κλπ. Είναι η φιλλυρέα του Διοσκουρίδη και η φιλλυρέα του Θεόφραστου. Από το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας έχουμε τους όρους : αγλαβιτσεά, αγλαβυτσεά, αγλαουτσεά, αγκλαβιτσεά, αγκλαβουτσεά, γλαβουτσεά, αγλανιδεά, αγλαντινεά, αγλαντινεά , γλαντινεά, αγλαντζινεά, ασγαλτσινεά, γλανιτσεά. Στο λεξικό χαρακτηρίζονται ως αγνώστου ετύμου.
Από τον τύπο αγλανιδεά παράγει κι ο καθηγητής Δ.Ι. Γεωργακάς το Γλανιτσιά «με απουράνωση».
Από σχετική έρευνα που έκαμα πληροφορήθηκα ότι το δέντρο γλαντζινιά ονομάζεται στο χωριό Σπάθαρι της Γορτυνίας αγλαντζινιά, στο Δυρράχι της Μεγαλόπολης Γλανdινιά, στη Ζαραφώνα (Καλλιθέα) Λακωνίας Γλανdινιά, γλανιτσιά και γλαντσιά στην Ξεροκαρύταινα, Δίβριτσα (Δήμητρα) Γορτυνίας και Στρέζοβα (Δάφνη) Καλαβρύτων. Λένε στην Ξεροκαρύταινα : «Που ν’ τα γίδια; Πέρα  κει τρών  γλανιτσιές». Κι ο Τάσος Γριτσόπουλος γράφει πως «παρά του λαού γλανιτσιά καλείται το φυτόν φυλυρέα ή μεσαία. Η λ. σλαβική σημαίνει μονοπάτι». Γλαντινιά ονομάζεται το φυτό αυτό και στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, όπως με πληροφόρησε ο ιστορικός και ιστοριοδίφης Θάνος Βαγενάς. Στον ίδιο οφείλω και το εξής τραγούδι, όπου τα αγλαντινιά επαναλαμβάνεται σαν επωδός :
Μια χήρα εχ’ όμορφον υγιό – πιρναργιά κι αγλαντινιά
τόνε ζηλεύει η γειτονιά – πιρναργιά κι αγλαντινιά
και τον ζηλεύουν κι άλλοι – πιρνάρι και σφεντάμι.
Τονέ ζηλεύει η μάνα του – πιρναργιά κι αγλαντινιά
άντρα για να τον επάρει – πιρνάρι και σφεντάμι.
-Σώπα, μανούλα μην το λες – πιρναργιά κι αγλαντινιά
και μην τ’ ακούσουν κι άλλοι – πιρνάρι και σφεντάμι,
και μην τ’ ακούσει ο Δήμαρχος – πιρναργιά κι αγλαντινιά
και κόβει το κεφάλι – πιρνάρι και σφεντάμι.

3 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Ούτε ρούπι δεν πάει πιο κάτω η έρευνα για την Γλανιτσιά απο πότε υπάρχει και ας έχουμε τα μέσα, ιστορικούς,φιλόλογους και γιατρούς δασκάλους δικηγόρους και τραπεζικούς.
Το βιβλίο του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ μας δίνει πολλές πληροφορίες.
Μήπως ο σύλλογος θα πρέπει να τιμήσει αλληλοδιαδόχως τρείς πέντε ανθρώπους γραματιζούμενους που είχαμε και να ονομάσει π.χ έτος 2014 ΚΩΣΤΑ ΜΑΡΙΝΗ ή ΣΤΑΘΗ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ¨Η ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ.
Αν υπάρχουν υπεύθυνοι σύλλογοι έχουν υποχρέωση να το κάνουν.

nis είπε...

Κατερίνα Γώγου "το μυαλό σου είναι ο στόχος τους! Να προσεχείς ε!

Ανώνυμος είπε...

Στίχοι: Κατερίνα Γώγου
Μουσική: Κυριάκος Σφέτσας
1. Κατερίνα Γώγου

Θαρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θάρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι καταπίεση μοναξιά τιμή κέρδος εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.