Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Η μολυβίτσα και η σόδα

Γράφει ο Παλιοπυργήσιος 
Τα περιγράφω έτσι όπως ακριβώς τα διηγιέμαι, όταν το φέρνει η κουβέντα, σε φίλους-συγγενείς και πατριώτες, σκέτα και αφτιασίδοτα. Και… δεν έχω δυσκολία, δε λογαριάζω μπας και με κατηγορήσουν ότι ήμουν μπίτι κουζουλός, ότι δεν μου ’κοψε η γλάβα μου να γυρίσω το κεφάλι μου από την άλλη μεριά, έτσι ώστε να ρετζελίξει το λάδι και μαζί να παρασύρει και να βγάλει τη μολυβίτσα μέσα από το αυτί μου. Ή ότι δεν κατέβασε η κούτρα μου, δε νόγαγα μπίτι να μην πιω σόδα αφού ήμουνα θεονήστικος και το στομάχι μου έπαιζε ταμπούρλο από το γουργούλημα.
Γιατί τίνος παιδιού έκοβε η γκλάβα του τότε; Τι περιβαλλοντικές επιδράσεις-εικόνες είχαμε τότε, έτσι ώστε να ταρακουνηθεί λίγο το μυαλό μας; Τα ίδια και τα ίδια βλέπαμε μέσα στο σπίτι, τα ίδια και τα ίδια βγαίνοντας έξω. Ή τις κότες του Μπαρνόγιαννη ή τη γουρούνα της Πατσιεύως ή κάτι «κόκκινες» γελάδες του Τσιαγκρή. Ούτε ράδιο, ούτε τηλεόραση, ούτε λαπ-τοπ, ούτε… ούτε… ένα ατέλειωτο ούτε
Αλλά σίγουρα σε μπέρδεψα, ας τα πάρουμε από την αρχή. Πρέπει να ήταν γύρο το 1950, στα μέσα του Φθινοπώρου.  Ήμουνα μαθητής τρίτης ή τετάρτης Δημοτικού. Απόγευμα που πέφτοντας ο ήλιος έστελνε τις ζεστές του αχτίνες εκεί στο μπαλκόνι του σπιτιού μας. Παίρνω κι εγώ τη σκολική μου τσάντα, ένα υφαντό τραστούλι δηλαδή, και βγαίνω στο μπαλκόνι να γράψω την αντιγραφή μου και να λύσω τα προβλήματα της Αριθμητικής. Καθόμουνα σταυροπόδι χάμου και ακούμπαγα σ’ ένα παλιό ξύλινο σκαμί. Χρησιμοποιούσα ένα από κείνα τα ξύλινα μολύβια, μ’ εκείνη την σαν κάρβουνο μύτη τους (μολυβίτσα τη λέγαμε, που όλο έκιωνε και όλο μας κοβότανε και ’μεις όλο ξύναμε το μολύβι). Κάποια στιγμή έξυσα πολύ το μολύβι μου και βγήκε πολλή μολυβίτσα, ενάμισης πόντος, για να φτουρίσει. Αλλά και κείνη η αφιλότιμη σπάει και πέφτει χάμου. Την παίρνω και, μη γελάς και μην παραξενεύεσαι, τη βάνω στο δεξί μου  το αυτί να το ξύσω, που μ’ έτρωγε εκείνη τη στιγμή. Αλλά, ωχ, φεύγει από το χέρι μου και μένει μέσα στ’ αυτί. Και… όσο προσπαθούσα να την πιάσω και να την βγάλω, εκείνη χωρίς να λογαριάζει τη σαστιμάρα μου έμπαινε όλο και πιο μέσα. Κείνη τη στιγμή περνάει δίπλα η μάνα μου, με βλέπει πολύ ανήσυχο, μ’ ακούει να μισοκλαίω, με ρωτάει: «το και το» της λέω.
Η μάνα μου!!! Έχω τόσα πολλά να γράψω για τη μάνα μου. Τόσα πολλά που όλα μαζί μας κάνουν ένα κουβάρι με πολλές κλωνές και διπλάσιες άκρες. Ποια άκρη να βρω. Από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω, αλλά άστο αυτό για άλλη φορά!
Εκείνη τη φορά με τη μολυβίτσα είχε πολλές δουλειές, δηλαδή περισσότερες από άλλες φορές. Διασούριζε πότε δω και πότε κει, μια μέσα μια έξω στο σπίτι, μια πάνω μια κάτω. Ό,τι είχε γυρίσει από τη Λιάσκοβα, φέρνοντας ζαλιά το βαρέλι με το νερό. Είχε πάρει μαζί της και μια βρασιά λάχανα (άγρια χόρτα) τα έπλυνε στην κορύτα και τα έφερε έτοιμα να τα μαγειρέψει, να τα γιαχνίσει με λίγο κρεμμύδι και να τα «ξεγελάσει» με μια κουταλίτσα λάδι. (Ένα μισιοκαδιάρικο μπουκάλι λάδι είχαμε αγοράσει από του Ντούσια, αλλά τήρα που και κείνο το άπονο κόντεβε να τελειώσει). Ξανάφανε λοιπόν η μάνα μου με μια αγκαλίτσα χάχαλα-προσανάματα ν’ ανάψει τη φωτιά να μαγειρέψει. Όλα αυτά με βιασύνη, φρούστ εδώθε – φρούστ εκείθε. Ήθελε να μαζέψει τα ρούχα από το φράχτη που τα είχε απλώσει να στεγνώσουν, να περάσει από το κόσκινο το σπόρο (σιτάρι) γιατί την άλλη μέρα θα πήγαιναν για σπαρτό με τον πατέρα μου, εκεί στη «Γουβίτσα» του Παλιόπυργου, και μόνο κείνη ήξερε πόσες άλλες σκοτούρες είχε στο μυαλό της.
Όταν λοιπόν της είπα «το και το» με τη μολυβίτσα, πετάει χάμου τα χάχαλα-προσανάματα και… τήρα να ειδείς τι κοφτερό μυαλό! Αμέσως στη λύση, φέρνει το μπουκάλι με το λάδι, «γύρνα» μου λέει, μου ρίχνει στο… πονεμένο αυτί λίγο λάδι και φεύγει να συνεχίσει να ξετυλίγει τ’ αδράχτι με τις τόσες φτώχειες της. Εδώ τώρα κρύβεται το μυστήριο! Ή εγώ μέσα στη σαστιμάρα μου δεν άκουσα αυτό που μου είπε, αν μου το είπε, ή εκείνη δεν μου το είπε είτε γιατί το ξέχασε, είτε γιατί το θεώρησε αυτονόητο, ότι έπρεπε να γυρίσω το κεφάλι μου από την άλλη μεριά να τρέξει το λάδι παίρνοντας μαζί του τη μολυβίτσα. Γυρίζει μετά από λίγο, «βγήκε;» μου λέει. Όχι της λέω. Έρχεται μια σπαλιάρα, αδύναμη είναι η αλήθεια, μου ρίχνει τέτοια που μου γύρισε το κεφάλι από την άλλη μεριά. «Πώς να βγει έτσι που κάθεσαι;» μου λέει. Σε λίγο βγαίνει η μολυβίτσα το ίδιο άπονη όπως μπήκε και ξεδιάντροπη για όσα μου έκανε. Δεν μπορώ να περιγράψω την ικανοποίησή μου, την ανακούφισή μου και το θαυμασμό μου για τον πρακτικό τρόπο που χρησιμοποίησε η μάνα μου για την αντιμετώπιση του περιστατικού!!
Έσμιξα τη «σόδα» με τη «μολυβίτσα» κι ας απέχουν η μία από την άλλη μια δεκαετία περίπου. Τότε γιατί; Ε, γιατί έχουν το κοινό στοιχείο κατά πόσο εγώ, πρωταγωνιστής και στα δύο έργα, έπρεπε να είμαι σε θέση τότε να κατανοήσω ή όχι τα σχετικά με τη μολυβίτσα και τα σχετικά με τη σόδα!
Αλλά ας έρθουμε τώρα και στη σόδα. Ήταν Ιούνιος του 1960. Είχα τελειώσει το Οκτατάξιο Γυμνάσιο Λαγκαδίων. Δεν έδωσα εξετάσεις την ίδια χρονιά της αποφοίτησης. Αιτία η οικονομική ανέχεια. Ο πατέρας μου με είχε προορίσει να δώσω εξετάσεις στη ΣΤΥΑ, στρατιωτική σχολή, δε χρειαζόντουσαν έξοδα, και αποπιανόσουν αμέσως από τη «θυρίδα» του κράτους. (Τώρα γιατί ο πατέρας μου είχε αυτή τη συγκεκριμένη άποψη, πώς δρομολογήθηκε αυτή η περίπτωση και τι κατάληξη είχε, άστα γι’ άλλη φορά).
Έπρεπε όμως να πάω στην Αθήνα, για λίγη προετοιμασία. Θα έμενα στο σπίτι του νουνού μου, ήταν και θείος μου – πρώτος ξάδερφος της μάνας μου, Δημήτρης Τσόγκας,  Θεός σχορέσ’ τον, άπειρη η ευγνωμοσύνη μου, ο πιο καλός από όλους όσους συγγενείς και φίλους έχω γνωρίσει.
Μπαίνω λοιπόν στο λεωφορείο, με το που χάραξε, από το χωριό για Τρίπολη, φυσικά χωρίς να έχω βάλει «μπουκιά» στο στόμα μου. Φτάνω στην Τρίπολη, γύρω στις εννιάμισι περίπου. Κάθομαι εκεί στο ΚΤΕΛ ως τις 11 που θα είχε δρομολόγιο για Αθήνα. Ξένος εγώ εκεί. Δεν έβλεπες τότε εύκολα πατριώτη να κουβεντιάσεις. Μη νομίσεις, δεν είχα πάει άλλη φορά σε πόλη. Α, ναι σε γέλασα, είχα πάει από τα Λαγκάδια, όταν ήμουν στην 7η τάξη, γκρουπ με όλη την τάξη – μια εικοσιπενταριά μαθητές. Η τάξη μας, με τον καθηγητή φυσικών κ. Ανάστο Μποκή, θα έκανε μια υποδειγματική διδασκαλία με κύριο θέμα την «Άνωση των Υγρών». Αλλά τι τα θες σα συστημένο δέμα ήρθαμε στην Τρίπολη και το ίδιο φύγαμε. Δε μας δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουμε έστω και ένα δρόμο της Τρίπολης.
Μπαίνω κι εγώ λοιπόν στο λεωφορείο για Αθήνα. Σιγά μην έβαλα στο στόμα μου κάτι τι. Σουβλάκι; Τι ήταν αυτό για μας κείνη την εποχή! Τυρόπιτα; Κάτι το εντελώς άγνωστο. Καλά, προχωράμε.

Φτάνω στην Αθήνα τρεις η ώρα περίπου. Σταθμός Αγίου Κωνσταντίνου. Ρωτάω για την «Ασκληπιού 3», εκεί είχε το μαγαζί του ο νουνός μου. Ρωτώντας κάθε τόσο και βαδίζοντας δειλά-δειλά, χωριατοπαιδάκι μέσα στο κέντρο της πρωτεύουσας, φτάνω στην «Ασκληπιού 3». Αλλά ο νουνός μου έλειπε, το μαγαζί κλειστό και θ’ άνοιγε στις πέντε και μισή. Απέναντι ήταν ένα καφενείο, κάθομαι σε μια καρέκλα, ευτυχώς είχε ήσκιο, ούτε μιλάω – ούτε λαλάω. Σε λίγο έρχεται και κάθεται στο διπλανό τραπέζι κάποιος κύριος. Φαίνεται, πέρασε από κάποιο μαγειρείο, την  «έφτιαξε για τα καλά» και τώρα αεράτα παραγγέλνει μια σόδα. Παίρνω κι εγώ θάρρος και χωρίς να συμβουλευτώ το αδειανό στομάχι μου, παραγγέλνω. «Φέρτε κι εμένα μια σόδα». Τη φέρνει το γκαρσόνι. Κάνω έτσι τη δοκιμάζω, πού να πάει κάτω η… κακούργα. Δεν ξαναδοκίμασα. Σε λίγο ξαναήρθε το γκαρσόνι, πληρώνει ο διπλανός κύριος, βγάζω κι εγώ να πληρώσω. «Τι, μου λέει, δε σου άρεσε;». Όχι του λέω, όχι με λόγια, αλλά με κούνημα του κεφαλιού. Πλήρωσα μιάμιση δραχμή. Σε όσους το μολογάω τώρα γελάνε με το πάθημά μου. Τώρα, άμα θες γέλα κι εσύ. Δε με νοιάζει, όχι γιατί σε υποτιμάω, αλλά δε στεναχωρήθηκα τότε  μ’ αυτό που έπαθα, θα στεναχωρηθώ τώρα επειδή γελάς εσύ;

7 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

τσιμπιδάκι για τα φρύδια δεν είχε η μάνα σου?

Ανώνυμος είπε...

Μπράβο για την ανάρτηση. Ωραίες αναμνήσεις

Ανώνυμος είπε...

κουφο το πρωτο σχολιο

Ανώνυμος είπε...

Έξυπνο...

Ανώνυμος είπε...

Απο τα καλύτερα του παλιοπυργήσιου !!!!

Ανώνυμος είπε...

με κανεναν ο χψ...ο γερολυκος ειναι αλλος....

Aris Polichronopoulos είπε...

αχ ρε παλιοπυρήσιε τι μας θύμησες τα χρόνια του γυμνασίου με το φυσικό καθηγητή Μποκή στα λαγκάδια αλλά περισότερο με αυτά του χωριού . οι θύμησες και η νοσταλγία που μας προσφέρεις μας κρατάνε στη ζωή . έυχομαι να σου δείνει δύναμη ο θεός να γράφεις .
αρις Τσιριμόπανου