Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

ΣΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ΤΙΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ

Του    Πολυχρονόπουλου  Μαρίνη
  Φιλόλογου –Ιστορικού 
Συμβάντα, που σημάδεψαν τη ζωή μας ,είναι δύσκολο να τα ξεχάσουμε ,όσα χρόνια κι αν περάσουν ιδίως, όταν αυτά μας συνέβηκαν στην  κρίσιμη εφηβική ή μετεφηβική  μας ηλικία. ‘Ένα τέτοιο περιστατικό θα αναφέρω  παρακάτω ,που, παρά τα χρόνια που πέρασαν, ξαναγυρίζει σα σβούρα στο μυαλό μου .
΄Ηταν  φθινόπωρο του έτους 1968 και μπήκε με πολλές βροχές. Πολλοί  στο χωριό είχαν αρχίσει με τη σπορά των δημητριακών ,  άλλοι  προετοιμάζονταν ακόμη  και έψαχναν για σέμπρο ,γιατί δεν είχαν δικό τους ζευγάρι για να σπείρουν. Πολλά  τότε  εξαρτιόνταν   και από τις καιρικές – κλιματολογικές  συνθήκες, όπως και σήμερα σε λιγότερο βαθμό βέβαια.  Σίγουρα βαδίζαμε για το χειμώνα κι αρχίζαμε να προετοιμαζόμαστε ανάλογα για να τον αντιμετωπίσουμε.
Στο σπίτι μας όλοι ήμασταν καθημερινά από το πρωί στο πόδι , γιατί οι δουλειές ήταν πολλές και δεν μπορούσαν να περιμένουν. Πρώτα  γυρίσαμε τα κεραμίδια στο βασικό μας σπίτι στο χωριό με μάστορα και αλλάξαμε πολλά από τα σπασμένα . ‘Υστερα  επιδιορθώσαμε μόνοι μας  τα καλύβια στα Γουβιά και στην Περαμεριά για να μετακομίσουμε  τα γιδοπρόβατα αργότερα  εκεί στα κατώμερα, που τα θεωρούσαμε χειμαδιά μας.

Αρχές  Οκτώβριου  μας έκοψε   ένα θεόρατο, χοντρό  αιωνόβιο δέντρο  (βελανιδιά ) στη Μακριαλάκα  με  το αλυσοπρίονό  του  ο μπάρμπας  μας  Μιχάλης  της Κώτσιαινας  και   ύστερα επιδέξια το τεμάχισε σε  μικρότερα  τμήματα –κούτσουρα ,ώστε να μπορούν να φορτωθούν σε ζώα και να μεταφερθούν στο χωριό. Εμείς   λιανίσαμε τα λιγότερα χοντρά  μέρη του με τα τσεκούρια  μας  και τα  κάναμε φορτώματα. Για ένα εκοσαήμερο  εγώ και η αδερφή μου Μαρίνα τα μεταφέραμε στο χωριό με το άλογο και το μουλάρι μας ,κάνοντας ένα οπωσδήποτε δρομολόγιο καθημερινά.  Ήταν  όντως μια πολύ κοπιαστική εργασία το φόρτωμα και το  ξεφόρτωμα των ξύλων και η μεταφορά τους  μέσα από δύσβατο  μουλαρόδρομο με πέτρες και πουρνάρια  .
Πηγαίναμε στη Μακριαλάκα  καβάλα στα ζώα τις πρωινές ώρες και  επιστρέφαμε στο χωριό αργά το απόγευμα, φυσικά πεζοί , διανύοντας  μια απόσταση τουλάχιστο έξι-επτά χιλιομέτρων. Πάντα κοιτάζαμε  τη θέση που βρισκόταν ο ήλιος στον ουρανό και με  βάση  αυτή πορευόμασταν. Τώρα ήμασταν  σίγουρα εξασφαλισμένοι για τη θέρμανση του σπιτιού μας με  χοντρά  κούτσουρα στο τζάκι για  τον παρατεταμένο χειμώνα που ερχόταν.
 Στη συνέχεια  αρχίσαμε σπαρτό στα ξεροχώραφα της  Περαμεριάς ,που  ήταν η ποστασιά  τη χρονιά αυτή  και  τον ολοκληρώσαμε στις αρχές του Νοέμβρη του μικρού μηνάκου ,καθώς έλεγε η μάνα μου. Τέλος  κατεβάσαμε απ΄τον Άγιο- Θόδωρο  και τα γιδοπρόβατά μας στα Γουβιά ,που ήταν ένας υπήνεμος χώρος ημιορεινός και περίκλειστος   από δάσος, πραγματικό χειμαδιό. Όλες οι αγροτικές και  χειρωνακτικές εργασίες  ,που είχαν δρομολογηθεί , προχωρούσαν κανονικά .
Και ενώ τελείωνε ο πυρετός της προετοιμασίας για το χειμώνα και αρχίσαμε κάπως να ησυχάζουμε και η ζωή μας να ακολουθεί  το φυσιολογικό καθημερινό ρυθμό  ,εντελώς απρόσμενα μια είδηση ήλθε να μας μεταβάλλει  το σχέδια μας  στο σπίτι. 
Θυμάμαι ήταν Κυριακή ,όταν  στον  πατέρα μου τηλεφώνησε ο φίλος του ο κυρ Βέργανδος   από το χωριό Λογκανίκο  της Σπάρτης ,που έπαιζε και παραδοσιακό σαντούρι και του ζήτησε να του βρει και να του στείλει  ,χωρίς αναβολή,  εργάτες, όσο το δυνατόν περισσότερους  για να δουλέψουν στη συγκομιδή  πορτοκαλιών  στη Σπάρτη . Την εποχή εκείνη είχε κλείσει μεγάλη εμπορική  συμφωνία η χούντα των συνταγματαρχών με τη σοβιετική Ρωσία  για εξαγωγή  οπωροκηπευτικών και ιδιαίτερα  των  πορτοκαλιών    ,την οποία είχε αναλάβει ο τότε  μεγαλέμπορος  Φραγκίστας.  
Επειδή το θέμα  ήταν επείγον και πριν το κοινοποιήσει  και στους άλλους συμπατριώτες του ο πατέρας μου το βράδυ, κάνοντας οικογενειακό συμβούλιο , συζήτησε  τη δυνατότητα να εργαστούν κάποιοι από εμάς  στη Σπάρτη ,στα πορτοκάλια.
Τι ήθελε που το ΄λεγε . Όλοι μας σκεφτόμασταν τα χρήματα ,που θα μαζεύμαμε από τη δουλειά μας  και το χαρτζιλίκι ,που θα είχαμε για όλο το  χειμώνα στο χωριό.  Κανένας μας δεν ήθελε να μείνει πίσω στο χωριό άφραγκος, φροντίζοντας  με τη μάνα μου τα γιδοπρόβατα .’Έπειτα και το  ιστορικά βαρύ όνομα  της Σπάρτης  λειτουργούσε ελκυστικά  σα μαγνήτης  σε όλους μας. Αρχίσαμε  τότε τους ομηρικούς καβγάδες, εγώ και αδελφή μου ,γιατί εσύ και όχι εγώ  και η συζήτηση τραβούσε σε μάκρος, χωρίς να καταλήγουμε κάπου.
 Η μάνα  μας λειτουργώντας πυροσβεστικά και συμβιβαστικά  με τα επιχειρήματά της έδωσε τη σολομώντεια λύση. Είχε τελικά  την πιο συμφέρουσα λύση και την αποδεχτήκαμε όλοι μας.  Μεροκάματα σίγουρα στο χωριό δεν υπήρχαν  αυτή  την εποχή.  Η οικογένεια  όμως έπρεπε να αρπάξει την ευκαιρία που της παρουσιαζόταν  και να την εκμεταλλευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Τελικά θα  πηγαίναμε  και οι τρεις : ο πατέρας μας ,η αδερφή μου Μαρίνα και εγώ. Η μάνα μου θα έμενε για οικονομικούς λόγους μόνη της αβοήθητη   στο χωριό για περίπου ένα μήνα .Ανελάμβανε όλες  τις  άλλες δουλειές πίσω  και την καθημερινή φροντίδα όλων των  γιδοπροβάτων, που  τα πιο πολλά όμως  θα  γεννούσαν κοντά στα Χριστούγεννα ως το  νέο χρόνο . Ως  τότε  και ίσως και πιο γρηγορότερα θα είχαμε  όλοι μας επιστρέψει με  γεμάτες τις τσέπες μας χρήματα και θα την ξεκουράζαμε.
Τη Δευτέρα μπονόρα  πηγαίνει στου Βασίλη το μαγαζί  ο πατέρας μου, όπου ήταν το κοινοτικό τηλέφωνο   και με τη βοήθειά  του  βγάζει γραμμή και συνομιλεί με το φίλο του, τον κυρ Βέργανδο .  Συμφωνήσανε για το ταξίδι , για την αμοιβή  και για τις υπόλοιπες σχετικές λεπτομέρειες. Θα  μας  περίμενε στο σταθμό λεωφορείων της Σπάρτης ,ανυπερθέτως την Τρίτη κατά το απόγευμα. 
Πάνω στην ώρα  να’ σου και  ξαναφαίνει και ο  ξαδερφός του ,ο Μιχάλης  της Κώτσιαινας. Ο πατέρας μου τον προσκαλεί στο τραπέζι του και  παραγγέλνει στο Μαγαζά δυο καφέδες να πιούνε και  πάνω στην κουβέντα του  αναφέρει  και το τηλεφώνημα ,που δέχτηκε  από το Σπαρτιάτη φίλο του ,τον  κυρ  Βέργανδο .
 – Λαδί  ξάδερφε ,καλά που σε βρήκα  και  θα  σε φτιάξω . Παράτα το κόψιμο των ξύλων με το αλυσοπρίονο  και ετοιμάσου να  πάμε για  σίγουρο μεροκάματο στα πορτοκάλια στη  Σπάρτη. Πάμε για καλή κονόμα ως του Χριστού και βάλε. Πες της ξαδέρφης μου της  Μαρίνας να σε ετοιμάσει αύριο .Φεύγουμε την Τρίτη  για να  προφτάσουμε  να μη μας πάρουν τη δουλειά άλλοι.
Στην καλή είδηση-πρόταση ο  μπάρμπα-Μιχάλης χαμογέλασε ,άναψε το τσιγαράκι του ,τράβηξε μια γουλιά καφέ και ύστερα απάντησε στον ξάδερφο.
– Είναι αλήθεια ξάδερφε  πως αυτό τον καιρό  είμαι πανί με πανί ,αλλά και πότε δεν ήμουνα  έτσι θα μου πεις,  αφού έχω να στομώσω τόσα στόματα καθημερινά   και τα έξοδα συνεχίζουν να τρέχουν. ‘Όσοι τώρα  ήθελαν να κόψουν ξύλα ,τα έκοψαν και τα κουβάλησαν στο κατώι τους.  ‘Ετσι  δεν  πρόκειται να βρω άλλο μεροκάματο. Πάω να μιλήσω  στην ξαδέρφη σου να με ετοιμάσει και αύριο έρχομαι μαζί σου. Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι και έφυγε για τα  κουγιουφέικα  κάπως βιαστικά μονολογώντας:  Λες να κάνουμε και μια φορά  πλούσια  Χριστούγεννα  με τη φαμελιά μου; Θα δείξει.
Την Τρίτη όλη η ομάδα  ,αναμένοντας το λεωφορείο ,ήταν πρώτη στην  αγορά, κρατώντας από  ένα σακί ο καθένας με τα μπογαλάκια του. Μόνο  ο πατέρας μου  με το άλλο του χέρι κρατούσε και το βιολί του ,λες και πήγαινε σε πανηγύρι .Το ένα, η δουλειά  ,δεν απέκλειε το άλλο , το γλέντι ,αλλά μάλλον το  συμπλήρωνε .   Αυτός  και μόνο ο οδηγός του ίσως να διαισθανόταν κάτι ! Δεν άργησε  να έλθει  το λεωφορείο  ,που  κάνοντας μεταβολή επί της πλατείας ,άνοιξε τις πόρτες και ανεβήκαμε  μαζί με άλλους  συγχωριανούς και καθίσαμε στις θέσεις μας.  Μετά από λίγο ξεκίνησε με προορισμό την Τρίπολη. Όλοι κάναμε το σταυρό μας να πάμε και να γυρίσουμε  γεροί.
Στην Τρίπολη φτάσαμε μετά από δυο  ώρες και αμέσως βάζοντας το σακί μας στον ώμο μας κατευθυνθήκαμε ,όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε προς το τρένο ,όπου θα περιμέναμε το διερχόμενο  λεωφορείο της Σπάρτης. Απέναντι απ ’το τρένο ήταν το καφενείο που έκοβε εισιτήρια .Μπήκαμε μέσα και  τα αγοράσαμε . Εγώ με την αδελφή μου βγήκαμε γρήγορα έξω ,γιατί τσούζανε τα μάτια μας απ’ τα πολλά τσιγάρα των πελατών και την πρωινή  μπόχα . Παρά το σχετικό κρύο νιώθαμε λίγο καλύτερα. Σε περίπου μια  ώρα έφτασε  και το σπαρτιάτικο λεωφορείο και επιβιβαστήκαμε γρήγορα .Ξεκίνησε αφήνοντας πίσω μας την Τρίπολη.
Μετά από ένα δίωρο ταξίδι επί τέλους βλέπαμε από ψηλά να απλώνεται η λακωνική πρωτεύουσα ,  η ιστορική και ένδοξη  πολιτεία του Μωριά ,μέσα σε έναν καταπράσινο κάμπο  από  πορτοκαλιές και λεμονιές ,ελιές  και αμπέλια. Δυτικά έσχιζαν τον καταγάλανο ουρανό οι πανύψηλες  φαλακρές κορυφές του Ταύγετου, του αρσενικού αυτού βουνού και ανατολικά της υψώνονταν οι χαμηλότερες και δασόφυτες κορυφές του Πάρνωνα.
Φτάνοντας στο σταθμό μας ανέμενε και ο κυρ Βέργανδος  και μας καλωσόρισε. Μας είπε να τον ακολουθήσουμε ,γιατί  σε λίγο νύχτωνε και έπρεπε να πάμε στο σπίτι ,που μας είχε βρει να μένουμε.  Περπατήσαμε κανά  χιλιόμετρο  μέσα στην πόλη ,ώσπου φτάσαμε στη νοτιοδυτική άκρη της προς το δρόμο της Καλαμάτας. Σε ένα διώροφο ,πέτρινο και με κεραμίδια σπίτι σταμάτησε ο κυρ Βέργανδος  και πλησιάζοντας την κεντρική είσοδο χτύπησε το κουδούνι.
Σε λίγο ξανάφανε  μια  γυναίκα ηλικιωμένη, αλλά σβέλτη και καλοστεκούμενη, φορώντας  κατάμαυρα και επίσης μαύρα γυαλιά.  Μας πέρασε γρήγορα μέσα      και απευθυνόμενη στο κυρ  Βέργανδο του λέει . – Μου αργήσατε  λίγο, αλλά  εγώ σου  ετοίμασα καλού –κακού  τα κρεβάτια . Ας κανονίσουν τώρα οι εργάτες σου μόνοι τους πώς θα μείνουν στα δωμάτια, που διαθέσιμα  είναι  δύο στο ισόγειο.  Εγώ μένω στον όροφο και  δε  θέλω  να μου χτυπάνε συχνά  το κουδούνι οι εργάτες σου.  Για το ενοίκιο και για τα υπόλοιπα   θα ξαναμιλήσουμε μαζί αύριο . Θέλω όμως   να είναι προσεκτικοί , καθαροί  και ήσυχοι ,όταν έρχονται από έξω. Μίλησε λακωνικά ως σπαρτιάτισσα ,χωρίς περιστροφές  και  αποχώρησε ανεβαίνοντας  αργά αλλά σταθερά  τα ξύλινα σκαλιά ,που έτριζαν. Δε δώσαμε και πολύ σημασία στα λεγόμενά της ,αλλά δε μας έδωσε και καλή εντύπωση . Διέκρινα μια υπεροψία και μια ρατσιστική –αντικοινωνική συμπεριφορά. Αλλά μήπως και θα την ιδούμε και στο μέλλον , σκέφτηκα. Άλλες τώρα οι δικές μας έγνοιες.
Ο κυρ Βέργανδος  ,πριν μας καληνυχτίσει , μας είπε να είμαστε έτοιμοι με την ανατολή του ήλιου   και πως θα έρθει με το αγροτικό του και με τους άλλους εργάτες του   για να μας πάει σε κάποιο από τα πορτοκαλοχώραφα  της Σπάρτης να τα μαζέψουμε σε κλούβες.
Ύστερα εμείς προχωρήσαμε στο εσωτερικό πρώτα για να βρούμε καρέκλες να καθίσουμε για να πάρουμε μια ανάσα και να  γνωρίσουμε το χώρο .Το ένα δωμάτιο  και το μεγαλύτερο έβλεπε  στο δρόμο ,ενώ το άλλο , εσωτερικό ,έβλεπε προς τον ακάλυπτο  και προς την τουαλέτα.  Αυτό δώσαμε στη Μαρίνα ,ενώ οι άλλοι τρεις θα βολευόμαστε στο μεγαλύτερο .  Επίσης προς τον ακάλυπτο έβλεπε και μια υποτυπώδης μικρή κουζίνα με μια βρύση και μικρό νεροχύτη .Πάνω σε ένα μαρμάρινο τραπεζάκι ήταν ένα πετρογκάζ  και παραδίπλα μια φιάλη υγραερίου και λίγα πιάτα και μια αλουμινένια κατσαρόλα και ένα καφόμπρικο .  Πιο πέρα  ήταν  μια ξεφτισμένη  ψάθινη  καρέκλα.
 Η Μαρίνα άρχισε να  στρώνει  το μεγαλύτερο κρεβάτι  με τα κλινοσκεπάσματά  μας ,έπειτα με τη βοήθεια και  του μπαρμπα-Μιχάλη έστρωσε   το άλλο κρεβάτι και  τελευταία   έστρωσε το δικό της στο μικρό δωμάτιο.  Στη συνέχεια πάνω  σε ένα τραπεζάκι ,που ήταν στο μεγάλο δωμάτιο  και τρέκλιζε , ξετύλιξε τη  μπόλια με το  τυρί και  με το  χωριάτικο ψωμί .  Το πήραμε  μαζί μας από το χωριό  στο ταξίδι για να  περάσουμε την αποψινή βραδιά πρόχειρα. Καθίσανε  οι δυο μεγαλύτεροι στις δύο καρέκλες ,που βρήκαμε ,ενώ εγώ  και η αδελφή μου ακουμπήσαμε στο μεγάλο κρεβάτι.  Κατάκοποι από το ταξίδι γρήγορα ετοιμαστήκαμε, σταυροκοπηθήκαμε  και ξαπλώσαμε για  ύπνο . Άλλωστε  από την επομένη θα   δουλεύαμε χειρωνακτικά . Τέλος πια  το ραχάτι για όλους μας !
Το πρωινό εγερτήριό μας το  έδωσε ο πατέρας μας με ένα  παρατεταμένο δυνατό σφύριγμα  φίουου, που εκείνος μόνο γνώριζε να κάνει από μικρό παιδί στο σπίτι του και στα ζώα του. Με μιας όλοι πεταχτήκαμε απ’ τα κρεβάτια μας και τρίβαμε τα μάτια μας για να ξενυστάξουμε .Ρίξαμε  από μια χούφτα νερό στο πρόσωπό μας ,ίσα-ίσα για να ξυπνήσει. Σίγουρα θέλαμε ένα καφέ να ανοίξουν τα μάτια μας ,αλλά πού τέτοια πολυτέλεια  .Τέτοια ώρα ,τέτοια λόγια. Κάθε αρχή είναι δύσκολη.  Ίσως αύριο  να οργανωθούμε καλύτερα.
Βγήκαμε έπειτα στο δρόμο και περιμέναμε το αγροτικό του επιστάτη μας του κυρ  Βέργανδου ,που δεν άργησε να φτάσει. Σαλτάραμε πάνω στο αγροτικό  γιαπωνέζικο μάρκας Ντάτσουν ,καλημερίσαμε τον επιστάτη μας και τους άλλους επιβαίνοντες  εργάτες και καθίσαμε στα  κενά  πρόχειρα καθίσματα, που βρήκαμε . Σε λιγότερο  από δέκα λεπτά φτάσαμε έξω από τη Σπάρτη και σε ένα πορτοκαλεώνα  με τις καταπράσινες νυφούλες παραφορτωμένες  από  τους ζουμερούς και  εύγευστους  χυμούς τους ,τα πορτοκάλια.  ’Ήταν μια ηλιόλουστη καθαρά φθινοπωρινή ημέρα με καταγάλανο ουρανό και δροσερό αεράκι .Αυτό μας έφτιαχνε τη διάθεση και την ψυχολογία μας  .
Αντικρίζοντας αυτό το περιποιημένο περιβόλι  θυμήθηκα ένα ωραίο  μικρό ερωτικό ποίημα του ποιητή  Νικηφόρου Βρεττάκου ,απ΄ τις Κροκεές  Σπάρτης   με τον τίτλο « Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές » ,που πρόσφατα είχα διαβάσει στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα  στο σπίτι μας.
Της Σπάρτης οι  πορτοκαλιές ,χιόνι, λουλούδια του έρωτα,
Άσπρισαν από τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους
γιόμισα το μικρό μου κόρφο ,πήγα και στη μάνα μου.
Κάθονταν κάτω απ’ φεγγάρι και με νοιάζονταν,
Κάθονταν κάτω απ΄ το φεγγάρι και με μάλωνε:
Χθες σ΄ έλουσα, χθες σ΄ άλλαξα ,πού γύρισες,
Ποιος γιόμισε τα ρούχα σου δάκρυα και νεραντζάνθια. 
Κατεβήκαμε γρήγορα  απ’ το  αγροτικό και πριν πιάσουμε δουλειά ,ο κυρ Βέργανδος  μας χώρισε σε τρεις ομάδες Η μια ομάδα  θα έκοβε τα πορτοκάλια με ψαλίδα από κάτω ή από ψηλά με σκάλα ,η άλλη ομάδα θα  έκανε τη διαλογή των πορτοκαλιών   και θα τα τοποθετούσε στις κλούβες και η άλλη ομάδα θα τις  μετέφερε και θα τις τοποθετούσε μέσα στο παρακείμενο σταθμευμένο φορτηγό.
Εγώ , ως νέος και άπειρος  αλλά και οι υπόλοιποι  ,με μια σκάλα  ο καθένας μας αρχίσαμε  το κόψιμο  και  τη συγκομιδή των πορτοκαλιών στο μεταλλικό κουβά και το άδειασμά  του  πάνω  σε ένα  μεγάλο σωρό , το συσκευαστήριο , που ήταν στρωμένο κάτω  με νάυλον.  Όλοι μας ήμασταν κυκλικά με τις σκάλες μας γύρω από μια πορτοκαλιά και πηγαίναμε σε άλλη ,όταν σίγουρα είχαμε μαζέψει και το τελευταίο πορτοκάλι της. Αυτό επαναλαμβανόταν  τουλάχιστον μέχρι πενήντα φορές κάθε ημέρα.
Στο μεταξύ το στομάχι μας, καθώς ήταν άδειο, άρχισε να γουργουρίζει.  Τότε δειλά στην αρχή ,αλλά αργότερα αυτό  έγινε ο κανόνας ,αρχίσαμε όλοι  να  καθαρίζουμε  και να καταβροχθίζουμε τον ελκυστικό και υγιεινό  θησαυρό . Την αρχή έκανε ο πολυμήχανος πατέρας μου λέγοντάς μας. – Δεν  είναι το απαγορευμένο δέντρο  του Παραδείσου η πορτοκαλιά .Καθαρίστε  και φάτε ,όσα τραβάει η όρεξή σας  τώρα που τα έχετε  μπόλικα  και πρόσθεσε :Το πορτοκάλι βοηθάει στην φυσική άμυνα του οργανισμού μας ,γιατί έχει τη βιταμίνη  C.  – Όπα να μου ζήσεις  μεγάλε ντόκτορα ,φώναξε δυνατά ο μπάρμπας ο Μιχάλης  και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. Εγώ μέχρι τη δύση του ηλίου θα έφαγα πάνω  από πέντε πορτοκάλια του μισού κιλού το καθένα εκείνη την ημέρα. Τόσο  πολύ λαχταριστά ήτανε. Αλλά και οι άλλοι πρέπει  το ίδιο να έκαναν.
Εκεί πληροφορήθηκα πως η ποικιλία των πορτοκαλιών  ονομαζόταν  « Καλιφόρνια » . Φαίνεται μάλλον πως εισήχθηκε στη χώρα μας από την ομώνυμη  αυτή  Πολιτεία των  Η.Π.Α. Κατά το μεσημέρι ο κυρ Βέργανδος ,ο επιστάτης μας, πήγε στην πόλη  και αγόρασε μερικές  φρατζόλες ψωμί και κανά κιλό τυρί και  τα μοίρασε σε όλο το συνεργείο.. Καλοδεχούμενη αυτή η χειρονομία του. Κάναμε ημίωρο διάλειμμα για να πάει το φαγητό κάτω  και για  να κάνουν τσιγάρο οι καπνίζοντες. ‘Υστερα  συνεχίσαμε  τη δουλειά μας μέχρι που  ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τον  Ταύγετο . Μετά ανεβήκαμε στο αγροτικό του επιστάτη μας και φτάσαμε στο κέντρο της Σπάρτης .
Εκεί  μας έδωσε ο πατέρας μας λίγα  ψηλά ,που είχε πρόχειρα  στην τσέπη του, να αγοράσουμε λίγο καφέ και  ζάχαρη  για το πρωί  και οπωσδήποτε ψωμί  για να το προσφαγίσουμε   με λίγο τυρί απ΄ το δικό μας ,που μας είχε απομείνει ,για το δείπνο μας.  Μάς ανέμεναν για να μη χαθούμε στην πόλη και ξεκινήσαμε να επιστρέψουμε στο σπίτι. Φτάσαμε στο σπίτι ,κάπως δύσκολα ,επειδή μπερδέψαμε  τους δρόμους. Επάνω στο τραπέζι της κουζίνας βγάζει ο μπαρμπα- Μιχάλης μέσα από τις τσέπες της χλαίνης του  καλά κρυμμένα τέσσερα πορτοκάλια λέγοντάς μας: -Αυτά για επιδόρπιο ,όποιος θέλει. Γρήγορα φάγαμε το τυρί και τη φρατζόλα και πέσαμε για ύπνο . Κάνοντας τον απολογισμό της πρώτης ημέρας , σκέφτηκα πως δεν τα πήγαμε άσχημα. Σημασία έχει πως έπεσε το πρώτο μεροκάματο. Μακάρι  να συνεχίζαμε έτσι.  Σταυροκοπήθηκα και κοιμήθηκα.
Και η δεύτερη εργάσιμη ημέρα  κύλησε χωρίς απρόοπτα. Η επόμενη όμως ημέρα ξεκίνησε  σχετικά καλά , ενώ από το απόγευμα άρχισε σταδιακά ο καιρός να χαλάει.  Ο νοτιάς άρχισε να δυναμώνει και  βαριά σύννεφα  με φορτωμένα βροχή   να πυκνώνουν από τα δυτικά  . Οι κορυφογραμμές  του Ταΰγετου καλύφθηκαν  και μόλις που φαινόταν το σχήμα τους. Τα ψηλά δέντρα του Ευρώτα άρχιζαν να λικνίζονται και να υποκλίνονται στον άνεμο . Ο κυρ Βέργανδος  ,που γνώριζε τις τοπικές συνθήκες καλύτερα και από μετεωρολόγο , έγκαιρα μας προειδοποίησε . Όταν κατεβήκαμε απ’ τις  σκάλες και  παραδίναμε τα εργαλεία μας για σήμερα  ,μας είπε φωναχτά  προς  όλους για να ακούγεται.
 - Ακούτε εδώ, ο καιρός από σήμερα χαλάει δραματικά. Το είδα από το σπίτι μου απ΄  το  χωριό μου  ,που βλέπει στην κορυφή του Ταύγετου , του Αϊ-Λια.  Ένα μικρό συννεφάκι τη σκέπαζε  το πρωί σα στεφάνι ολόγυρα . Αυτό είναι σημάδι  παρατεταμένης κακοκαιρίας για τους ντόπιους  και  το γνωρίζουν.  Εύχομαι για το καλό όλων μας να μην επαληθευτώ. Αύριο όμως να ξέρετε ,αν βρέχει  και για όσες ημέρες δε βγάζει ήλιο , δε θα κόβουμε πορτοκάλια. Αυτό απαγορεύεται .Βρεγμένα πορτοκάλια δεν πάνε για εξαγωγή , μόνο για τη εσωτερική  αγορά και κατανάλωση επιτρέπεται.
Τι  το ΄θελε και μας το ΄ λεγε  ,μας έκανε την καρδιά μας περιβόλι! Κρύος ιδρώτας πέρασε διαμιάς  το κορμί μας . Ούτε να το ακούσουμε  δε θέλαμε. Εμείς ήρθαμε για δουλειά ,αφήνοντας τη ζεστασιά και τη θαλπωρή του σπιτιού μας. Τώρα, αν επαληθευτεί αυτό ,που είπε ο κυρ Βέργανδος, τότε όλα τα δεδομένα ανατρέπονται, αναθεωρούνται. Σίγουρα πάντως με τον καιρό κανείς δεν τα βάνει.
Στην πόλη ψωνίσαμε τα χρειαζούμενα να περάσουμε τη βραδιά και πριν διαβούμε την εξωτερική  πόρτα    άρχισε  το ψιλόβροχο.  - Καλώς τη δεχτήκαμε ξάδερφε, ψέλλισε προς τον πατέρα μου ο μπαρμπα –Μιχάλης ,σκεφτικός και κατηφής .Ο πατέρας μου μπαίνοντας τελευταίος, κοιτάζοντας  διερευνητικά  ψηλά προς το θεοσκότεινο ουρανό γνωμάτευσε.  – Φοβάμαι πως δε  θα πέσει έξω ο κυρ Βέργανδος ,είναι  έμπειρος και παλιά καραβάνα της Σπάρτης. Μην απογοητεύστε όμως. ‘Εχει  ο Θεός για όλους.  Άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων και άλλα ο Θεός κελεύει. Προσπαθούσε να μας καθησυχάσει ,ενώ κατά βάθος φαινόταν ανήσυχος και ο ίδιος .
Όλη τη νύχτα έβρεχε μέσα σε ένα συνεχές αστραπόβροντο με δυνατό, μανιασμένο αέρα,  που σφύριζε περνώντας από τη  σκέπη του σπιτιού και ταρακουνούσε όσα  πορτοπαράθυρα   έχασκαν και δεν έκλειναν σφιχτά. Εκείνη την άγρια νύχτα ποτέ δε θα   την ξεχάσω ,γιατί  το νερό έπεφτε με το τουλούμι , με πάταγο ,ασταμάτητα . Ανυπομονούσα να φέξει για να ιδώ  με ημέρα τα αποτελέσματα της μεγάλης αυτής καταιγίδας. Μάταια ο πατέρας μου με καλούσε να ησυχάσω λέγοντάς μου .- Μπόρα είναι και θα περάσει .
Έφτασε πια μεσημέρι  και η βροχή συνέχιζε αμείωτη να πέφτει και η κίνηση στην πόλη  ήταν πολύ μικρή . Ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με ομπρέλες και με μπότες  περπατώντας αργά. Λιγοστά και τα αυτοκίνητα ,ενώ συχνά ακουγόταν ήχος σειρήνας ή κορνάρισμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι έμεναν κλεισμένοι   στα σπίτια τους .  Εμείς ήμασταν ακόμη στα κρεβάτια μας . Άλλωστε και πού να πηγαίναμε; Δεν μας ζητούσε κανείς. Έπρεπε μόνο να αναζητήσουμε τροφή, τον άρτο τον επιούσιον ! Για δουλειά, ούτε κουβέντα για σήμερα. Με βροχή κύλησε και το υπόλοιπο της ημέρας .
Κατά το βράδυ ,όταν δειλά άναψαν τα φώτα της πόλης ,βγήκαμε  με βροχή  εγώ και η Μαρίνα τρέχοντας ,δεν είχαμε ομπρέλα ,για να ψωνίσουμε μακαρόνια  και μυζήθρα απ’ το  μπακάλη  για να φάμε και να σταθούμε  όλοι στα πόδια μας.  Δεν είχαμε ακόμη πληρωθεί τα μεροκάματά μας και έπρεπε να μας πιστώσει ο μπακάλης ,που φυσικά  δε μας ήξερε πούθε κρατάει η σκούφια μας. Η ιδιοκτήτρια πάλι ,η μαύρη χήρα ,άφαντη και απρόσιτη  όλες τις προηγούμενες   ημέρες  ,ούτε το βράδυ την είδαμε ,όταν  τη θέλαμε  για να επιβεβαιώσει ότι  δουλεύαμε στο συνεργείο του επιστάτη μας  κυρ  Βέργανδου. 
Μπαίνοντας τρέχοντας ,καλησπερίσαμε  το μπακάλη και τον παρακαλέσαμε να μας πιστώσει για σήμερα τα ψώνια που θέλαμε .Αυτός έδειχνε  για λίγο αμήχανος ,αλλά και δύσπιστος  . Πού μας ξαναείδε ,πού  μας γνώριζε; Ούτε καλά ξέραμε το όνομα της ιδιοκτήτριας που μέναμε . Γνωρίζαμε βέβαια το επώνυμο του επιστάτη μας και το χωριό του. Του το είπα αλλά , αυτός δεν τον γνώριζε .Ύστερα   όμως ,ξύνοντας τις άσπρες τρίχες της κεφαλής του, φαίνεται πως  το ξανασκέφτηκε και μας έδωσε  ό, τι του ζητήσαμε . Μας είπε όμως ,πριν φύγουμε:
-  Σκέφτηκα την παλιομέρα  που είναι σήμερα  και  συμμερίστηκα την κατάστασή σας. Μη μου τη σκάσετε όμως ,γιατί θα σας βρω. Η Σπάρτη είναι μικρή και όλοι γνωριζόμαστε. Άντεστε στο καλό και σας περιμένω πάλι ,αφού ,όπως μου είπατε ,πως δουλεύετε στα πορτοκάλια. Τον καληνυχτίσαμε και επιστρέψαμε τρέχοντας στη βάση μας. Τα  καθέκαστα τα είπαμε στον πατέρα μας και στο θείο μας το Μιχάλη ,που είπε μόνο : -Ρε το μπαγάσα ,πώς δε σας ζήτησε κιόλας πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων για ένα  πακέτο   μπακαρούνια! Ο  πατέρας μου πρόσθεσε . -  Καλά που σας πίστωσε  κι αυτά . Έπρεπε να πάμε οι δυο μεγαλύτεροι για να δώσουμε γνώρα. Σύντομα θα το κάνουμε κι αυτό .Ίσως κι αύριο, που θα ‘χουμε τράτο, μιας  κι όπως φαίνεται θα βαράμε τις μύγες!
Ξημέρωσε κι η επόμενη ημέρα με λιγότερες βροχές ως το μεσημέρι. Ύστερα έβγαλε ήλιο και αποφασίσαμε να βγούμε έξω να ξεπιαστούμε από την υγρασία, που μάς περόνιαζε ως το κόκκαλο, αλλά  και  να σκοτώσουμε την ημέρα.  Προχωρήσαμε προς το δρόμο της Καλαμάτας και του Μυστρά. Σε μισό χιλιόμετρο ήμασταν σε περιβόλια με πορτοκαλιές  και τα χωράφια ήταν σχεδόν πλημμυρισμένα με μισό μέτρο νερό.
- Αδύνατο να δουλέψουμε αύριο ,μας είπε ο μπάρμπας μας ,ο Μιχάλης . Και συνέχισε . Ώσπου να  στραγγίξουνε τα νερά και  να στεγνώσουνε τα δέντρα θα χρειαστούν τουλάχιστον δυο ημέρες και βάλε. Με μια προϋπόθεση πως δε θα ξαναβρέξει. Γιατί τότε στα χορτασμένα  από τη βροχή χώματα ούτε να αλλάξεις βήμα δε θα μπορείς όχι και να δουλέψεις. Μου έτυχε παλιότερα να μου συμβεί και πάλι  αυτό ,όταν ήρθα να εργαστώ στα πορτοκάλια.  Ευτυχώς που είχα  τότε μαζί μου το αλυσοπρίονο και  βρέχοντας έκοβα και λιάνιζα  καυσόξυλα στα γύρω χωριά και έβγαζα σίγουρα  το μεροδούλι μου.
Όπως μας τα  περιέγραψε ο μπάρμπας μας ,δυστυχώς  ξετυλίχτηκαν τα πράγματα   για μας   ακόμη πολύ  χειρότερα. Γιατί η βροχή συνέχιζε να πέφτει καθημερινά και έτσι ήταν αδύνατο να κάνουμε άλλο μεροκάματο, και  για μας ήταν πλέον θέμα  και επιβίωσης.  Ο πατέρας μου τα κουτσοβόλευε ,γιατί με το βιολί του  και το τραγούδι του τα βράδια στις υπόγειες τις ταβέρνες έτρωγε τζάμπα και έπαιρνε και κάνα χαρτζιλίκι ,από τους  μουσικόφιλους  και καλοπερασάκηδες  κτηματίες της Σπάρτης. Επαληθεύτηκε και το γνωμικό του σοφού λαού μας :Μάθε τέχνη κι άστηνε και όταν πεινάσεις πιάστηνε!
 Για μας  τους άλλους τρεις όμως υπήρχε σοβαρό  πρόβλημα. Το επόμενο   πρωινό με ψιλόβροχο  ,εγώ με το μπάρμπα μου Μιχάλη βγήκαμε  στο κέντρο και αναζητούσαμε  οποιαδήποτε δουλειά. Εκεί μας πλησίασε ένας ψηλός , εύσωμος   κτηματίας , και μας ρώτησε αν θα θέλαμε να εργαστούμε στο χτήμα του μόνο για σήμερα . Άλλο που δε θέλαμε εμείς .  Το ρωτήσαμε τι θα κάναμε και αυτός μας είπε πως θα ξελιθαρίζαμε το περιβόλι του , που ήταν λίγο έξω από τη Σπάρτη . Η αμοιβή που μας έδινε  ήταν μικρή ,μόλις πέντε δραχμές  θα έπαιρνε ο καθένας μας. Τότε ο θείος μου του αντιπρότεινε. –Θα μας πας  και θα μας φέρεις με το αυτοκίνητό σου και το βράδυ  μαζί με το πεντόφραγκο θα μας ταΐσεις και   ένα πιάτο φασολάδα στην ταβέρνα. Κλείστηκε λοιπόν « η μεγάλη συμφωνία » και μας πήγε στο  περιβόλι του στη Μαγούλα της Σπάρτης για το ξελιθάρισμα.
Άνοιξε τη χαμοκέλα και έβγαλε ένα καρότσι  για να το γιομίζουμε με λιθαράκια και να τα ρίχνουμε έπειτα στην άκρη του περιβολιού ,σε ένα χαντάκι. – Δεν είναι βαριά η δουλειά ,μας λέει . Αν  είστε εργατικοί και πιάνουν τα χέρια σας δε θα αργήσετε .Υπολογίζω   σε καμιά εικοσαριά  καροτσάκια  να είναι όλες κιόλες  οι πέτρες ,που θα πετάξετε.   Ως το απόγευμα ,που θα επιστρέψω  ,θα έχετε ξεμπερδέψει.  Κόψτε και κάνα πορτοκάλι και φάτε, αλλά προσοχή  μη μου ξεμασκαλίσετε τα δέντρα.  Σε λίγο έβαλε μπρος και έστριψε στη στροφή επιστρέφοντας στη Σπάρτη.
Η ημέρα είχε ανοιγοκλείματα ,μια έβρεχε- μια   άνοιγε . Εμείς στη βροχή τρέχαμε να προστατευτούμε στη χαμοκέλα και ,όταν έβγαζε ήλιο ,σπεύδαμε να γεμίσουμε το καρότσι με τις πέτρες και να το αδειάσουμε στην άκρη του χαντακιού.  Αυτό γινόταν τουλάχιστο  για  πολλές φορές.   Στα διαλείμματα  ,λόγω βροχής. διαλέγοντας  κόβαμε τα πιο καλοθρεμμένα πορτοκάλια και  τρώγοντάς τα καλμάραμε κάπως  την πείνα μας. Ήταν κι αυτή μια κάποια λύση!  Κοπιάσαμε, πεινάσαμε και βραχήκαμε ως το μεδούλι μας. Τη βγάλαμε κυριολεχτικά  όλη  την ημέρα « σπαρτιάτικα » , που λέει ο λαός μας.
Προς το χαλούπωμα φάνηκε το αφεντικό και μπήκαμε στο αυτοκίνητό του και ήρθαμε στο κέντρο της πόλης. Στάθμευσε κάπου κοντά και μαζί κατευθυνθήκαμε  σε μια υπόγεια ταβέρνα ,όπου άχνιζε η φασολάδα , η   βασική  τροφή των φτωχών  των Ελλήνων. Κοντοζυγώσαμε στη μαντεμένια   ξυλόσομπα ,που μπουμπούνιζε   από τα πολλά ξύλα που έτρωγε , για να στεγνώσουμε τα βρεγμένα μας ρούχα.  Μετά  το αφεντικό ,αφού μας πλήρωσε τη συμφωνία μας ,μας παρήγγειλε δυο πιάτα φασολάδα . – Και μισό κιλό κρασί  ,αφεντικό , πρόσθεσε ο μπαρμπα- Μιχάλης  για να χωνέψουμε τη φασολάδα και να ζεσταθούμε.  Πνεμονιάσαμε  ολημερίς  μες τη βροχή. Δεν έφερε αντίρρηση ,μάλιστα  διπλασίασε το κέρασμα. Φαίνεται πως έμεινε ευχαριστημένος από την εργασία μας.
Μιαν άλλη ημέρα ,που το συνεργείο δεν έκοβε πορτοκάλια για εξαγωγή , αλλά για την εγχώρια κατανάλωση , ο επιστάτης μας παρήγγειλε να μεταβούμε με ταξί σε ένα χωριό λίγο έξω από την Σπάρτη, νομίζω στο δρόμο   προς το Γύθειο για να δουλέψουμε. Μπήκαμε σε ένα ταξί απ ’το κέντρο   με κατεύθυνση για το χωριό.  Η Μαρίνα, εγώ και ο πατέρας μου καθίσαμε στο πίσω κάθισμα και μπροστά στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο Μιχάλης.  Ο πατέρας μου, θες γιατί θα δουλεύαμε μετά από αρκετό καιρό ,θες γιατί έτσι του ήρθε να εκδηλωθεί , έπιασε  το αγαπημένο του τραγούδι: « Να’ σαν τα νιάτα δυο φορές » . Σε λίγο ,στην άκρη της Σπάρτης ο ταξιτζής έβαλε μπρος τη διπλή ταρίφα, όπως ήταν και το  νόμιμο.
Τώρα δεν θα έφτανε ένα δικό μας μεροκάματο για  να πληρωθεί  το ταξί .Το έμπειρο και σπινθηροβόλο μάτι του Μιχάλη το πήρε χαμπάρι ,ενώ ο πατέρας μου αγνοώντας ή  μη δίνοντας σημασία ,συνέχιζε να άδει ! Τότε ο Μιχάλης φωνάζοντας δυνατά τον προσγείωσε,  επαναφέροντάς τον στη σκληρή πραγματικότητα, λέγοντάς του τα παρακάτω , αμίμητα λόγια ,που δε θα τα ξεχάσω ποτέ:
 -Τι  τραγουδάς ρε  μπανταβέ  ,δε βλέπεις  τη διπλή ταρίφα  ,κρικ-κρικ-κρικ ,  κρικ-κρικ   -κρικ,  που γράφει  θάνατο ;  Χαμπάρι και πάλι ο πατέρας μου. Όλοι οι άλλοι γελάσαμε ,ακόμη και ο ταξιτζής μας. Πολυμήχανε μπαρμπα-Μιχάλη ,να’ σαι καλά , εκεί   που βρίσκεσαι .Αιωνία σου η μνήμη . Πολέμησες τη φτώχεια κα τη νίκησες  .   Τα κατάφερες με τη δόξα του Θεού και με  το ξουράφι σου μυαλό να αναστήσεις τα έξι σου παλικάρια  και τώρα να τα καμαρώνεις από ψηλά!
Σιγά –σιγά  άρχισε να φτιάχνει και ο καιρός ,βασικό αυτό για τους εργαζόμενους στην ύπαιθρο , και δουλέψαμε κανονικά για περίπου καμιά δεκαπενταριά ημέρες χωρίς προβλήματα. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα  ,αλλά  και η φυσιολογική κόπωσή  μας μεγάλωνε.  Νοσταλγούσαμε τώρα  το σπίτι μας και τις οικογένειές μας. Το συζητήσαμε με τον επιστάτη μας και συμφώνησε και ο ίδιος . Άλλωστε η πολλή δουλειά είχε βγει. Θα συνέχιζε τώρα με μερικούς από το χωριό του. Μας πλήρωσε ακόμη και  μία  μισή ημέρα ως ολάκερη. Μας φίλεψε και μια κλούβα πορτοκάλια για τα σπίτια μας. Του ευχηθήκαμε καλή συνέχεια και καλές γιορτές .
Επιστρέψαμε στο σπίτι για να ξοφλήσουμε  και το μπακάλη μας και την ιδιοκτήτρια, ώστε πρωί  να αναχωρήσουμε   για την Τρίπολη. Στο μπακάλη πήγα εγώ και ο μπαρμπα- Μιχάλης   με το τευτέρι στο χέρι και τελειώσαμε σχετικά γρήγορα.  Ύστερα  χτυπήσαμε για πρώτη και τελευταία φορά το κουδούνι της ιδιοκτήτριας.  ‘Ανοιξε  την πόρτα της  και μας είχε έτοιμο έναν παραφουσκωμένο λογαριασμό.  Μας χρέωνε υπερβολικό ρεύμα ,γκάζι και νερό και τσουχτερό ενοίκιο με την ημέρα, σα να πρόκειται για ξενοδοχείο. 
– Λαδί κυρά ,εδώ που τα λέμε θέλεις από εμάς τα εργατάκια  να σου μοιράσουμε τα μεροκάματά μας. Φέρεσαι σκληρά απέναντί μας,  λες και είμαστε παρακατιανοί  .Δε δείχνεις καμιά κατανόηση  και συμπόνια.  Σκέφτηκες αλήθεια  πώς τα βγάλαμε αυτά τα λίγα μεροκάματα και τι τραβήξαμε;   Έχεις μαύρη, κατάμαυρη  ψυχή ,όπως και η μορφή σου, της είπε  ο πατέρας μου . Της τα είχε εδώ και ημέρες μαζωμένα . Της τα ΄ψαλλε και ξαλάφρωσε.
 Όμως αυτή ήταν ανένδοτη και ανυποχώρητη. Τώρα η  μαύρη   χήρα λέει ό, τι θέλει και μάλιστα  το απαιτεί.  Δυστυχώς ο  τυλωμένος δεν πιστεύει του νηστικού . Επειδή μας απειλούσε πως θα πήγαινε να μας καταγγείλει στην αστυνομία  για δήθεν αθέτηση συμφωνίας  και επειδή  δε θέλαμε μπλεξίματα, δώσαμε τόπο στην οργή, συμβιβαστήκαμε και τη χρυσοπληρώσαμε.  Φταίμε  και εμείς ,γιατί αφήσαμε τη συμφωνία σε άλλον για μας ,στον κυρ  Βέργανδο .Ξεχάσαμε  πως οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους
 Κατεβήκαμε στο ισόγειο πικραμένοι ,κολατσίσαμε πρόχειρα και κοιμηθήκαμε νωρίς για να είμαστε φρέσκοι το πρωί για αναχώρηση.  Το πρωί φύγαμε και ούτε τη χαιρετήσαμε. Αφήσαμε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα .Της δείξαμε έτσι ,αν  το καταλάβαινε , πως δεν άξιζε την καλημέρα μας.

Για πολλά χρόνια στο χωριό μας  ,όταν συναντιόμαστε στο δρόμο με το μπαρμπα-Μιχάλη, ενθυμούμαστε το κάζο με τη σπαρτιάτισσα  ιδιοκτήτρια - μαύρη χήρα . Άλλωστε δεν μπορούμε  να το ξεχάσουμε.  Δεν  ξεχνιούνται ποτέ αυτά.   Χαιρετώ  πάντα το μπάρμπα μου  , το Μιχάλη,  με τη φράση « μαύρη χήρα »,που την αποκάλεσε τόσο  εύστοχα ο πατέρας μου . Αυτός μου ανταπαντά στερεότυπα : « κατάμαυρη  » Μαρίνη!  Ύστερα το σκάζουμε στα γέλια και πάμε στο καφενείο  για καφέ και δηλωτή.  Ήταν  πράγματι  και μαύρη στη μορφή, αλλά και μαύρη στη ψυχή, η βλογημένη !!!    Ο Θεός ας με συγχωρέσει !

Δεν υπάρχουν σχόλια :