Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Ο κουμπαράς της μνήμης

Συνέχεια απο το προηγούμενο
 Λ
Λαβροτανάω Καταπιέζω κάποιον βασανιστικά.
Λάγανος – Αρρώστια που εμποδίζει τα ιπποειδή να φάνε.
Λαγαρό – Το πάνω και πίσω μέρος της κοιλιάς των ζώων.
Λάγιο– Μαύρο πρόβατο.
Λάγκεμα – Παίξιμο του ματιού (καλώς τους, γι αυτό
                 λάγκεβε το μάτι μου).
Λαγκουνίζω – Λάμπω.
Λαγοκοιμάμαι – Ψεφτοκοιμάμαι.
Λαγομηλιά – Καλλωπιστικός, αυτοφυής θάμνος.
Λαγούμι – Λάκκος, γούβα, κρύπτη.
Λαδαδέλφια – Παιδιά που έχουν τον ίδιο νονό και  η
                   εκκλησία απαγορεύει το  γάμο μεταξύ τους.
Λαδάτη – Μαλακή χωρίς πόνο ξυλιά .
Λαδοπόντικας – Ο συνεχώς λεκιασμένος άνθρωπος.
Λαδούσα – Δοχείο που αποθηκεύουν το λάδι.
Λαθούρι – Είδος ποικιλία αρακά.
Λαιμαριά – Εξάρτημα για το ζέψιμο των ζώων.
Λαιμοπνήγω – Πιάνω κάποιον από το λαιμό με σκοπό να
                       τον πνίξω.
Λαιμώνω – Πιέζω με το δάκτυλο τις αμυγδαλές για να βγει
                    το πύον.
Λαϊνα– Πήλινη στάμνα.
Λακάω – Φεύγω τρέχοντας.
Λακινιάρα – Ζημιάρικο ζώο, πρόστυχη γυναίκα.
Λάκκος – Αργαλειός.
Λαλαγκίδα – Η τηγανίτα.
Λανάρια – Εργαλεία για την επεξεργασία του μαλλιού.
Λαρυγγοπνίγω- Σφίγγω κάποιον στο λαιμό.
Λάστιχο– Η σφεντόνα.
Λαυτακάω – Τρώγω με τα χέρια, χωρίς πηρούνι ή κουτάλι.
Λαχανιάζω – Κουράζομαι, αναπνέω γρήγορα.
Λαχνί – Μερίδιο κυρίως σε κτήματα.
Λεβέτι – Μεγάλο χάλκινο καζάνι συλλογής βρόχινου
             νερού.
Λειριάζω – Μαραίνομαι, σουρώνω.
Λειψανέβατος – Ασθενικός – κιτρινιάρης.
Λειψό (ψωμί) – Ψωμί από ζυμάρι χωρίς μαγιά.
Λέλεκας – Ο άχαρος, ο πολύ ψηλός (ψηλολέλεκας).
Λεποντιά – Πόα, είδος χορταρικού.
Λεπόντιος – Κατεργάρης, απατεώνας, υποκριτής .
Λέργουδα – Αρωματικό άγριο φυτό, σαν κρεμμυδάκι,
                   που έβαζαν στις σαλάτες.
Λεσιά – Πόρτα αυλής (επί ανθρώπων, ο έχων καλή
           κορμοστασιά και ανάστημα).
Λημέρι – Τόπος διαμονής μακριά από κατοικημένη
             περιοχή.
Ληνός – Πατητήρι σταφυλιών.
Λιακά – Τα απόκρυφα μέλη του σώματος του ανθρώπου.
Λιακωτό – Μπαλκόνι, εξώστης,  χαγιάτι.
Λιανάκι – Μικρή ψείρα. 
Λιανό – Το κάτω μέρος της σπονδυλικής στήλης.
Λιάστρα – Προσηλιακό μέρος που έλιαζαν και ξέραιναν
                τα αγροτικά  προϊόντα.
Λιγδοπανάγος – Ο πάντα βρώμικος, λερωμένος .
Λιθοπάτης – Σκλήρυνση της πατούσας (άμα έπασχες από
                λιθοπάτη απαγορευόταν να μπεις στην εκκλησία).
Λιμασμένος – Πολύ πεινασμένος.
Λινάρι – Λεπτό σχοινί από λιναρένιο νήμα, το φυτό λινάρι.
Λινάτσα – Τσουβάλι, σακί.
Λινιά – Τριχιά από νήμα λιναριού.
Λιοκόκκι – Τα υποπροϊόντα της  ελιάς π.χ. τα
                  θρυμματισμένα κουκούτσια.
Λιόπανο –Ελαιόπανο που έστρωναν για το μάζεμα της
               ελιάς.
Λιοποτσιόλι – Χώρος με νερά και λάσπη.
Λοβός Αδύναμος.
Λόγγος – Πυκνό δάσος με ψηλά δέντρα.
Λόζιος –Στεγασμένος χώρος παραμονής γουρουνιών.
Λόλωμα – Ζάλισμα κυρίως από την έκθεση στον ήλιο.
Λόπια – Ποικιλία φασολιών.
Λοστάρι – Ο λοστός.
Λούβα – Κακοτυχία, γρουσουζιά, κακή σοδειά.
Λουβί – Το κέλυφος οσπρίων, ξηρών καρπών κ.λ.π.
Λούζα – Θάμνος πουρναριού.
Λούκι – Ο ώριμος καρπός του αραβόσιτου.
Λουμάκι – Ίσιος κορμός δέντρου, ευθυτενής άνθρωπος.
Λούμπα– Μεγάλος αβαθής νερόλακος, η εξαπάτηση.
Λουμπούσι – Το κοτσάνι του αραβοσίτου μετά την
                    αφαίρεση του καρπού.
Λουμπουστούκι – Άκομψο αντικείμενο, κακοφτιαγμένο.
Λουμώνω – Κρύβομαι, κάνω πως δεν βλέπω και δεν
                  ακούω.
Λούπινο– Φυτό ψυχανθές, ο καρπός του οποίου τρώγεται
               αφού το ξεπικρίσουν για μέρες με άφθονο νερό.
Λουπουνιάζομαι – Ζαλίζομαι, χάνω τις  αισθήσεις μου.
Λούρα – Βέργα, βίτσα.
Λούρντισμα – Κατσάδιασμα.
Λουρώνω – Κρυώνω σιγά-σιγά.
Λουσάτος – Κομψός, καλοντυμένος.
Λουστροχώρι– Ετσι αποκαλούσαν παλιά οι χωριάτες το
                        Δασοχώρι  για την περίοπτη θέση του στην
                        περιοχή, την ευγένεια, την φιλοξενία των
                        κατοίκων του, καθώς και για τις διακρίσεις
                        στα γράμματα και τις επιστήμες, των
                        παιδιών του.Κάποιοι άσπονδοι καλοθελητές,
                        λέγανε πως η ονομασία προέρχεται από το
                        ότι το χωριό έβγαζε και πολλούς λούστρους!
                        Η πραγματικότητα όμως τους διαψεύδει…..
Λουτριάζομαι – Πιάνομαι, μουδιάζω.
Λουτσάω – Καταβρέχω πιτσιλάω.
Λούφα – Κρυψώνα, αποφυγή ευθύνης.
Λυκότραφος–  Τραχύς, αγενής, άχαρος.
Λυκουνιά – Πολυμελής οικογένεια με πολλά παιδιά.
ΛΥΚΟΥΡΕΣΙ–Παλιά ονομασία του χωριού
                         ΔΑΣΟΧΩΡΙ. Μέχρι το 1928 λεγόταν
                         Λυκούρεσι, που στα Αλβανικά σημαίνει
                         Βυρσοδεψείο. Μία δεύτερη ερμηνεία της
                         ονομασίας αυτής, λέει ότι Λυκούρεσι
                         σημαίνει ορμητήριο λύκων.
                         Η πρώτη μαρτυρία για την ίδρυση του
                         χωριού, υπήρχε στην είσοδο του πατρικού
                         μου σπιτιού σε εντοιχισμένη πέτρινη πλάκα
                         στην οποία ήταν χαραγμένη η επιγραφή
                        «Ιάννης Βουρνάς 1846».  Αυτό το σπάνιο
                         ντοκουμέντο χάθηκε από επιδρομή
                         ανιστόρητων βανδάλων.
                         Το 1928 βάσει απογραφής, το χωριό, είχε
                         218 κατοίκους. Το 1920 στο χωριό υπήρχε
                         τηλέφωνο, με ενέργειες του Νομάρχη
                         Μεσσηνίας  Γεωργίου Σιώρη, ο οποίος
                         παραθέριζε στο Δασοχώρι.
Λυμπί – Καζάνι λαδιού στα ελαιοτριβεία.
Λυχνάρι – Φωτιστικό μέσο που καίει λάδι.
Λυχνάω – Αποχωρίζω, τον καρπό των δημητριακών από το
               άχυρο.


                                           Μ


Μαγάρα– Παλιάνθρωπος, ύπουλος, ρεμάλι.
Μάγκανα– Μαλώματα.
Μαγκούφης – Έρημος, μονάχος, χωρίς κανέναν. 
Μαδάω – Ξεπουπουλιάζω,(στα χαρτιά τους τα παίρνω.)
Μάζεμα – Ο ερωτικός σπασμός όλων των ζώων.
Μάκα – Βρωμιά αποξηραμένη.
Μακελεύω– Χτυπάω κάποιον βάναυσα, τεμαχίζω.
Μαλαγάνας – Πονηρός καταφερτζής.
Μαλιαροκάτσουλο – Πολύ τριχωτός άνθρωπος.
Μαλτέζα –Γίδα καλής ράτσας που γεννάει πολλά κατσίκια
                και κατεβάζει πολύ γάλα.
Μάμα – Το στομάχι των πουλιών.
Μαναβέλλα – Μεγάλη βέργα ξύλινη.
Μάνταλο – Μηχανισμός ασφάλισης της πόρτας.
Μάντζα – Μεγάλο κομμάτι ξερό χώμα, μάτσο κλαδιών με
               φύλλα σε  σχήμα ριπιδίου, βεντάλιας.
Μάπα – Κραμβολάχανο  (το λάχανο της σαλάτας).
Μαραγκιάζω – Μαραίνομαι, ζαρώνω.
Μαραγκούλα – Μισοξεραμένο σύκο.
Μαραφουλάω – Ψαύω ψαχουλεύω.
Μαργωμένος – Κουρασμένος, άκεφος, αποκαμωμένος.
Μάρκαλος – Συνουσία αιγοπροβάτων.
Μαρμάρω – Η στείρα γυναίκα , γίδα ή προβατίνα.
Μαρτιάτικο – Του Μάρτη, πρώιμο κριθάρι.
Μαρτίνα – Γίδα, προβατίνα οικόσιτη.
Μαρτσουκλάνι – Αντικείμενο απροσδιόριστου σχήματος.
Μασιά – Εργαλείο αναμόχλευσης του τζακιού.
Μασουρίστρα – Εργαλείο  με το οποίο προετοίμαζαν το
                         νήμα για τον αργαλειό.
Μαστάρι– Ο μαστός των θηλαστικών.
Μαστραπάς – Μικρό κύπελο για νερό και κρασί.
Ματαράτσι – Χοντρό – ύφασμα από τραγόμαλο.
Ματσιάκο  Το πορτοφόλι το μάτσο από χρήματα.
Μάτσια-μούτσιας – Επιπόλαιος, ασυνεπής, πολυλογάς.
Ματσιουλάω – Μασάω νωχελικά.
Ματσούκι – Ξυλοδαρμός, κοντό λιανό ξύλο, (θ’ αρπάξω
                  κανά ματσούκι και θα σε κάνω μαύρο ).
Ματσώνω – Αρπάζω – πιάνω κάτι με τη χούφτα μου.
Μαυραγάνι – Ποικιλία σταριού.
Μαυρόγειος – Τόπος, χωράφι με μαύρο χώμα.
Μαυροκουρούνα – Δυστυχισμένη γυναίκα.
Μαυρονέρι – Νεροπηγή που  το νερό της φαίνεται μαύρο.
Μαυροτσούκαλο – Μελαχρινός, μαύρος.
Μαχτό – Τροφή χοιρινών, χυλός από πίτουρα.
Μεδό – Μαλακό ψωμί, η ψίχα του ψωμιού.
Μεδουλάρι – Το μεδούλι.
Μελεούνι – Μεγάλο πλήθος ( μηλιούνι)
Μελιγκόνι – Μυρμήγκι.
Μελιγκοστροφίτης – Το μελίγκι, ο κρόταφος.
Μελίστρα – Πρανές και άγονο έδαφος.
Μερεμέτι – Μικροεπισκευή.
Μερί – Μηρός, μπούτι.
Μεριάζω – Παραμερίζω.
Μερμελάω – Έχω φαγούρα  και ελαφρύ πόνο στο σώμα.                    Μεσάντρα – Χώρισμα δωματίων από ξύλο ή καλάμι.
Μέφτασε – Με βρήκε ξαφνικός πόνος.
Μηλιόρι – Δίχρονο θηλυκό αρνί.
Μικρανασταίνω – Μεγαλώνω ανατρέφω μικρά παιδιά.
Μινέσκω – Κατοικώ σε συγκεκριμένο μέρος.
Μιράδι – Μερίδιο.
Μισιακό – Κάτι που ανήκει σε δύο ιδιοκτήτες.
Μισίνα – Μεταξωτό μαντήλι που έβαζαν στο πέτο των
             καλεσμένων στους γάμους  και τα βαφτίσια.
Μισογόμι – Φορτίο στο μέσον του σαμαριού.
Μισοκούντελος – Κάποιος που έχει πολλά σωματικά
                           κουσούρια.
Μισοσαράντι–Ευχή που έπαιρναν, με το αζημίωτο βέβαια,
                       οι λεχώνες από τον παπά, για να βγούν από
                       το σπίτι νωρίτερα από τις σαράντα μέρες,
                        όπως όριζε ο παπαδικός κώδικας.                     
Μισότριβη – Μεταχειρισμένη.
Μιτάρι – Εξάρτημα αργαλειού.
Μολογάω- Διηγούμαι, εξιστορώ.
Μονάντερος – Αυτός που τρώει και δεν παχαίνει.
Μονέδα – Το χρήμα.
Μονοκοπανιά – Μία και έξω.
Μονομερίδα – Μονομερίς, σήμερα.
Μούκουλο – Προγούλι.
Μούλα – Το θηλυκό μουλάρι.
Μουλαϊμικος – Συγκαταβατικός, ο χαμηλών τόνων
                       άνθρωπος.
Μουλαρώνω – Επιμένω, ανθίσταμαι.
Μούλος – Το εξώγαμο παιδί.
Μουλόσπορος – Νόθος, μπάσταρδος.
Μουνουχάω – Ευνουχίζω.
Μουνούχι – Τραγί ευνουχισμένο (μουνουχισμένο).
Μούργα – Το κατακάθι του λαδιού.
Μουργέλα– Ενοχλητικό μυγάκι, αλλά η ροπή προς την
                   τεμπελιά.
Μουρντζούλια – Χαράματα, ξημερώματα.
Μουρχούτα – Ξύλινο βαθύ πιάτο.
Μουσκάρα – Χαζή, αργόστροφη γυναίκα.
Μούσκλι – Μύκητας των δένδρων.
Μουσκοκλαίω – Κλαίω προσποιητά.
Μουσμούλης – Ύπουλος,  πονηρός, αυτός που χώνει τη
                        μύτη του παντού.
Μουσμούλω– Πονηρή,  πανούργα γυναίκα.
Μουστερής – Πελάτης.
Μουστρίζω– Κάνω πρόχειρη και σκάρτη εργασία.
Μουστρούφω – Η ανάποδη και πονηρή γυναίκα.
Μουτσούνα – Η μάσκα, αλλά και ο μουτρωμένος.
Μουτσουφλός – Ακεφος, ανόρεκτος, κατηφής.
Μπαγιάτι – Κρύο φαγητό, νερό κ.λ.π.
Μπαγιόκο – Κομπόδεμα.
Μπαζίνα – Παπάρα με ψωμί και γάλα.
Μπαζός –Το εμπρός και το πίσω μέρος του κρασοβάρελου.
Μπάκα – Η μεγάλη κοιλιά.
Μπάκακας – Βάτραχος.
Μπακανιάρικο –Μικρό παιδί (που γύριζες μπακανιάρικο;).
Μπακοκοίλης – Ο κοιλαράς.
Μπαλντούμι – Πέτσινο λουρί που συγκρατεί το σαμάρι.
Μπαμπούγερας – Ζωύφιο, μαμούνι που κατατρώει τα
                           όσπρια.
Μπαντανία – Μάλλινο χοντρό κλινοσκέπασμα.
Μπάρακο – Εξώγαμο παιδί, μπάσταρδο.
Μπαρέζι – Μαντίλα κεφαλιού.
Μπαρμπούτα – Ζωγραφιά.
Μπασιουράδι – Άσπρο ή μαύρο σημάδι στο κούτελο των
                        ζώων σε σχήμα ρόμβου.
Μπατάκα– Η πατάτα.
Μπατσουνάω – Κοσκινίζω, χαστουκίζω χαδιάρικα.
Μπεζεστένι – Χώρος κράτησης, περιορισμού.
Μπεκροκανάτα – Ο πότης, ο μπεκρής.
Μπελαρίνα – Είδος εσάρπας.
Μπελεσιά –Είδος μαλακού πετρώματος, καφέ χρώματος το
                  οποίο το έτρωγαν τα παιδιά ενστικτωδώς, επειδή
                  τους έλειπε σίδηρος.
Μπελέχι – Το μεγάλο ποντίκι.
Μπελεχώνια – Τα σωθικά (θα σου βγάλω τα μπελεχώνια).
Μπενοβράκι – Παντελόνι με πολύ στενά  μπατζάκια.
Μπερέσι – Ανοιχτή διάπλατα πόρτα.
Μπερκέτι – Επιτυχία, καλή σοδειά.
Μπερνάκι –Χρονιάρικο αρνί.
Μπερντάχι– Ξυλοφόρτωμα.
Μπεσίκι – Κούνια, λίκνο νηπίων.
Μπίγω – Χώνω κάτι βαθιά.
Μπιζεύλι – Σύνδεσμος ασφαλείας της λαιμαριάς του
                  ζευγμένου υποζυγίου.
Μπίθιακας – Μικρόσωμος, κοντός.
Μπινάς – Λάσπη σοβαντίσματος (γίνεται με γελαδοκοπριά
                  και άχυρα).
Μπιρμπιλό –Πολύχρωμο.
Μπιχτός– Δρόμος πολύ ανηφορικός.
Μπλάστρι – Κυλινδρικό ειδικό ξύλινο εργαλείο που
                  άνοιγαν φύλλο, αλλά και το κεφάλι του
                  δύστυχου συζύγου,   κάποιες μέγαιρες
                  γυναίκες.
Μπλατσουράω – πατάω  μέσα σε νερά και πιτσιλιέμαι.
Μπλεζενιά – Καρπουζιά, πεπονιά.
Μπλουστρίζω – Συναντώ κάποιον τυχαία.
Μπογάζι – Ψυχρός, υγρός αέρας, κυρίως στις ρεματιές.
Μπόλια – Το περιττόνιο.
Μπολιάρης – Ο αλητόβιος, αυτός που γυρίζει άσκοπα.
Μπόλκα – Είδος ζακέτας.
Μποντολάσα – Υποτιμητικός χαρακτηρισμός γυναίκας.
Μποξάς– Είδος εσάρπας.
Μπορίλος – Βροχερός κατά διαστήματα καιρός.
Μπότσα – Δοχείο μέτρησης κυρίως κρασιού, ίσον με δυό-
                μιση οκάδες.
Μπότσικας – Αγροίκος, άξεστος.
Μποτσίκι – Κρεμμύδα, το γούρι της πρωτοχρονιάς.
Μπουγάτσια – Άζυμο ψωμί που έψηναν στη χόβολη.
Μπουγέλο – Σίκλος,  κουβάς.
Μπουζιάκι – Μικρό βόδι, χαζός άνθρωπος.
Μπουζιάνι – Το άκρο του πάτου του σακιού, η γωνία του.
Μπουζούρα – Εμετός απροσδιορίστου χρώματος.
Μπουκουβάλα – Άζυμο (λειψό) ψωμί με λάδι και ζάχαρη.
Μπουκούνι – Μπάλα χιονιού.
Μπουκώνω – Τρώω άγαρμπα, λαίμαργα, πνίγομαι.
Μπούλια – Κόλλυβα.
Μπουλουγούρι–Πληγούρι,θρυματισμένος καρπός σταριού.
Μπουλούκι – Κοπάδι.
Μπουμπού – Αλίμονο, κρίμα, επιφώνημα αιφνιδιασμού.
Μπουμπουλώνομαι– Φοράω πολλά ρούχα.
Μπουργάνα – Κόψιμο,  τσιρλιό (τον πάει μπουργάνα).
Μπουρδουκλώνω – Μπερδεύω, ανακατεύω προκειμένου
                               να  παραπλανήσω.
Μπουρδουλό –Υλικό απροσδιορίστου χρώματος.
Μπουρέκι –Ξαφνικά (μας ήλθαν μπουρέκι οι φίλοι).
Μπουριέμαι – Τρέχω, χοροπιδάω, χαίρομαι.
Μπουρλιάζω Περνάω την κλωστή στη βελόνα.
Μπούρμπουλας – Νερομάνα, πηγή με άφθονο νερό.
Μπουρμπουλιαίνω – Έχω μισοβράσει.
Μπούρμπουνας – Η χρυσόμυγα.
Μπούρτζα – Εξανθηματική  ασθένεια των αιγοπροβάτων.
Μπουρτζαλίματα – Ερωτικά ηχητικά παιχνίδια του
                               τράγου.
Μπουσουλάω – Περπατάω με τα τέσσερα.
Μπουσουλιά – Παράσιτο της βελανιδιάς.
Μπουχίζω – Καταβρέχω πιτσιλάω .
Μπουχός – Ψιλή σκόνη, αιωρούμενη από τον άνεμο,
               μεταφορικά απότομη εξαφάνιση κάποιου ατόμου.
Μπούχτισα – Χόρτασα  κορέστηκα.
Μποχλάδω–Η οκνή και η άκομψη γυναίκα.
Μποχρίλα – Άγονο έδαφος.
Μπραζέρης–Αυτός που φοράει στην νύφη πριν από το
                     γάμο τις κάλτσες της.
Μπράσκα – Βάτραχος που ζει κυρίως έξω από το νερό.
Μπράτ ή Μπράστ – Ξαφνική φυγή, λάκισμα.
Μπρίσκαλο – Άγουρο σύκο.
Μπροστέλλα – Μπροστοποδιά.
Μπρουστούρα – Εμετός ζώων, το περιεχόμενο της
                         γαστέρας, (πατσιάς).
Μπρουτσουλώνω – Τρώω και χορταίνω, τυλώνομαι.
Μυλαύλακο – Το αυλάκι που πάει το νερό στην κρέμμαση
                     του μύλου.
Μυρμηγκιά – Η καρναβίτσα. Μικρά καρουμπαλάκια που
                     βγαίνουν κυρίως στα χέρια.
Μυτιάζω – Δοκιμάζω κάτι φαγώσιμο διστακτικά.
Μύτικας – Το ψηλότερο σημείο λόφου, βουνού.
Μωροζώντανος – Μισοπεθαμένος.
Μωρόχαυλος – Χαζός, απαθής, αδιάφορος.
Μωρώνω – Παρηγορώ το μικρό παιδί να μη κλαίει.


                             
                                      Ν


Νάκα – Λίκνο μεταφοράς νηπίων (φορητό).
Νεραπόλυκε – Το λέγανε όταν γινόταν πολύ νερουλό το       
                    φαγητό.
Νερόπλημα – Άνοστο φαγητό με πολύ ζουμί.
Νεροσυρμή –Αυλάκι που δημιουργείται από το νερό της
                    βροχής.
Νεροτριβή – Κωνικού σχήματος στέρνα όπου με την
                  περιδίνηση  του  νερού γίνονται οι φλοκάτες.
Νηστικάτος– Νηστικός, (να πιείς το φάρμακό σου
                    νηστικάτος).
Νιτερέσιο – Διαφορά, συναλλαγή.
Νοικοκύρης– Ο άνδρας του σπιτιού.
Νούρλος –Ουρά (πάει το νούρλο του έφυγε αδιάφορος).
Ντάβανος – Ο σκούρκος, η μεγάλη σφήκα.
Νταβουρλασιό – Φασαρία, φωνασκίες αναστάτωση.
Νταβραντισμένος – Ορεξάτος  για ερωτική συνεύρεση.
Νταγιαντάω – Τα καταφέρνω σιγά – σιγά.
Ντάϊμα – Όλα φανερά, (τα έβγαλε όλα έξω).
Ντακιάζω – Κατακάθομαι, πατικώνομαι.
Νταλκουράνης –Αδιάφορος, τεμπέλης, θρασύς.
Ντάμ- καρακατσέλα – Ολόγυμνος.
Νταμάρα – Στείρα γυναίκα και κάθε θηλαστικό.
Νταμάχι – Υπερβολή, κατάχρηση.
Νταμιλάς – Ο ταμπλάς, η ζάλη.
Νταουλάτσος – Αγενής τρόπος αποχώρησης (πάει το
                        νταουλάτσο του).
Νταραβέρι – Συναλλαγή, διαπραγμάτευση.
Νταράκα– Τρέμουλο από το πολύ κρύο.
Νταρντάνα – Εύσωμη, δυνατή γυναίκα.
Ντεβεκέλης – Κουβαρντάς, άνετος.
Ντεϊμεντέ – Σώνει και καλά.
Ντελάλης – Διαλαλητής εκφωνητής, σε υπαίθριο χώρο. Ντεβενέκι – Νεκρός, παγωμένος,(τον βρήκαν ντεβενέκι).
Ντεμπεστέκι – Ξυλοδαρμός, (κάτσε καλά γιατί θα σου
                       δώσω κανά  ντεμπεστέκι, για να μάθεις). 
Ντεροκόβομαι– Ανακλαρίζομαι, τεντώνομαι.
Ντεροκοφτός – Κορδωτός, στητός.
Ντέρτι – Παράπονο, καϋμός.
Ντευλικώνω –Τρώγω  λαίμαργα.
Ντζιορώνα – Το εμπρός μέρος της κορύτας της βρύσης.
Ντιλάρι – Ψηλός άντρακλας.
Ντάλα μεσημέρι – Καταμεσήμερο.
Ντοβλέτι – Εξουσία, ειδικά επί αγροτικών εκτάσεων.
Ντόνω – Μετακινούμαι πιο κεί, ξεκολλάω.
Ντορβάς –Σακούλι που βάζουν την τροφή των υποζυγίων.
Ντορντοβόλι – Καταιγίδα με αστραπές και βροντές.
Ντορόσα – Εύσωμη και άχαρη γυναίκα.
Ντοτίκλας – Αδύναμος, δειλός, φοβητσιάρης.
Ντότου – Αγωνία για το τελείωμα κάποιας δουλειάς (δεν
             θα τελειώσω ντότου).
Ντουβλούκι – Κουτός, αργόστροφος.
Ντουμάνι– Καπνός πυκνός, αποπνικτικός.
Ντουμούζω – Γυναίκα άγαρμπη, οκνηρή, έγκομη.
Ντούρος – Στητός δυνατός ευθυτενής.
Ντούσιακο – Σκούπα από χλωρά κλαδιά για το σβήσιμο
                   της φωτιάς.
Ντουφεκαλεύρης– Ανεπρόκοπος, τεμπέλης, άσκοπα
                              περιφερόμενος.
Ντουφεκόβεργα– Σιδερένια βέργα για να γεμίζουν τα
                           μπροστογεμή όπλα.
Ντράβα – Το κεντρικό δοκάρι της σκεπής.
Ντράβαλα Μπλεξίματα, δυσκολίες.
Ντραβουτζίκα – Το κρέμασμα του σακουλιού σταυρωτά
                         στους ώμους.
Ντραμιζάνα – Η ταμιζάνα.
Ντράπου– Ντροπή σου.
Ντρίλι – Φθηνό βαμβακερό ύφασμα για ρούχα των  
            φτωχών.
Ντύμα –Επένδυση κάθε αντικειμένου, ειδικά  των
            βιβλίων.



                                            Ξ


Ξαγναντάω – Φαίνομαι, φθάνω, διακρίνομαι από μακριά.
Ξάϊ– Αμοιβή του μυλωνά σε είδος (κρατάει ένα μέρος  από
        το άλεσμα).
Ξακρίζω – Κάνω κάποια δουλειά σε όλη της την έκταση.
Ξανά μανά – Πάλι τα ίδια!
Ξανάρτηγο – Φαγητό χωρίς λάδι.
Ξαστοχάω – Δεν πετυχαίνω το στόχο.
Ξεβαφουλιάρικο – Ρούχο με κομμένο χρώμα.
Ξεβγαίνω – Πάω να διασκεδάσω.
Ξεβγάνω – Ξεπροβοδίζω, ξεπλένω.
Ξεβλάστωμα – Τέλος ανάπτυξης των φυτών.
Ξεβραχιονίζομαι – Σηκώνω τα μανίκια (άμα έβλεπαν
                              κάποιον το χειμώνα να σηκώνει τα
                              μανίκια του, έλεγαν: Θα  ξεγεννήσεις τη
                              γαϊδούρα;).
Ξεγερεύω–  Γίνομαι καλά μετά από αρρώστια.
Ξεγυαλίζω – Ξανανιώνω, γίνομαι πιο παχύς, πιο λουσάτος.
Ξεθερμάω – Πλένω με πολύ καυτό νερό.
Ξεΐγκλωτος – Ψηλός, σωματικά δυσανάλογος.
Ξεκόβω – Απομακρύνομαι από τους υπόλοιπους.
Ξεκολώνω – Ξεριζώνω.
Ξεκορφυλιά – Το φυτό κουφοξυλιά.
Ξεκουμπίζομαι – Φεύγω υπό δυσμένεια.
Ξεκούτης – Υπερήλικας, ξεδοντιάρης, γελοίος.
Ξελακώνω– Ανοίγω  λάκκο γύρω από τη ρίζα του δέντρου
                   και του φυτού.
Ξελαμπικάρω – Ξεζαλίζομαι, ξαστερώνω, συνέρχομαι.
Ξελημεριάζω – Περνάω την ημέρα  μου κάπου.
Ξελόντσα –Πρόχειρο καλύβι που φτιάχνουν στους αγρούς.
Ξεμοναχιάζω – Συναντάω τυχαία κάποιον που γύρευα.
Ξεμασκαλίζω – Αποσπάω κλάρες από  δένδρα βιαίως.
Ξεμονεύω – Διαχωρίζω κυρίως νήματα.
Ξεμπινιάζομαι –Εξαντλούμαι σωματικά.
Ξεμπροστιάζω – Εκθέτω κάποιον δημοσίως.
Ξεμυτάω – Φανερώνομαι, σιγά- σιγά και προσεκτικά.
Ξενερίζω – Κατουράω.
Ξενοψωμάω – Τρώγω σε ξένα σπίτια.
Ξένω – Επεξεργάζομαι μαλλί  πρόβατου και γιδιού, με το
            χέρι.
Ξεπεζεύω – Σταματάω για ξεκούραση, ή μόνιμη  διαμονή.
Ξεπιτημένος – Νηστικός, αδύναμος, άφραγκος.
Ξεράκι – Μεγάλο όρθιο ξερό δένδρο (συνήθως  θύμα
             κεραυνού).
Ξερακιά – Ξερή τροφή για τα  οικόσιτα  ζώα.
Ξερή– Το αντρικό γεννητικό όργανο.
Ξεριάς – Ξεροπόταμος.
Ξερικό – Χωράφι, κήπος που δεν ποτίζεται.
Ξεροπυρίς – Πίνω χωρίς μεζέ, ξεροσφύρι.
Ξεροσταλίζω – Κάθομαι ασάλευτος σε κάποιο σημείο.
Ξεσαγώνιασμα– Το συνεχές χασμουρητό.
Ξέσκουρα – Ελαφρά,(τον πήρε ξέσκουρα η σφαίρα).
Ξεσπινίζω – Βγάζω τον καρπό από τη φλούδα (ξεσπινίζω
                   κουκιά).
Ξεσυνερίζομαι – Αντιμάχομαι, διεκδικώ κάτι από ζήλεια.
Ξετσουμίζω – Ξεδίνω για πρώτη φορά.
Ξεφλουμπάρω- Τα χάνω όλα, κυρίως στα χαρτιά.
Ξεφουρτσάω – Μαδάω, ξεφλουδίζω.
Ξεφουσιένω – Ξεφουσκώνω, ξαλαφρώνω, (αερίζομαι,
                      κλάνω).
Ξεφτίδι – Παραφασάδα, ξέφτισμα υφάσματος.
Ξεχαρβαλώνω – Καταστρέφω κάποιο μηχάνημα.
Ξεχλιαίνω – Ψυχαγωγούμαι, διασκεδάζω.
Ξιδάτη – Πολύ δυνατή ξυλιά στα χέρια με χάρακα.
Ξινάρι –Ο κασμάς.
Ξιφάρι – Μικρό κομμάτι σολόδερμα που έκλειναν  τις
              τρύπες των παπουτσιών.
Ξινόγαλο – Το υποπροϊόν  της πήξης του τυριού.
Ξόανο – Σκιάχτρο, άνθρωπος  ασουλούπωτος.
Ξυδέλος – Χαλασμένο, ξυδιασμένο κρασί.
Ξυλάγγουρο–  Άγριο αγγούρι, (κι’ η γριά το μισοχείμωνο
                     ξυλάγγουρο γυρεύει).
Ξυλοκατσούλα – Φάκα, ποντικοπαγίδα.
Ξυλοκέρατο – Χαρούπι.
Ξυλόκοτα – Η μπεκάτσα.
Ξυλοκρέβατο – Φορείο, φέρετρο.
Ξυλοραχιάζω – Ξυλοφορτώνω, δέρνω.
Ξυνίζομαι – Θυμώνω, οργίζομαι.
Ξυνίθρα – Άγριο χόρτο που τρώγεται ωμό.
Ξυπολιάς – Ο ξυπόλητος.
Ξυπολιέμαι – Βγάζω τα  παπούτσια μου.
Ξυστρί – Μεταλλικό εργαλείο που ξύνανε το τρίχωμα των
             αλόγων, αποψίλωση χωραφιού από αγριόχορτα (το
             έκανε ξυστρί το χωράφι).


                                      O


Οβριά – Είδος περικοκλάδας. Η παράδοση λέει ότι άμα
               έβραζες τα φύλλα της και  λουζόσουν με το ζουμί
               μεγάλωναν πολύ γρήγορα τα μαλλιά σου.
Όγιος –  Όποιος.
Όγκρι – Παράσιτο στη ράχη των αιγοπροβάτων.
Ογράτισα–  Κουράστηκα, απόκαμα.
Οκνίτσα – Η τάπα του κρασοβάρελου.
Οματιά – Φαγητό που παρασκεύαζαν από βρασμένο σιτάρι
              σταφίδες πορτοκαλόφλουδα κ.λ.π. μυρουδικά  με
              τα οποία γέμιζαν το έντερο του γουρουνιού και
              μετά το έψηναν στο φούρνο.
Όμπυο – Το πύον.
Οργιά – Μονάδα μέτρησης μήκους όσο το άνοιγμα των
            χεριών.
Οργιάρης – Οξύθυμος.
Οργωμα – Ανασκαφή του  εδάφους με αλέτρι προκειμένου
                να το σπείρουν.
Ορμηνεύω – Συμβουλεύω.
Ορνιο – Σαρκοβόρο πουλί, απρόσεχτος άνθρωπος.
Οσμίζομαι – Μυρίζω.
Ούλος –  Όλος.
Όχτος – Πεζούλι χαμηλό.
Οχτρός – Εχθρός.
Οψιμος – Αυτός που ωριμάζει αργά.


                                          Π

                               
Παιδοκομάω – Γεννάω, φέρνω στον κόσμο παιδί.
Παιδοκόπι – Απολαβή, αμοιβή, (άντε σήμερα έβγαλες το
                   παιδοκόπι).
Παιδολάσι – Μεγάλη ομάδα παιδιών που κάνουν φασαρία.
Πάκια – Οι γοφοί.
Παλαιϊκος – Παλιός, αρχαίος.
Παλάντζα – Ζυγαριά, άνθρωπος διπρόσωπος.
Παλιούρι – Θάμνος με σκληρό ξύλο που έφτιαχναν τα
                 χαράρια (βλ. λέξη).
Πανώριος – Εκλεκτός, υπέροχος.
Παπαλάκι–  Πράος, χαμηλών τόνων άνθρωπος.
Παραγώνι – Ο χώρος γύρω από το τζάκι.
Παραθάρια – Μεγάλη εμπιστοσύνη (με έφαγε η
                     παραθάρια).
Παρακεντές – Γελοίος, ασυνεπής.
Παραλογάω – Λέω πράγματα ασυνάρτητα.
Παραμονεύω – Περιμένω να κάνω κάτι κακό κρυμμένος.
Παραμουτσεύομαι – Περιφρονώ και δεν δοκιμάζω κάποιο
                                φαγητό.
Παρανόμι–  Το επώνυμο.
Παραπόρτι – Μικρό πορτάκι στο πίσω μέρος του σπιτιού,
                    από  εκεί έμπαζαν και τους αγαπητικούς.
Παρασταίνω– Διηγούμαι.
Παρδαλό–Πολύχρωμο ύφασμα ή ζώο.
Παρπατσέλα – Πολύ γινωμένο φρούτο (κούρεμα γουλί).
Πάσπαλη – Άχνη του αλευριού που βγαίνει στο άλεσμα.
Παστό – Χοιρινό κρέας ειδικά επεξεργασμένο.
Παταλιά–Μεταφορά βαριά τραυματισμένου ή αναίσθητου
               ανθρώπου με φορείο.
Πατερό – Πατάρι.
Πατίκα – Γεμάτο, ξέχειλο.
Πατικώνω – Πιέζω προς τα κάτω.
Πάφιλας – Ψηλή λαμαρίνα, τενεκές.
Παχνί – Ξύλινο κασόνι που έβαζαν την τροφή των ζώων.
Πεδούκλι – Σχοινί που δένουν τα μπροστινά πόδια του
                 ζώου για να μην απομακρύνεται.
Πεζούλα – Χαμηλή μάντρα.
Πελεκούδια – Μικρά κομμάτια ξύλου που μένουν από το
                   κόψιμο των κορμών.
Περγιαίνω – Ζεσταίνομαι, ξεπαγώνω.
Περδικονούρης – Ευκίνητος, παιχνιδιάρης, ικανός για όλα.
Περδίκω – Έξυπνη, αεικίνητη γυναίκα.
Περιδρομιάζω Τρώγω πολύ ( έφαγε τον περίδρομο).
Περιόρω – Ικανή, γρήγορη γυναίκα.
Περοδιαβαίνω – Πάω και έρχομαι συχνά.
Περονιάζω– Διαπερνώ, λέγεται για το κρύο ή την υγρασία.
Περπατησιά – Τρόπος βαδίσματος.
Πεσκέσι – Δώρο, προσφορά μη αναμενόμενη.
Πεσκίρι – Προσόψι.
Πεταγούδι – Κάτι πολύ ψυχρό στην αφή.   
Πετροβολάω – Πετάω συνεχώς πέτρες.
Πετρολασιά – Μια σειρά από τοίχο ξερολιθιάς.
Πετσιόνι – Μικρή πετσέτα.
Πετσοτανάω – Βασανίζω ψυχολογικά.
Πετσώνω– Χορταίνω.
Πήγουλη – Κριθαράκι μαγειρεμένο.
Πηδαυλακάω – Πηδάω το αυλάκι.
Πήδημα – Συνουσία πολλών ζώων κυρίως σκύλων.
Πιθάμα – Ο σπόρος της κολοκυθιάς.
Πιθάρι– Χωμάτινο κιούπι που αποθήκευαν το λάδι.
Πικούνι – Καλέμι.
Πιλαλάω  – Τρέχω γρήγορα.
Πινακωτή – Θήκη που έβαζαν το ψωμί.
Πινιάτα – Είδος μικρού πήλινου δοχείου κυρίως για γάλα.
Πίπιζα – Μεγάλο κουδούνι που κρέμαγαν στα τραγιά.
Πισθάγκωνα – Δέσιμο των χεριών πίσω από την πλάτη.
Πισοκάπουλα – Καβάλα στο ζώο εκτός σαμαριού στα
                        καπούλια.
Πισωκέντι – Η παρά φύση συνουσία.
Πιστρόφια – Η επιστροφή της νύφης στο πατρικό της, μια
                   βδομάδα μετά το γάμο.
Πιστρώνω–Τυλίγομαι καλά με τα σκεπάσματα, για να μην
                  κρυώνω.
Πίτσι – Ένα σταθερό σημείο που ρίχνουν τις αμάδες και
            όποιος πάει πιο κοντά αρχίζει πρώτος το παιχνίδι.
Πίτσι το καβαλητό – Παιχνίδι όπως η μακριά γαϊδούρα
                                που έπαιζαν αγόρια και κορίτσια.
Πιτσιρδέλι – Πιτσιρίκι.
Πιττάκι – Σκουληκάκι του τυριού.
Πλαγιάζω – Πέφτω να κοιμηθώ.
Πλάκα – Ειδική, μέσα σε ξύλινο πλαίσιο πλάκα, που
             έγραφαν παλιότερα οι μαθητές.
Πλανεύω–Προσφέρω κάτι, κερνάω κάτι φαγώσιμο, κυρίως
                σε παιδιά.
Πλάνη – Το ροκάνι.
Πλάντρα – Γυμνή και άγονη περιοχή.
Πλαστήρι – Ξύλινο  φτυάρι που φούρνιζαν το ψωμί.
Πλαστηρόκωλη– Αυτή που έχει φαρδιές αλλά ίσιες
                           περιφέριες.
Πλαταρώνομαι – Πιάνομαι, μουδιάζω.
Πλεύρα – Πλαγιά.
Πλεύρο–  Σακί μεγάλο γεμάτο.
Πλιάτσικο – Αρπαγή, κλοπή  λεηλασία.
Πλουμίδι – Στολίδι.
Πλοχεριά – Ποσότητα υλικού που χωρούσε σε μια χούφτα.
Πλύμα – Τροφή γουρουνιών από πίτουρο διαλυμένο μέσα
            στο νερό.
Ποδαγριάρικο – Άρρωστο  σκυλί.
Ποδένομαι– Φοράω τα παπούτσια μου.
Ποδοβολή– Ήχος καλπασμού αλόγου.
Ποδοστατώ –Στέκομαι στα πόδια μου κυρίως μετά από
                    αρρώστεια.
Ποδόχαλος–  Απώλεια, ολική καταστροφή, αφανισμός.
Πολυώρα – Πριν από λίγο.
Πονηροκάτσουλο– άνθρωπος πονηρός, ξύπνιος.
Πονίδι – Σπυρί, πρήξιμο, γενικά κάθε πόνος στο σώμα.
Πορδάλα – Είδος μυρμηγκιού.
Πορδοβίλιας – Φοβητσιάρης, δειλός.
Πορδοβούλωμα – Αδύναμος μικροσκοπικός άνθρωπος.
Ποριά – Εξώπορτα αυλής.
Ποτισιόνα – Πηγή ή ποτάμι που πότιζαν τα ζώα.
Ποτιστικό – Το αρδευόμενο καλλιεργήσιμο χωράφι.
Ποτόκι – Πυκνό, αλλά μικρό σε έκταση δάσος.
Ποτοκιάζω – Αράζω κάπου, βολεύομαι.
Πουλακίδα – Νεαρή κότα.
Πουντιάζω – Κρυολογώ.
Πουργίτσα – Μεγάλο κοφίνι από καλάμι για τη μεταφορά
                    προϊόντων.
Πουρίδα – Η σκελίδα του σκόρδου, η φλέντζα.
Πουρναροβέλι – Το βελανίδι (βελάνι) του πουρναριού.
Πουρναροπήδηχτρα Γυναίκα σεξουαλικά ελεύθερη.                     
Πουρνό – Πρωί πρωί.
Πραχνίλα – Ομιχλώδης καιρός με υγρασία.
Πρέσβελο –Πολύ ξερό ψωμί.
Πριγιακόνι – Η λίμα.
Προγκάω–Τρομοκρατώ.
Προζύμι – Η μαγιά για παρασκευή ψωμιού και γλυκών.
Προκαδούρα  – Ειδικά καρφιά που έβαζαν στις σόλες
                        των αρβυλών.
Προκαρεύομαι – Παινεύομαι.
Προσάναμμα – Φρύγανα, λιανά ξύλα για το άναμμα της
                       φωτιάς.
Προσειφέρνω–Παρομοιάζω.
Προσμπούκι – Η βιαστική μπουκιά που παίρνουν οι
                      λαίμαργοι, προτού κάτσουν όλοι στο τραπέζι.
Προσφάι– Πρόχειρο φαγητό, πριν το κυρίως γεύμα.
Πρόσφορο – Ο ειδικός άρτος που πάνε στην εκκλησία.
Προφούρνι – Χώρος πίσω από την εστία όπου μπαίνουν τα
                    κούτσουρα.
Πρωτογιάχνι–  Φαγητό (κυρίως κρέας), έτοιμο για
                       κατανάλωση χωρίς προσθήκη άλλων υλικών.
Πυριόβολος–  Αναπτήρας, τσακμάκι.
Πυρό – Ανεμοπύρωμα (ερισύπελας).
Πύρος – Τάπα βαρελιού  (κυρίως κρασοβάρελου).
Πυτιά – Ειδικό μέρος του στομάχου αρνιών- κατσικιών,
              που μετά από ειδική επεξεργασία, ρίχνουν μέσα
              στο γάλα για πήξει και να γίνει τυρί.




                                        Ρ


Ράβδος – Τρόπος τινάγματος της ελιάς  και κάθε δέντρου
            για τη συλλογή του καρπού.
Ρακή– Οινοπνευματώδες ποτό που βγαίνει από την
            απόσταξη των στεμφύλων (των τσίπουρων).
Ρακιτζιό –Χώρος όπου έφτιαχναν τη ρακή.
Ράπη – Ο κορμός του φυτού του αραβόσιτου.
Ρασιά – Ζακέτα γυναικεία από γίδινο μαλλί.
Ρασοβελόνα – Βελόνα που μπαλώνουν τα σακιά.
Ραχάτι – Άραγμα αργός ρυθμός για κάθε ενέργεια.
Ράχη – Ύψωμα λόφου  ομαλό.
Ρεκαλίζω – Φωνασκώ άναρθρα εκνευριστικά.
Ρεμπεσκές – Ανέντιμος, ανεπρόκοβος.
Ρεντζελάω – Διαρρέω, επί υγρών η σιγανή ροή, χωρίς
                   πίεση.
Ρέντος – Το ράντισμα.
Ρεπετσέλα – Η κακής ποιότητας μερίδα κρέατος, αλλά και
                   η ρυτιδιασμένη ώριμη γυναίκα.
Ριζώνω– Παραμένω κάπου μόνιμα.
Ροβολάω – Κατηφορίζω, κατευθύνομαι, πηγαίνω σε
                 κάποιο μέρος.
Ρογιάζομαι – Νοικιάζομαι σε κάποιον έναντι αμοιβής.
Ρογιάζω – Ναυτία που προκαλείται από την κατανάλωση
               γλυκών ή σταφυλιών, πριν από την κατανάλωση
               κρασιού.
Ρογκάτσικος – Αυτός που έχει έναν όρχι.
Ρογκαύλω – Μεγαλόσωμη άχαρη, κρύα γυναίκα.
Ρογοβύζι – Το θήλαστρο (μπιμπερό).
Ροΐ – Το λαδικό.
Ροϊδάμι – Τρυφερά βλαστάρια πουρναριού.
Ροϊδίκι –  Το ραδίκι.
Ρόκα – Ξύλινη συσκευή για το γνέσιμο του μαλλιού.
Ροπώνω – Χορταίνω, γίνομαι, ωριμάζω.
Ρούγα – Γειτονιά, μαχαλάς.
Ρουκουλάω – Κατρακυλάω, σέρνομαι με τον κώλο.
Ρουκουλίθρα – Τσουλήθρα.
Ρούκουλο – Κατηφορικό μέρος.
Ρουκουτάω – Ενεργώ αμέσως.
Ρουμάνι – Πυκνό δάσος.
Ρουμάζω– Ωριμάζω.
Ρούμπαλο – ράκος, μικρό κομμάτι υφάσματος.
Ρουπάκι – Θάμνος  βελανιδιάς.
Ρουτζώνω – Θυμώνω – παραπονιέμαι.
Ρουφιάνος – Διαβολέας.
Ρούφουλο – Αυγό μελάτο.

Ρουχάζω – Ροχαλίζω.
Συνέχεια την επόμενη βδομάδα 

Δεν υπάρχουν σχόλια :